O μικρός αγωνιστής Νικηφόρος Βρεττάκος

0
4083

Γιάννης Η. Παππάς.

 

 

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος υπήρξε ο πιο ανθρώπινος, ίσως, από τους νεοέλληνες ποιητές. Μεγάλος Ουμανιστής ανάλωσε τα ογδόντα του χρόνια στην υπηρεσία της πατρίδας και του λαού, του πολιτισμού, της γλώσσας με σπάνια αφιλοκέρδεια και ανεξικακία απέναντι στους διώκτες του. Στάθηκε πάντα όρθιος και παρών σε κάθε σημαντική στιγμή της πολιτικής, της κοινωνικής και της πνευματικής ζωής του τόπου.

Το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου περιλαμβάνεται στην συλλογή Η παραμυθένια πολιτεία (1947) και ανήκει στην δεύτερη περίοδο της ποιητικής δημιουργίας (1939–1960), η οποία χαρακτηρίζεται από αισιοδοξία και αγωνιστικότητα, ο ποιητής υμνεί τους αγώνες των Ελλήνων για την απόκτηση της εθνικής τους ανεξαρτησίας, συγκινείται ιδιαίτερα από την αυτοθυσία των νέων αγωνιστών και εκφράζει την πίστη του ότι ο αγωνιζόμενος άνθρωπος γίνεται ισότιμος με τον Θεό. Επίσης, κατά την περίοδο αυτή, ο ποιητής – απογοητευμένος από τη συντριβή των ιδεολογικών ιδανικών του – καταφεύγει στο παρελθόν, στα παιδικά χρόνια και στην πατρική γη.[1]

Σύμφωνα με τον Θανάση Γκότοβο,[2] ο οποίος μελέτησε σε βάθος το έργο του ποιητή, τα ποιήματα της περιόδου αυτής συνδέονται στην αρχή με την θαυμαστική στάση του ποιητή που οφείλεται σε ένα ξάφνιασμα μπροστά στο ψυχικό μεγαλείο του ανθρώπου, όπως αυτό πηγάζει από το πνεύμα της αυτοθυσίας και της ολοκληρωτικής αυτοπροσφοράς των αγωνιστών της αντίστασης στην υπόθεση του συνανθρώπου. Ο θαυμασμός του ποιητή μπροστά στην αφοβία και την αυτοθυσία των ανώνυμων απλών ανθρώπων και ιδιαίτερα των μικρών παιδιών θα τον οδηγήσει αρχικά στην υποκατάσταση του Θεού από τον αγωνιστή άνθρωπο και αργότερα στην θεοποίηση του ανθρώπου.

Το ποίημα αποτελεί έκφραση του συγκλονισμού που νιώθει ο ποιητής για το πνεύμα αυτοθυσίας των απλών μαχητών και ιδίως των παιδιών που έδωσαν την ζωή τους στον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας κατά την περίοδο της κατοχής. Οι πράξεις τους αυτές τους ανυψώνουν και τους καθιστούν πρότυπα ανθρωπισμού και υπέρτατου χρέους.

Ο μικρός αγωνιστής είναι ανώνυμος γιατί ο ποιητής δεν θέλει να αναφερθεί σε ένα μεμονωμένο περιστατικό αλλά να λειτουργήσει η θυσία του μικρού αγωνιστή ως σύμβολο, καθολικοποιώντας την. Έχουμε έτσι μια σύντομη διαδικασία ατομικής περίπτωσης, που κλείνει όμως μέσα της μια θαυμαστή καθολικότητα, αφού το ατομικό πεπρωμένο του μικρού ήρωα μεταμορφώνεται, με την ανωνυμία του, σε σύμβολο που συμπεριλαμβάνει και το πεπρωμένο του καθένα μέσα.

 

Είναι γνωστό ότι ο Βρεττάκος είχε ιδιαίτερη αδυναμία στα παιδιά. Κατά την διάρκεια της δικτατορίας αυτοεξορίστηκε στο Πεσταλότσι, στο Τρόγγεν των Ελβετικών Άλπεων, όπου βρίσκεται η Διεθνής Παιδούπολη που στεγάζει τα ορφανά παιδιά του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Εκεί, μαζί με τα παιδιά του ελληνικού σπιτιού, ζει αυτοεξόριστος ο ποιητής από τον Οκτώβριο του 1967, όταν εγκατέλειψε την Ελλάδα εξαιτίας της δικτατορίας, έως το 1970 που εγκαθίσταται στο Παλέρμο της Σικελίας.

Χαρακτηριστική είναι και οι αναφορές του στα παιδιά της κατοχής και στα παιδιά των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Στο ποίημα το οποίο θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε περιέχονται τα κύρια θεματικά μοτίβα και τα σημαντικότερα σύμβολα της ποίησης του Νικηφόρου Βρεττάκου.

 

Ας διαβάσουμε πρώτα το ποίημα:

 

Νικηφόρου Βρεττάκου, «Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή»

 

Πάνω στο χώμα το δικό σου λέμε τ’ όνομά μας.
Πάνω στο χώμα το δικό σου σχεδιάζουμε τους κήπους και τις πολιτείες μας.
Πάνω στο χώμα σου Είμαστε. Έχουμε πατρίδα.

 

Έχω κρατήσει μέσα μου την ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου.
Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κ’ έρχονται στο μυαλό μου
κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα
που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.
Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ’ είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κ’ έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.

 

Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Άι-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν απ’ τα μεσάνυχτα.
Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.
Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν’ ακούς κάτω απ’ τη στέγη σου τ’ ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ’ το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Κοίταξες τον ήλιο και προχώρησες..

 

Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ’ έπαιξες τον Άνθρωπο!

 

Από τη συλλογή Η παραμυθένια πολιτεία (1947)

 

[πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα ποιήματα, τ. 1, Τρία Φύλλα, Αθήνα 1981, σ. 141-142]

 

Ξεκινώντας ο ποιητής χρησιμοποιώντας το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, τονίζει πως ο τάφος του μικρού αγωνιστή είναι το σημείο απ’ όπου όλοι οι κατοπινοί αντλούν έμπνευση και θάρρος για να παλέψουν στις καινούργιες συνθήκες που διαμορφώνονται στην Ελλάδα μετά την κατοχή. Πάνω στον τάφο του μικρού αγωνιστή ο ποιητής και όσοι συμφωνούν μ’ αυτόν σχεδιάζει τους κήπους και τις πολιτείες. Το χώμα του τάφου μέσα στον οποίο βρίσκεται ο μικρός αγωνιστής θα είναι το χώμα, το υλικό με το οποίο θα χτίσουμε την νέα πατρίδα αυτή που ονειρευτήκαμε κατά την διάρκεια της εθνικής αντίστασης. Είναι η καινούργια πολιτεία που δεν θα έχει τα χαρακτηριστικά της παλιάς αλλά μια καινούργια στην οποία όλοι οι άνθρωποι θα είναι ίσοι και όπου θα κυριαρχεί η δικαιοσύνη και η αλληλεγγύη. Τα όνειρα για κοινωνική δικαιοσύνη που δεν πραγματοποίησε ο μικρός αγωνιστής αφού σκοτώθηκε νωρίς αγωνιζόμενος για τα ιδανι8κά του θα προσπαθήσουν να τα εκπληρώσουν αυτοί που μένουν πίσω και εμπνέονται από την θυσία του.

Ο κήπος συμβολίζει τον πλούτο και την ομορφιά, την πολυχρωμία που θα έχει ο καινούργιος κόσμος όπου θα μπορούν να ανθίζουν όλα τα λουλούδια, όπου θα κυριαρχεί η δικαιοσύνη της φύσης η οποία μοιράζει τα αγαθά της εξίσου σε όλα τα πλάσματά της.

Η νέα πολιτεία λοιπόν θα έχει τα χαρακτηριστικά ενός κήπου της Εδέμ όπου όπως οι πρωτόπλαστοι θα αρχίσει μια νέα ζωή για τους ανθρώπους και την ανθρωπότητα.

Πάνω λοιπόν σ’ αυτό το χώμα λέει ο ποιητής Είμαστε, υπάρχουμε ως άνθρωποι και αγωνιστές Έχουμε πατρίδα. Γιατί πατρίδα δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτοί που αγωνίστηκαν για να ζούμε εμείς σήμερα ελεύθεροι αυτοί που έδωσαν τα καλύτερα χρόνια τους και αρκετοί όπως ο μικρός αγωνιστής και την ζωή τους για την υπόθεση της ελευθερίας, της εθνικής ανεξαρτησίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

 

Στην επόμενη ενότητα ο ποιητής μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, ως αυτόπτης μάρτυρας του θανάτου του μικρού αγωνιστή και τονίζει πόσο τον συγκλόνισε ο φαρμακερός ήχος του πολυβόλου τον οποίο ήχο τον ακούει ακόμη και σήμερα μετά από καιρό να γυρίζει μέσα του μην αφήνοντας τον να ησυχάσει. Ο Βρεττάκος όπως είναι γνωστόν συμμετείχε στον ελληνοιταλικό πόλεμο και στην συνέχεια στην Εθνική Αντίσταση. Κινδύνευσε και ο ίδιος πολλές φορές να σκοτωθεί, άρα γνωρίζει από πρώτο χέρι τον θάνατο και την αγωνία του. Ο Βρεττάκος υπήρξε πάντα παρών στο πόστο του/ στη μέσα πύλη της Ελλάδας και στάθηκε αταλάντευτα ορθός/ με τη λόγχη του στίχου του/ευγενικός δακρυσμένος φρουρός/της ποίησης και της Ελευθερίας όπως γράφει ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος στο ποίημα που αφιέρωσε το 1974 στον Βρεττάκο.

 

Θυμάμαι την καρδιά σου που άνοιξε κι έρχονται στο μυαλό μου

 κάτι εκατόφυλλα τριαντάφυλλα

 

Το ρόδο-τριαντάφυλλο έχει χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα σε πολλά λογοτεχνικά, θεολογικά και λαογραφικά κείμενα. Ο Όμηρος αποκαλεί την Ηώ «ροδοδάκτυλον» (Ζ.175.Β1)` την θεά, που με τα δάκτυλα της ανοίγει τις πόρτες του ουρανού, για να περάσει το άρμα του Ηλίου.  Είναι το Ιερό Άνθος των Ορφικών. Συμβολίζει την Ουράνια τελείωση, την ολοκλήρωση, το μυστήριο της ζωής, το κέντρο της καρδιάς. Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι ο ποιητής συσχετίζει την καρδιά με το ρόδο. «Ρόδο το αμάραντο» αποκαλείται η Θεοτόκος από τον υμνωδό Ιωσήφ.

Για τους μύστες το Χρυσό Ρόδο συμβολίζει την Τελείωση. Σε αυτό το στάδιο «ο άνθρωπος θεάται της Θείας Ουσίας, ενώνεται στενά με την Άρρητη Πρώτη Αρχή και τότε η ψυχή τελειώνει το ταξίδι της και αναπαύεται» όπως μας λέει ο Πρόκλος.[3] Και στα δημοτικά τραγούδια έχουμε αναφορές στην υπεροχή του ρόδου.[4]

Το ρόδο είναι επίσης το άνθος της απόλυτης ομορφιάς της χαράς και της ευτυχίας. Η ομορφιά του ρόδου σχετίζεται με την ομορφιά του νέου ο οποίος βρίσκεται στην πιο ωραία ηλικιακά περίοδο της ζωής, αυτής της νεότητας..

Ο Σικελιανός, δάσκαλος στην ποίηση για τον Βρεττάκο, συμβολίζει το τελικό στάδιο της μύησης με το Εκατόφυλλο ρόδο, που εικονίζει τη σύζευξη Διόνυσου-Απόλλωνα, δηλαδή την τέλεια εναρμόνιση των αντινομιών σ’ ένα κοινό ρυθμό, τη συναδέλφωση όλων των πλασμάτων και την ενότητα τους με την Ερωτική πνοή του Κόσμου.[5]

 

που μοιάζουνε σαν ομιλία του απείρου προς τον άνθρωπο.

 

O Βρεττάκος συνεχίζει τον προβληματισμό του Σικελιανού ο οποίος πίστευε ότι ο Άνθρωπος καλείται να συνειδητοποιήσει την μυστηριακή πρωταρχική καταβολή που είναι το «άπειρο», ο βιολογικός Θεός βαθιά µας, για να αντλήσει όλη τη δύναµη που χρειάζεται και να ανυψώσει τα παγκόσμια σύµβολα της κοσµικής του συνοχής και µε τους όµοιούς του και µε το Σύµπαν.

Σύµβολα δηλαδή ικανά να σκορπίσουνε τριγύρα από τον άνθρωπο σα νέφη τα πνευµατικά του, ηθικά, και ιστορικά ψευδοπροβλήµατα· να τον λυτρώσουν από τους αυθαίρετους µηχανισµούς και τεχνητούς της εποχής µας Μύθους. Χρειάζεται γι αυτό όλος ο «άνθρωπος», όλη σε οµόκεντρο εσωτερικό παλµόν η Ιστορία, η Ψυχή, και η Φύση· χρειάζεται όλη η μνήµη και όλη ευρύτερη η συνείδηση της ζωής στις κοσµικές και αιώνιες της διαστάσεις, χρειάζεται όλο σύγχρονα το πνεύµα και το σώµα, χρειάζετ’ η ίδια θετική ανάσταση του ζωντανού εαυτού µας από το βαθύ ιστορικό του τάφο και η ουσιαστική αναγέννηση µας µες στα νέα ελεύθερα διαστήµατα του κόσµου. Tο µεγάλο λοιπόν αίτηµα του ποιητή είναι η αποκατάσταση της από αιώνες χαµένης ενότητας του ανθρώπου, για την αρµονική επανασύνδεση του µε τον συνολικό ρυθµό της ∆ηµιουργίας.

 

Έτσι μας μίλησε η καρδιά σου.
Κ’ είδαμε πως ο κόσμος είναι μεγαλύτερος
κ’ έγινε μεγαλύτερος για να χωρά η αγάπη.

 

Ο κόσμος λοιπόν μεγάλωσε τόσο όσο να χωρέσει η αγάπη. Ερχόμαστε στο σημείο αυτό να αναφερθούμε σε ένα από τα βασικότερα μοτίβα της ποιητικής μυθολογίας του Βρεττάκου που είναι η έννοια της αγάπης. Ο ποιητής σύμφωνα με τον Ερατοσθένη Καψωμένο[6] αναγνωρίζει μια ενιαία υπαρκτική ουσία στον άνθρωπο, τη φύση και το σύμπαν, η οποία αποκαλύπτεται ως αξία κοινωνική , φυσική και κοσμική. Η ουσία αυτή κατά τον Βρεττάκο είναι η αγάπη, που συνιστά το θεμέλιο της κοσμολογία και ανθρωπολογίας του. Αγαπώ άρα υπάρχω είναι το αξίωμα που συνοψίζει αυτή την οντολογία.. Η αγάπη είναι η απλή και άπειρη ουσία που συνθέτει την ενότητα του Κόσμου, της ανθρώπινης καρδιάς με το ασύνορο Σύμπαν. Και που ορίζει τον προορισμό του ανθρώπου και του Κόσμου. Είναι ταυτόχρονα η ενοποιητική αρχή της φύσης και η ενοποιητική αρχή της κοινωνίας.

Μιλώντας ο Κ. Φράιερ,[7] για το ίδιο θέμα τονίζει ότι ο Βρεττάκος «πιστεύει πως η αγάπη ως απολύτρωση, ως ανάσταση, ως έμφυτη δύναμη στον άνθρωπο, είναι αυτή που, τελικά, θα επιζήσει και θα κάνει άσπιλο ακόμα και το κακό».

 

Το πρώτο σου παιχνίδι, Εσύ.
Το πρώτο σου αλογάκι, Εσύ.
Έπαιξες τη φωτιά. Έπαιξες το Χριστό.
Έπαιξες τον Άι-Γιώργη και το Διγενή.
Έπαιξες τους δείχτες του ρολογιού που κατεβαίνουν απ’ τα μεσάνυχτα.

 

Στην συνέχεια ο ποιητής αναφέρεται στα παιχνίδια που έπαιξε ο μικρός αγωνιστής από την βρεφική και παιδική ηλικία μέχρι να φτάσει να παίζει παιχνίδια με τον θάνατο και τελικά να σκοτωθεί από τα πυρά των εχθρών. Αξιοσημείωτο είναι εδώ να αναφερθούμε στα τρία πρόσωπα και την σημασία και την θέση που έχουν αυτά στην ποιητική μυθολογία του Βρεττάκου. Το πρώτο πρόσωπο είναι ο Χριστός. Σύμφωνα με τον ποιητή ο Χριστός μαζί με τον Προμηθέα είναι τα δύο σύμβολα της αυτοθυσιαστικής αγάπης, δύο πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν το μαρτύριο των ανιδιοτελών πρωτοπόρων. Τα πρότυπα που είχε ο μικρός αγωνιστής ήταν πρότυπα αγωνιστικά και αυτοθυσιαστικά κάτι που θα οδηγήσει και τον ίδιο αργότερα να θυσιάσει την ζωή του για την απελευθέρωση της πατρίδας. Όπως ο Χριστός θυσίασε το εξουσιαστικό εγώ για το σύνολο έτσι και ο μικρός αγωνιστής μέσα από την θυσία του καταστρέφει το δικό του πρόσωπο για να ενωθεί με όλην την ανθρωπότητα και να διαχυθεί σ’ αυτήν μέσω της θυσίας του.

Το δεύτερο πρόσωπο είναι πάλι από τον χώρο της θρησκείας. Είναι ο Αι-Γιώργης, από τους πιο αγαπητούς αγίους και των νεοελλήνων ποιητών αλλά και ιδιαίτερα του Βρεττάκου. Μάλιστα δεν είναι τυχαίο ότι στο κτήμα του Βρεττάκου στην Πλούμιτσα υπάρχει ναός που είναι αφιερωμένος στον Αι-Γιώργη. Ο  ίδιος ο ποιητής στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο με τίτλο Οδύνη γράφει: «Πιο πάνω από το σπίτι μας, βρισκόταν το εκκλησάκι του Αι-Γιώργη, που ήταν δικό μας. Είχε τέσσερες μεγάλες εικόνες, από τις οποίες ο Αι- Γιώργης, με το ωραίο του άσπρο άλογο και η Παναγία με τα γλυκά της μάτια μου άρεσαν περισσότερο».

Ο Άγιος Γεώργιος o τροπαιοφόρος είναι ένας από τους γνωστότερους και περισσότερο τιμώμενους αγίους του Χριστιανισμού.

Ο Άγιος Γεώργιος δεν είναι απλά ένας άγιος, αλλά είναι και ένας ήρωας. Ο Ηρωισμός του εκδηλώνεται από τη νεαρή ηλικία, όπου μάχεται ενάντια στο φοβερό αυτοκράτορα Διοκλητιανό, και δε διστάζει να του πει: »δε λογαριάζω τα αξιώματα, δε με συγκινούν οι δόξες και τα πλούτη, δε φοβάμαι το θάνατο». Αυτά τα λόγια τον οδηγούν σε σκληρά και απάνθρωπα βασανιστήρια, σε δοκιμασίες, που ο κάθε ήρωας, ο κάθε ιππότης πρέπει να περάσει. Αυτός λοιπόν ο ήρωας με την δυνατή καρδιά γίνεται το πρότυπο του νεαρού αγωνιστή να τα βάλει με το θηρίο που είναι το κάθε κακό και να φέρει σε πέρας την αποστολή του.

Το τρίτο πρόσωπο είναι ο Διγενής.

Κατά τα τέλη του 19ου αι., με την ανακάλυψη των δημοτικών ακριτικών τραγουδιών και των χειρογράφων του έπους, η μορφή του Διγενή Ακρίτα άρχισε να ερμηνεύεται ως εθνικό σύμβολο: ο Νικόλαος Πολίτης θεωρούσε τον Διγενή σύμβολο της «μακραίωνος και αλήκτου πάλης του ελληνικού προς τον μουσουλμανικόν κόσμον». Το σύμβολο του Διγενή πέρασε και στη λογοτεχνία της εποχής, με πρωιμότερο παράδειγμα τα ποιήματα του Κωστή Παλαμά. Επίσης ο Άγγελος Σικελιανός χρησιμοποίησε το πρόσωπο του Διγενή στην τραγωδία του Χριστός Λυόμενος ή Ο θάνατος του Διγενή, στην οποία ο ήρωας παρουσιαζόταν ως επαναστάτης αλλά και προστάτης των αδικημένων.

Ο Διγενής συμβολίζει την διαχρονική γενναιότητα και ανδρεία των Ελλήνων που παλεύουν με τις αντιξοότητες και τους εχθρούς χωρίς ποτέ να ανέχονται την υποταγή. Η λαϊκή μούσα ξεχώρισε σε ανδρεία και αρετή το Διγενή Ακρίτα, του οποίου οι αγώνες συμβολίζουν τον αδιάκοπο αγώνα του ελληνισμού εναντίον όσων απείλησαν την ελευθερία του. Έτσι και ο μικρός αγωνιστής θέλει να μοιάσει στον Διγενή και να τα βάλει με όλους τους εχθρούς όπως θα κάνει στην συνέχεια κατά την διάρκεια της κατοχής.

 

Έπαιξες τη φωνή της ελπίδας εκεί που δεν υπήρχε φωνή.

 

Όταν όλα τα ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά κάποιοι τρελοί και παθιασμένοι νέοι με την ελευθερία της πατρίδας παίζουν κορώνα γράμματα την ζωή τους για να μην σβήσει η ελπίδα από τον λαό. Να δώσουν αισιοδοξία ότι ο εχθρός δεν είναι ανίκητος όπως του λέγανε, όπως μας λένε σήμερα και να δείξουν ότι ο μόνος δρόμος είναι η αντίσταση και η πάλη για έναν διαφορετικό κόσμο με ισότητα δικαιοσύνη και αλληλεγγύη όσο κι αν αυτό για να γίνει απαιτεί θυσίες και πολλές φορές και την ζωή των αγωνιστών. Γιατί όπως λέει και ο Οδυσσέας Ελύτης: Ένα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή,

για να γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολύ.

Θέλει νεκροί χιλιάδες, να ‘ναι στους τροχούς,

θέλει κι οι ζωντανοί να δίνουν το αίμα τους.

Οι νέοι με γνώρισμα την ελπίδα συμμετέχουν ενεργά και συνειδητά στο δίκαιο αγώνα των μεγάλων. Πολλές φορές οι πράξεις τους είναι ιδιαίτερα παράτολμες και φτάνουν μέχρι τα όρια της τρέλας. Αψηφούν το θάνατο, υποτιμούν, γελοιοποιούν και εξευτελίζουν τον αντίπαλο, είτε αυτός προέρχεται από την περίοδο της κατοχής ή του εμφυλίου πολέμου, όπως εδώ, είτε από την απριλιανή δικτατορία, είτε από οπουδήποτε αλλού.

Και συνεχίζει ο Βρεττάκος:

 

Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα είχε φύγει.
Ήταν καιρός! Δε βάσταξε η καρδιά σου περισσότερο!
Ν’ ακούς κάτω απ’ τη στέγη σου τ’ ανθρώπινα μπουμπουνητά της Ευρώπης!
Άναψες κάτω απ’ το σακκάκι σου το πρώτο κλεφτοφάναρο.
Καρδιά των καρδιών! Σκέφτηκες τον ήλιο και προχώρησες..

 

 

Η πλατεία ήταν έρημη. Η πατρίδα δεν υπήρχε γιατί ήταν κάτω από την μπότα του κατακτητή. Τότε συνειδητοποιείς ότι έφτασε η ώρα του Αγώνα. Άναψες το πρώτο σου κλεφτοφάναρο, ένα αμυδρό φως κάτω από το σακάκι.

 

Μια παραπλήσια εικόνα περιγράφει και ο Γιάννης Ρίτσος στις Γειτονιές του Κόσμου

 

(..)

Και τα παιδιά πέθαιναν στην πλατεία της Ομόνοιας

σφίγγοντας ένα άδειο κονσερβοκούτι κι οι μαυραγορίτες ταξίδευαν στις στέγες

των τραίνων κι οι Υπουργοί της κατοχής χόντραιναν

κι οι ποιητές μάζευαν αποτσίγαρα στη μέση του δρόμου, —

αχ, έπρεπε να ζήσουμε — δεν είταν βολετό ν’ αφήσουμε στη

μέση τ’  όνειρο μας και το τραγούδι μας

Κι όλη τη νύχτα το ντουφεκίδι και τα κλεφτοφάναρα κι ο μασκοφορεμένος στη συνοικία— «εσύ, κι εσύ, κι εσύ» —

 

Σκέφτηκες τον ήλιο (σχήμα οξύμωρο, αφού είναι βράδυ) και προχωράς. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να κάνουμε μια αναφορά στο σύμβολο του Ήλιου, από τα βασικότερα σύμβολα στην ποίηση του Βρεττάκου αλλά και πολλών άλλων ποιητών. ( Ο Σολωμός στους Ελεύθερους πολιορκημένους λέει:

 

«Στην κεφαλή σου κρέμεται ο ήλιος μαγεμένος.
Παλληκαρά και μορφονιέ, γεια σου, Καλέ, χαρά σου».
«Μ΄ όλο που τότ΄ ασάλευτος στο νου μ΄ ο νιος εστήθη
Κι΄ είχε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη».

(Ελεύθεροι Πολιορκημένοι – β΄ σχεδίασμα)

 

Ο Ήλιος για τον Βρεττάκο είναι σύμβολο θεότητας και σ’ αυτόν επιστρέφουν όλα. Στην ποίησή του, είναι το «λαμπρό ωκεάνιο μάτι», μιας ύπαρξης που δεν είναι ειδωλολατρική ούτε χριστιανική, μιας ύπαρξης που βρίσκεται σε μεγάλη απόσταση από τις παραδοσιακές αντιλήψεις, πιο χαρακτηριστική του κόσμου της φύσης, παρά του κόσμου του δόγματος. Ο Ήλιος είναι ζωοδότης, η κινητήρια δύναμη πίσω από κάθε δραστηριότητα. Οι αστρολόγοι αποκαλούν τον Ήλιο «Ατομικότητα» ή «Ταυτότητα». Αυτό σημαίνει ότι είναι η ουσία του Ανθρώπου και αντιπροσωπεύει το πνεύμα του, τη σύνδεσή του με την Πηγή του Φωτός με την αρχή του κόσμου. Εγώ ειμί το φως του κόσμου διαβάζουμε στον Ιωάννη Η, 12. Στην αρχή το φως λέει ο Ελύτης στο Άξιον εστί.

Ο ήλιος ως η κατεξοχήν φυσική πηγή του φωτός είναι, κατ’ αναγκαία συνέπεια, και η πηγή της ζωής˙ γι’ αυτό και μέσα στην παγκόσμια συμβολική παράδοση σημασιοδοτείται θετικά, συνδέεται με το αγαθό και αντιπαρατίθεται στο κακό. Ταυτόχρονα εμφανίζεται ασύμβατος προς το σκοτάδι και το θάνατο, που σημασιοδοτούνται αρνητικά, ως αναίρεση του φωτός και της ζωής.
Η αντίφαση λοιπόν έγκειται στο γεγονός ότι τόσο στην πρακτική όσο και στη νοητική εμπειρία, ο ήλιος, οι ιδιότητες και η λειτουργία του πάνω στη φύση και τον άνθρωπο εμφανίζονται ―και σημασιοδοτούνται― ως απόλυτα θετικές.

Στη νεοελληνική λαϊκή μυθολογία, όπως μας έμαθε ο αείμνηστος Νικόλαος Πολίτης, ο ήλιος έχει διπλές, αντιφατικές ιδιότητες. Απ’ τη μια είναι η πηγή της ζωής και της χαράς, δωρητής της ομορφιάς, της υγείας, της γονιμότητας, συμπαραστάτης, σύμβουλος κι ευεργέτης του ανθρώπου, από την άλλη εμφανίζεται ως γίγαντας αιμοβόρος, φονιάς, αδηφάγος και ανθρωποφάγος, ακριβώς όπως και αρχαίοι ηλιακοί θεοί και ήρωες. Ιδιαίτερα ο Απόλλωνας, θεός του φωτός, είναι ταυτόχρονα θεός ευεργετικός, ο θεός της ζωής, της χαράς, της υγείας, της Κοσμικής αρμονίας αλλά και θεός της καταστροφής και του θανάτου, οδηγός των μοιρών που κόβουν το νήμα της ζωής, θεός εξολοθρευτής.[8]

 

Ρίζα της ζωής, ατομικής και Κοσμικής, είναι ο εν αρχή Λόγος· που δεν σημαίνει καμιά ιστορική χρονικότητα αλλά τον πρωταρχικό κανόνα, το «αιώνιο τώρα», από το οποίο πηγάζουν παρελθόν, παρόν και μέλλον.

Πραγματώνοντας τον Εαυτό του το ανθρώπινο άτομο ενώνεται με τον εν αρχή Λόγο, σε μια σχέση πλήρους ταύτισης και αμοιβαιότητας. Το ανθρώπινο άτομο υπάρχει πλήρως μόνο αφού ενωθεί με τη θεία αρχή· χωρισμένο απ’ αυτήν είναι ανίκανο να δημιουργήσει.

Η αποκατάσταση του ακέραιου προσώπου στη θέση του ατόμου είναι το αίτημα που εκφράζει ο ποιητής.

 

Όπως γνωρίζουμε, βασικό δόγμα του ορφισμού υπήρξε η ενότητα, η αρμονία των πάντων, του ανθρώπου με τον εαυτό του, με τη Φύση, με το Θεό, με το Παν. Σ’ αυτό στοχεύει ο στοχασμός του Βρεττάκου όπως και ο δάσκαλός του ο Σικελιανός, ο οποίος στόχευε ακόμη στην «παγκόσμια αδελφοσύνη, στην παγκόσμια ενότητα» στόχους τους οποίους είχε και ο Βρεττάκος με το έργο του.

 

Ανέβηκες στο πεζοδρόμιο κ’ έπαιξες τον Άνθρωπο!

 

Το πεζοδρόμιο είναι το έξω είναι ο χώρος όπου κυκλοφορούν οι άνθρωποι, όπου αγωνίζονται οι άνθρωποι. Το τελευταίο παιχνίδι είναι το παιχνίδι του θανάτου για τον μικρό αγωνιστή, ο οποίος επιτελώντας το χρέος του απέναντι στην πατρίδα και στον εαυτό του ολοκληρώνεται και γίνεται Άνθρωπος. Ένας άνθρωπος ο οποίος με την αγωνιστικότητά του γίνεται ισότιμος με τον Θεό.

Άρα ο άνθρωπος επιτελεί το χρέος του ως άνθρωπος μόνο μέσα από τον αγώνα και την κοινωνική συμμετοχή για το καλό του συνόλου και όχι για τον εαυτό του. Αυτή η συμμετοχή που μπορεί να οδηγήσει μέχρι την θυσία του ατόμου αποτελεί συνάμα ανάγκη και λύτρωση. Η πάλη για ένα καλύτερο αύριο αποτελεί πηγή λύτρωσης και ψυχικής υγείας για το άτομο το οποίο βρίσκει το νόημα της ζωής στην συμμετοχή και στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία και κοινωνική δικαιοσύνη. Γι αυτό και ο θάνατος του μικρού αγωνιστή δεν είναι θάνατος αλλά δραματική και έντονη κατάφαση της ζωής.

 

Θα κλείσω με δύο μικρά αποσπάσματα από το ποίημα Το παιδί με τη φυσαρμόνικα το οποίο ανήκει στην συλλογή  Η παραμυθένια πολιτεία του 1947. Πιστεύω ότι είναι ένα από τα καλύτερα ποιήματα του Βρεττάκου και θα τολμούσα να πω και από τα ωραιότερα ποιήματα της αντιστασιακής μας ποίησης.

 

 

Θα βγω στον κάμπο να μαζέψω
τα πεσμένα φύλλα του ήλιου,
να πλάσω τις ακτίδες του -τούτο το καλοκαίρι-,
να πλάσω τις ακτίδες του σε φύλλα για να γράψω
τον ουρανό και το τραγούδι σου, Ελληνόπουλο!
Γιατί το χώμα δε με φτάνει! Δε με φτάνει το αίμα μου!
Γιατί τα δάκρυα μου δε φτάνουνε να πλάσω τον πηλό μου!

 

Τι να το κάνω το σπίτι μου; Έξω σε τραγουδάνε!
Έξω μιλούν για σένανε! Δε μου φτάνει η φωνή μου!
Θα τρέξω εκεί που σ’ άκουσα να λες «Όχι» στο θάνατο.
Θα τρέξω εκεί που πήγαινες σφυρίζοντας αντίθετα
στ’ αστροπελέκι, αντίθετα στη διαταγή
και στο γλυκό ψωμί της γης! Αντίθετα
στα γαλανά σου μάτια που ήταν για τον έρωτα!

 

 

 

 

 

 

 

 

To κείμενο αποτελεί εισήγηση στο συνέδριο που οργανώθηκε στην Βάλλια Κάλντα από 19 – 21 Ιουλίου 2013.

ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ: ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ -ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ – ΔΗΜΟΣ ΓΡΕΒΕΝΩΝ

ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΓΡΕΒΕΝΩΝ

ΜΕ ΘΕΜΑ

Ελεγείες – πολεμικά θούρια στην ελληνική ποίηση από τον 7ο αιώνα π. Χ. ως τις μέρες μας

 


[2] Θανάσης Γκότοβος, Το μυθικό και ιδεολογικό σύμπαν της ποίησης του Νικηφόρου Βρεττάκου. Φιλιππότης, Αθήνα 1989

[3] «Στο Νεοπλατωνικό σύστημα ο άνθρωπος θα μπορούσε άνετα να θεωρηθεί άναρχος και ατελεύτητος, διότι σ’ αυτό όλα τα όντα της ίδιας με το Ένα ουσίας, προέρχονται από αυτό και τελικά επιστρέφουν σ’ αυτό. Δεν πρόκειται όμως εκεί για προσωπική ύπαρξη, αλλά για την επ’ άπειρο επιβίωση της ιδέας του ανθρώπου ή της κοινής ουσίας της ανθρωπότητος». Παναγιώτης Χρήστου «Ο Άνθρωπος στο Άπειρο της Αϊδιότητος», περ. Εποπτεία 67, Αθήνα 1982.

[4] Ο δυόσμος και ο βασιλικός και τ’ άσπρο καρυοφύλλι,

τα τρία αυτά μαλώνανε το πιο μυρίζει κάλλιο,

πετιέται το τριαντάφυλλο το μοσχομυροδάτο:

Σωπάστε βρωμολούλουδα και σεις βρωμοβοτάνια.

Τι εγώ είμαι το τριαντάφυλλο, της άνοιξης στολίδι

που το χειμώνα κρύβομαι στης αγκαθιάς τη ρίζα,

το Μάη το μήνα φαίνομαι σε νιού γαμπρού κεφάλι,

σε παντρεμένης γόνατα, στου κοριτσιού τον κόρφο,

στης χήρας το προσκέφαλο, βραδιάζω ξημερώνω.

 

(Ν.Γ.Πολίτης: Δημοτικά Τραγούδια)

 

[5] Ερ. Καψωμένος, «Εισαγωγή στην κοσμολογία του Σικελιανού», Κώδικες και Σημασίες, Εκδόσεις Αρσενίδης, Αθήνα 1990.

Δες και το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού «Ο διθύραμβος του ρόδου».

Παραθέτω ένα απόσπασμα:

__________________

 

Το Ρόδο το εκατόφυλλο τους δίνω,

Το σύμμετρο εκατόφυλλο, όπου όλα

Τα φύλλα του ένα, και καθένα είν’ όλα,

Της μύησης το στεφάνωμα. Και κείνοι,

Με τη ζωή μεθούν τους λαούς κι ολοένα

Στρέφουν τη γνώση ενάντια τους, κι αφήνουν

Της αγίας συμμετρίας τ’ Ολύμπιο δώρο,

Το μυστικό εκατόφυλλο, να ρέψει

Πότε σ’ αυτό και πότε πάνω στ’ άλλο

Σκαλί της Μέθης κι ο καθένας στέκει

Σε κείνο το σκαλί και λέει: «Είν’ όλος

Ο Διόνυσος δικός μου» και θαρρώντας,

Στην κορυφή πως έφτασε, με λόγο,

Με πράξη ή τρόπο κλείνει και στους άλλους

Τους δρόμους τ’ άγιου ανήφορου, όπου λάμπει

Η αγνή ψυχή του απάνω κόσμου ακέρια,

Που η Λευτεριά είναι Γνώση, η Γνώση Αγάπη,

Και πια, απ’ τη Γνώση τούτη, δεν είν’ άλλη.

Το ρόδο το εκατόφυλλο το χρησιμοποιεί και ο Γιώργος Σεφέρης στο ποίημα «Θερινό Ηλιοστάσι»
ΙΔ΄
Τώρα,
με το λιωμένο μολύβι του κλήδονα
το λαμπύρισμα του καλοκαιρινού πελάγου,
η γύμνια ολόκληρης της ζωής∙
και το πέρασμα και το σταμάτημα και το πλάγιασμα
και το τίναγμα
τα χείλια το χαϊδεμένο δέρας,
όλα γυρεύουν να καούν.

Όπως το πεύκο καταμεσήμερα
κυριεμένο απ’ το ρετσίνι
βιάζεται να γεννήσει φλόγα
και δε βαστά πια την παιδωμή –

φώναξε τα παιδιά να μαζέψουν τη στάχτη
και να τη σπείρουν.
Ό,τι πέρασε πέρασε σωστά.

Κι εκείνα ακόμη που δεν πέρασαν
πρέπει να καούν
τούτο το μεσημέρι που καρφώθηκε ο ήλιος
στην καρδιά του εκατόφυλλου ρόδου.

[6] Ερ. Καψωμένος, Κοσμολογικές διαστάσεις της ποιητικής μυθολογίας, Πρακτικά διεθνούς συμποσίου για τον Νικηφόρο Βρεττάκο, Αθήνα 2004.

[7] Κίμων Φράιερ, Σύγχρονη ελληνική ποίηση, από τον Καβάφη στο Βρεττάκο, Αθήνα: Κέδρος, 1982.

[8] Ερ. Καψωμένος, Η αρχή της συνύπαρξης των αντιθέτων. Ένας αισθητικός και πολιτισμικός κώδικας στη νεοελληνική λογοτεχνία (από το 17ο στον 20όν αιώνα)

www.kapsomenos.blogspot.com

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here