Μικροδιηγήματα, μικροδιηγήσεις (του Θανάση Αγάθου)

0
582

 

του Θανάση Αγάθου  (*)

Η συλλογή διηγημάτων του Γιώργου Κανόνη Από τ’ αερικά και τη Φατμέ ως το ακροτελεύτιον αποτελείται από 30 σύντομα διηγήματα. «Μικροδιηγήματα, μικροδιηγήσεις», τα αποκαλεί ο ίδιος ο συγγραφέας στον άτυπο πρόλογό του. Και συμπληρώνει ότι μοιάζουν «σαν παραμύθια», που ο αναγνώστης είναι προτιμότερο να μην τα διαβάσει μόνος του, αλλά να ζητήσει από κάποιον άλλο να του τα διαβάσει, βάζοντας και έναν δίσκο στο πικάπ. Πρόκειται για πρόζες μικρής φόρμας, που αποτυπώνουν στιγμές της καθημερινότητας απλών, ταπεινών ανθρώπων και ενίοτε αναφέρονται σε ξωτικά, φαντάσματα και νεράιδες. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που επιθυμεί ο συγγραφέας είναι να δημιουργήσει την ατμόσφαιρα του παραμυθιού, ενός παραμυθιού που απευθύνεται πρωτίστως σε ενήλικες και έχει ως ήρωες ενήλικες. Προς αυτή την κατεύθυνση κινείται η επιλογή του να τοποθετήσει στην αρχή της συλλογής του τα διηγήματα «Αερικά» και «Φατμέ», που εισάγουν τον αναγνώστη σε ένα κλίμα παραμυθιού, και να περάσει κατόπιν σε ιστορίες με εντονότερο το ρεαλιστικό στοιχείο.

Οι χαρακτήρες του Κανόνη, είτε έχουν ονόματα όπως Μπαλένα, Καριδάδ, Χουάν Αγουστίν, είτε λέγονται Ανέστος, Μάγδα, Έλλη, Αρετή, Γιωργάκης, Θάκης, φέρουν, ως επί το πλείστον, τη σφραγίδα του Άλλου, του διαφορετικού, του ξένου, αυτού που αγωνίζεται να κατακτήσει τον δικό του χώρο, να αποκτήσει μια θέση στον ήλιο σε περιβάλλοντα συχνά εχθρικά, αδιάφορα, στενόμυαλα ή προκατειλημμένα.

Οι ανθρώπινες μορφές που παρελαύνουν από τις ιστορίες του Κανόνη κάνουν όνειρα και έχουν μεγαλεπήβολα σχέδια, αντιμετωπίζουν διαψεύσεις και ματαιώσεις, βλέπουν τη ζωή να κυλά και να χάνεται, επιδίδονται συχνά σε απολογισμούς ζωής, βιώνουν την πίκρα –και τη γλύκα– της καθημερινής ρουτίνας, ερωτεύονται τους λάθος ανθρώπους στις λάθος στιγμές, αναπολούν ή ξανασυναντούν παλιές αγάπες και παλιούς φίλους, νοσταλγούν την πατρίδα αλλά αδυνατούν να επιστρέψουν σε αυτήν, επισκέπτονται χαρτορίχτρες για να «δουν» το μέλλον τους, αναρωτιούνται πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα στη ζωή τους εάν είχαν κάνει ορισμένες άλλες επιλογές, προσπαθούν να αναβιώσουν ένα παρελθόν που φαντάζει πολύ μακρινό, φανατίζονται στα γήπεδα, γεμίζουν τις εκκλησίες τις Κυριακές για να παρακολουθήσουν τη λειτουργία, μετρούν τους παρόντες και τους απόντες στα πρωτοχρονιάτικα τραπέζια, προβληματίζονται αναφορικά με το «προσδόκιμον επιβιώσεως», παρίστανται σε κηδείες αγαπημένων προσώπων ως συγγενείς ή στενοί φίλοι, συγκεντρώνονται οικογενειακώς στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι, υπολογίζουν τον χρόνο που απομένει μέχρι το μεγάλο ταξίδι προς τον Παράδεισο ή την Κόλαση, με ενδιάμεσο σταθμό το Καθαρτήριο.

Η ανθρωποκεντρική διάσταση της πεζογραφίας του Κανόνη είναι φανερή και από τους τίτλους των διηγημάτων του. Πάνω από τους μισούς τίτλους φέρουν τα ονόματα των κεντρικών χαρακτήρων: «Φατμέ», «George, ο μετανάστης», «Αρετή», «Βίλμα, ένα κορίτσι καλοκαιριού», «Έλλη», «Η φίλη μου», «Καριδάδ», «Κυρία Φώφη», «Μαρία-Έλενα», «Μαριγώ», «Μπάρμπα Γιωργάκης  et al», «Τζέι Κέι», «Τζέρυ», «Φοίβος», «Ο κύριος Φώτης», «Θάκης, ένας χαρούμενος άνθρωπος».

Η χαμηλόφωνη διάθεση και ο εξομολογητικός τόνος χαρακτηρίζουν όλα τα κομμάτια της συλλογής. Ο Κανόνης δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη με αφηγηματικά εφέ ούτε να τραβήξει την προσοχή με κορυφώσεις της δράσης. Αντίθετα, επιδιώκει μια φαινομενικά επίπεδη αφήγηση, έναν «κουβεντιαστό» τόνο, που συνομιλεί με τον αναγνώστη, τον καθιστά κοινωνό στις σύντομες ιστορίες του και προσπαθεί να τον κάνει να τις πιστέψει. Πολύ συχνά βάζει τον πρωτοπρόσωπο αφηγητή του να διατείνεται ότι την ιστορία που θα αναδιηγηθεί την έχει ακούσει από κάποιο συγγενικό ή φιλικό του πρόσωπο, συνεπώς ο αναγνώστης θα πρέπει να της δώσει βάση, να τη θεωρήσει «αληθινή», αξιόπιστη («Την ιστορία που θα σας πω δεν την άκουσα από ξένους. Την άκουσα ο ίδιος από την προγιαγιά μου, την πίστεψα και αν θέλετε την πιστεύετε κι εσείς και τη λέτε και εσείς με τη σειρά σας», σ. 9 / «Όσα σας πω σήμερα για παράδεισο και κόλαση, τα άκουσα όλα από τη θεία μου τη Βάσω», σ. 20 / «Δεν φαντάζεσθε πόσο συχνά είχα ακούσει τη μάνα μου, τον πατέρα μου, τους μπαρμπάδες μου να λένε ιστορίες γύρω από τη συγκεκριμένη κοινωνικοϊστορική περίοδο», σ. 50).

Η μνήμη είναι πανταχού παρούσα στις μικροϊστορίες του Κανόνη, άλλοτε ως παρηγοριά και άλλοτε ως δίνη, ως ανεπούλωτο τραύμα, ως απωθημένο, ως ανελέητο πισωγύρισμα. Η μνήμη της παιδικής ηλικίας, η μνήμη της εφηβείας, η μνήμη της πρώτης νεότητας, επανέρχονται άλλοτε βασανιστικά, άλλοτε τρυφερά, στοιχειώνουν και νοηματοδοτούν το παρόν των χαρακτήρων, ενίοτε παίζοντας ύπουλα παιχνίδια και παρασύροντάς τους σε δρόμους αλλότριους. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του διηγήματος «Αρετή», όπου ο ήρωας φτάνει στο σημείο να αναρωτηθεί όχι μόνον εάν υπήρξε ο νεανικός του έρωτας –το κορίτσι που γνώρισε σε ένα πάρτυ–, αλλά και εάν υπήρξε το ξενοδοχείο όπου πέρασε τη μοναδική ερωτική βραδιά μαζί της (σ. 44)

Η συλλογή κλείνει με τον πιο ταιριαστό τρόπο, με το διήγημα «Ακροτελεύτιον». Ο αφηγητής εξομολογείται ότι αναφέρεται σε ιστορίες ανθρώπων, οι οποίοι με διάφορους τρόπους διαδραμάτισαν κάποιον ρόλο στην πορεία της ζωής του και που τώρα πια, στην πλειονότητά τους, έχουν αποδημήσει εις Κύριον. Οι πρόζες του λοιπόν είναι ένα είδος αποχαιρετισμού, ένας νοσταλγικός φόρος τιμής σε αυτούς που «έφυγαν κι έμειναν απολύτως νεκροί για πάντα» (σ. 150). Ωστόσο, η τελική παράγραφος αφήνει μια νότα αισιοδοξίας και φωτός: «Κλείνοντας, δεν μένει τίποτε άλλο παρά να πω σ’ όλους –ζωντανούς, νεκρούς, φίλους, εχθρούς, ανθρώπους κι αερικά– μέσα σ’ όποια φάση της εξέλιξης της διαδικασίας που λέμε ‘ζωή’ ή ‘επέκεινα’, au revoir, mes chéris. Και όταν πάλι συναντηθούμε, αντί λύπης αποχαιρετισμούς υπόσχομαι να σας γράψω ευτυχισμένα μηνύματα επανασύνδεσης, ξανασυνάντησης, γεμάτα αγάπη και χαρά» (σ. 152).

Info: Γιώργος Κανόνης, Από τ’ αερικά και τη Φατμέ ως το ακροτελεύτιον, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2019, σελ. 152.

(*) Ο Θανάσης Αγάθος είναι Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here