Καλοκαιρινό τζουκ μποξ (30+1 τραγούδια για το καλοκαίρι) – επιλέγει η Έφη Κατσουρού

0
1770
Spread the love

 

της Έφης Κατσουρού (*)

                                   Να μας πάρεις μακριά / να μας πας στα πέρα μέρη / φύσα θάλασσα                                      πλατιά / φύσα αγέρι φύσα αγέρι

                                                             (Θαλασσογραφία,Διονύσης Σαββόπουλος, 1969)

 

            Ας συμφωνήσουμε ότι για να συντονιστούμε με το ρυθμό του καλοκαιριού πρέπει έστω και προσχηματικά να υποκύψουμε στη λήθη κάθε ανάδρομου χειμώνα, να απαλλαγούμε από τα ρούχα τα περιττά μας, να «γδάρουμε» τα πρέπει, να αφεθούμε άφοβα σε ό,τι μας φέρει η θάλασσα, ακόμη και αν πρόκειται να επιστρέψουμε με εγκαύματα μικρά στη σάρκα και την ψυχής μας· γιατί το καλοκαίρι, όπως ο έρωτας, είναι πιο όμορφο όταν βιώνεται άνευ ορίων και όρων. Το είπαν καλύτερα από εμένα οι ποιητές, οι εραστές, κι οι στιχουργοί των καλοκαιρινών μας τραγουδιών. Τόσο καλά που οι στίχοι τους είναι δύσκολο να μη μπλεχτήκαν κάποτε στα λόγια και τα έργα μας τα θερινά. Σχεδόν ομοούσια στη συνείδησή μας με το τραγούδι του τζίτζικα, τον παφλασμό των κυμάτων, το βουητό των κλιματιστικών στο κέντρο της πόλης Δεκαπενταύγουστο φωνάζουν κ α λ ο κ α ί ρ ι. Άλλα ακούστηκαν δυνατά μέσα σε αυτοκίνητα που έτρεχαν με ανοιχτά παράθυρα ενώ τα μαλλιά μπλέκονταν στον άνεμο, άλλα από κασετοφωνάκια φορητά σε παραλίες πανσέληνες και άλλα στα καταστρώματα των πλοίων της επιστροφής με την μελαγχολία μιας ακρόασης μοναχικής από τα ακουστικά κάποιου walkman. Όλα τα μέσα αναπαραγωγής ήχου, που αναφέρω, παρμένα από την αρχειοθήκη της νοσταλγίας, σήμερα φαντάζουν γραφικά, όχι όμως και η συνθήκη που γέννησε τους στίχους. Όσο και αν άλλαξαν οι εποχές, οι έρωτες, τα καλοκαίρια μας, οι στίχοι τους τρέμουν στα χείλη μας όπως τα υγρά φιλιά μας. Ρίξτε το νόμισμα σε αυτά που σας συμφέρει…

Τα τραγούδια της «μεγάλης» φυγής

            Είναι αυτά που ψιθυρίζεις τις ώρες ανίας στη δουλειά ενώ ο νους σου τρέχει στο χρόνο για να πατήσει τον τόπο της απαγγελίας. Εκείνα που ακούς δυνατά καθώς πιέζεις με όλη την ύπαρξή σου την βαλίτσα για να κλείσει. Κι όσα σε φτάνουν ως το πλοίο/το τραίνο/το αεροπλάνο της φυγής, μόνο ή μαζί, σε όποια σύνθεση σου έγραψε ο χρόνος που παρήλθε.

 

  1. Κρουαζιέρα [Βαγγέλης Γερμανός, 1982]

Tο πλοίο θα σαλπάρει το βραδάκι

Πάρε το μετρό για Πειραιά

Μέσα στο γλυκό καλοκαιράκι

να πάμε κρουαζιέρα στα νησιά

 

Στο κύμα θ’ αρμενίζει το βαπόρι

τ’ αγέρι θα μάς παίρνει τα μαλλιά

Θα γίνουμε στον έρωτα μαστόροι

κι οι σκέψεις θα πετάξουν σαν πουλιά

 

Α, α, κρουαζιέρα θα σε πάω

A, α, γιατί σε νοιάζομαι και σ’ αγαπάω

A, α, Mύκονο και Σαντορίνη

A, α, σαν ερωτευμένοι πιγκουίνοι

 

Άσε τον παλιόκοσμο να σκούζει

σε πλαζ, εστιατόρια, πανσιόν

Εμείς με σλίπιγκ μπαγκ και με καρπούζι

θα κάνουμε το γύρο τον νησιών

 

Γυμνοί θα κολυμπάμε στ’ ακρογιάλια

Τον ήλιο θ’ αντικρίζουμε ανφάς

Θα σ’ έχω σαν κινέζικη βεντάλια

και στο γραφείο δε θα ξαναπάς

 

  1. Ένα καράβι [Βασίλης Παπακωνσταντίνου, στ./μουσ.: Αλέξανδρος Δήμας, 1993]

Ένα καράβι παλιό, σαπιοκάραβο

με κάτι ναύτες τρελούς πειρατές

σηκώνει άγκυρα άγριο χάραμα

υπάρχουν θέσεις, αν θέλεις, κενές

 

Όταν βραδιάζει, που λες, στο κατάστρωμα

χίλια φωτάκια θ’ ανάβουν μικρά

στη συντροφιά μας θα έρχεται ο άνεμος

να μας σφυρίζει τραγούδια παλιά

 

Άντε να λύσουμε, να ξεκινήσουμε

και τους βαρέθηκα, δεν τους μπορώ

να ξενυχτήσουμε και να μεθύσουμε

να τους ξεχάσουμε όλους εδώ

 

Ένα καράβι παλιό, σαπιοκάραβο

λύνει τους κάβους κι ανοίγει πανιά

αφήνει πίσω στραβά και παράλογα

σηκώνει άγκυρα για μακριά

 

Θα ξημερώνουμε πάνω στη θάλασσα

θα βγαίνει ο ήλιος να κάνει βουτιές

ο παπαγάλος θα λέει “τους ξεφύγαμε”

κι εμείς θα ψάχνουμε γι άλλες στεριές

 

  1. Η κρουαζιέρα του διαδρόμου (κουπαστή) [Κατιάνα Μπαλανίκα, στ.: Λίνα Νικολακοπούλου / μουσ.: Σταμάτης Κραουνάκης, 1992]

 

Τα μάτια κλείστε

γλυκά ακουμπήστε

στην κουπαστή.

 

Το σώμα αφήστε

φτερό στον άνεμο να ζαλιστεί

Είναι μια νύχτα

μια τρελή βραδιά

που λάμπουν τ’ άστρα

λάμπει κι η καρδιά

και κάπου απέναντι

είναι το νησί

που `χει κοράλλια

κι η αμμουδιά χρυσή

κι αυτό τ’ αγέρι πως

γλιστράει σαν χέλι πως

και φέρνει σήμερα

μια τέτοια χίμαιρα

ξανά στο φως.

 

Τα μάτια κλείστε

γλυκά ακουμπήστε στην

κουπαστή.

 

Το χρόνο αφήστε

καινούρια ψέματα

να φανταστεί

και τι μας νοιάζει πια

αφού η νύχτα πήρε τα κουπιά

τα μάτια κλείστε

και δώστε στ’ όνειρο,

τρελά φιλιά.

 

Οι καλοκαιρινοί μας ύμνοι

Είναι τα τραγούδια που φωνάζουν καλοκαίρι και ξορκίζουν το χειμώνα ακόμη και στο πρώιμο άκουσμά τους… οι στίχοι τους ανοίγουν ένα άλμπουμ θερινό εικόνων και αισθήσεων, τόσο ιδιωτικών και κοινόκτητων συνάμα, με όλη τη νοσταλγία του θέρους που πέρασε και όλη την προσμονή για εκείνο που ξεκινά. Γάργαρα γέλια, υπαινικτικά χαμόγελα, αινιγματικά μειδιάματα πίσω από τον τρόπο τον καλοκαιρινό μας που αλλάζει μέσα στις δεκαετίες. Οι στίχοι σαν ακαριαία χρονογραφήματα εδώ υφαίνουνε το χρονικό ενός τόπου που κρέμεται από το καλοκαίρι όπως το ώριμο τσαμπί από την κληματαριά του.

 

  1. Αγαπώ το καλοκαίρι [Πόπη Μαρέλλι-Γιαμαρέλου, στ./μουσ.: Μίμης Πλέσσας, 1965]

Το χειμώνα δεν τον θέλω,

θέλω ψάθινο καπέλο,

θέλω θάλασσα γαλάζια κι αμμουδιά.

Να ξαπλώνουμε όλοι χάμω,

πάνω στη ζεστή την άμμο

και να παίζουμε όλη μέρα σαν παιδιά.

 

Το χειμώνα δεν τον θέλω,

θέλω ψάθινο καπέλο,

θέλω θάλασσα γαλάζια κι αμμουδιά.

Τ’ αγαπώ το καλοκαίρι, το καλοκαιράκι

με την τόση ξεγνοιασιά.

Nα ‘ναι ντάλα μεσημέρι κι ένα βαποράκι

να μας στέκει στη δροσιά

 

Θα ‘θελα να ήταν μόνο

καλοκαίρι όλο το χρόνο

και ποτέ να μη φορέσω το παλτό.

Στο χειμώνα μίσος έχω

και το κρύο δεν αντέχω

παρά μόνο σαν χωνάκι παγωτό.

 

Το χειμώνα δεν τον θέλω,

θέλω ψάθινο καπέλο,

θέλω ντεκολτέ μεγάλο κι ανοιχτό.

Τ’ αγαπώ το καλοκαίρι, το καλοκαιράκι

με την τόση ξεγνοιασιά.

Nα ‘ναι ντάλα μεσημέρι κι ένα βαποράκι

να μας στέκει στη δροσιά

 

  1. Καλοκαίρι [Διονύσης Σαββόπουλος, 1989]

Καλοκαίρι

η γαλάζια προκυμαία θα σε φέρει

καλοκαίρι

καρεκλάκια, πετονιές μέσ’ το πανέρι

μες τη βόλτα αυτού του κόσμου που μας ξέρει

καλοκαίρι

πλάι στα μέγαρα, στις τέντες με τ’ αγέρι

καλοκαίρι

με χρυσούς ανεμιστήρες μεταφέρει

την βανίλια με το δίσκο του στο χέρι

την κοψιά μιας προτομής μέσ’ το παρτέρι

καλοκαίρι

μ’ ανοιχτό πουκαμισάκι στα ίδια μέρη

 

Καλοκαίρι

με μισόκλειστες τις γρίλιες μεσημέρι

καλοκαίρι

καθρεφτάκια και μια θάλασσα που τρέμει

στο ταβάνι και τους γύψους μεσημέρι

καλοκαίρι

με τον κούκο μέσ’ τα πεύκα και στ’ αμπέλι

καλοκαίρι

στόμα υγρό, μικροί λαγώνες, καλοκαίρι

με τη φέτα το καρπούζι στο ‘να χέρι

με φιλιά μισολιωμένα, καλοκαίρι

καλοκαίρι

λίγες φλούδες στης κουζίνας το μαχαίρι

 

Καλοκαίρι

του σκυμμένου θεριστή του τυφλοχέρη

καλοκαίρι

με βαριά μοτοσικλέτα μες τα σκέλη

τους φακούς του ανάβει μέρα μεσημέρι

καλοκαίρι

όλο πίσσα και κατράμι καλοκαίρι

καλοκαίρι

με τον ρόγχο του air condition μεσημέρι

φαλακροί μέσ’ τις σακούλες μας σαν γέροι

εκεινού με τ’ άσπρο κράνος που μας ξέρει

καλοκαίρι

μια οσμή νεκροθαλάμου, καλοκαίρι

 

Καλοκαίρι

στην αρχή σαν έγχρωμο έργο στην Ταγγέρη

αλλά εν τέλει

με του κάτω κόσμου το έγκαυμα στο χέρι

την λαχτάρα του στον κόσμο περιφέρει

καλοκαίρι

στον χαμό του οδηγημένο και το ξέρει

καλοκαίρι

τόσο ώριμο που πέφτοντας προσφέρει

μια πλημμύρα των καρπών, στάρι και μέλι

στον σπασμό του το απόλυτο το αστέρι

καλοκαίρι

μες τα κόκκινα της δύσης του ανατέλλει

 

  1. Ελεύθερος χρόνος [Βαγγέλης Γερμανός, 2000]

Ηλεκτροσόκ η πόλη βγάζει

μια μυρωδιά θανατερή

Δεν ξημερώνει, δε βραδιάζει

Σε τούτη τη χωματερή

 

Θάλασσά μου

Ετούτη η πόλη πλήξη και πόνος

Θάλασσά μου

Κι εσύ ο δικός μου ελεύθερος χρόνος

 

Είσαι το φάρμακο για όλα

το πιο γλυκό ναρκωτικό

Μια ξελογιάστρα, μια μαργιόλα

Γουστάρω να σε παντρευτώ

 

Θάλασσά μου

Ετούτη η πόλη πλήξη και πόνος

Θάλασσά μου

Κι εσύ ο δικός μου ελεύθερος χρόνος

 

Σε ψάχνω σαν παιδί χαμένο

σε θέλω ακόμα κι επειδή

κρατάς στα βάθη σου κρυμμένο

του έρωτά μας το κλειδί

 

Θάλασσά μου

Ετούτη η πόλη πλήξη και πόνος

Θάλασσά μου

Κι εσύ ο δικός μου ελεύθερος χρόνος

 

  1. Καλοκαιρινές παρτίδες [Γιάννης Γιοκαρίνης, στ.:Σαράντης Αλιβιζάτος / μουσ.: Γιάννης Γιοκαρίνης, 1991]

 

Είναι δικά μας τα νησιά δικιά μας κι η ευθύνη

να `χει ο Θεός στον ουρανό μέρες καλές να δίνει

στη Μύκονο στην Αμοργό Νάξο και Σαντορίνη.

 

Καλοκαιρινές παρτίδες πότε σ’ είδα πότε μ’ είδες

να χορεύουν στα μελτέμια τα θαλασσινά χαρέμια.

Καλοκαιρινά μπλουζάκια παιχνιδιάρικα ματάκια

ήλιος, θάλασσα, βαρκάδα, σλίπιν μπαγκ και φεγγαράδα.

 

Είναι δικά μας τα νησιά δικό μας το Αιγαίο

να ‘χει ο Θεός καλή ματιά και ήλιο να σου λέω

στην Πάρο χίλια σ’ αγαπώ στη Σίφνο χίλια φταίω.

 

Καλοκαιρινές παρτίδες πότε σ’ είδα πότε μ’ είδες

να χορεύουν στα μελτέμια τα θαλασσινά χαρέμια.

Καλοκαιρινά μπλουζάκια παιχνιδιάρικα ματάκια

ήλιος, θάλασσα, βαρκάδα, σλίπινγκ μπανγκ και φεγγαράδα.

 

  1. Καλοκαιράκι [Γιοβάννα/Αφροδίτη Μάνου, στ.: Ίκαρος / μουσ.: Σπήλιος Μεντής]

Καλοκαιράκι έχει η καρδιά

και η αγάπη μου καλοκαιράκι

φυσάει ο μπάτης στα όνειρά μου

και στους καημούς μου το μελτεμάκι

Καλοκαιράκι έχει η καρδιά

και η αγάπη μου καλοκαιράκι

 

Καλοκαιράκι, καλοκαιράκι

και στη καρδιά μου έχω μεράκι

 

Άσπρο πανάκι πάνω στο κύμα

φουσκών’ η ελπίδα μου και ταξιδεύει

καλοκαιράκι κράτα το βήμα

γιατί ο χειμώνας παραμονεύει

Άσπρο πανάκι πάνω στο κύμα

φουσκών’ η ελπίδα μου και ταξιδεύει

 

Καλοκαιράκι, καλοκαιράκι

και στη καρδιά μου έχω μεράκι

 

Χωρίς εσένα καλοκαιράκι

τώρα δε θα μου ‘να ερωτευμένη

δε θα ‘χα γράψει το τραγουδάκι

και θα ‘μουν μόνη και λυπημένη

Χωρίς εσένα καλοκαιράκι

τώρα δε θα μου `να ερωτευμένη

 

Καλοκαιράκι, καλοκαιράκι

και στη καρδιά μου έχω μεράκι

 

  1. Το καλοκαιράκι [Νίκος Πορτοκάλογλου/Φατμέ στ./μουσ.: Νίκος Πορτοκάλογλου, 1986]

Το καλοκαιράκι στην ακρογιαλιά,

μέσα στο νεράκι πλέουμε αγκαλιά.

Πέφτει το βραδάκι, πιάνει η δροσιά,

δώσ’ μου ένα φιλάκι και έλα πιο κοντά.

 

Εγώ κι εσύ, εσύ κι εγώ,

μόνοι πάνω στη γη.

Ωωω! μόνοι στη γη.

 

Ήταν η Αθήνα κόμπος στο λαιμό,

νέφος και ρουτίνα και άγχος τρομερό.

Δώσ’ μου ένα τσιγάρο, δώσ’ μου και φωτιά,

Θεέ μου θα σε πάρω στη καυτή την αμμουδιά.

[…]

Τηλέφωνο χτυπάει, βουλιάζει το νησί,

και τ’ όνειρο σκορπάει στου γραφείου τη βουή.

Πετάγομαι ιδρωμένος, δουλεύεις και γελάς,

σ’ ακούω σαν χαμένος το ρεφρέν να τραγουδάς.

[…]

 

  1. Καλοκαίρι [Locomondo στ.: Μάρκος Κόυμαρης / μουσ.: Locomondo, 2007]

Πιο καυτός από ποτέ, ο ήλιος καίει

Δώσε μου λίγη δροσιά, το σώμα λέει

Όλα είναι ζάλη, θα βουτήξω πάλι

Μήπως σβήσω του κορμιού την πυρκαγιά

 

Πιο καυτά από ποτέ τα φιλιά σου

Βγαίνεις έξω απ’ το νερό, τινάζεις τα μαλλιά σου

Είσαι οπτασία, οργιάζει η φαντασία

Και να θέλω δεν μπορώ ν’ αντισταθώ

 

Το καλοκαίρι

Ιδρωμένα σεντόνια το μεσημέρι

Το καλοκαίρι

Το μαυρισμένο σώμα σου με καλεί

Πες μου κάτι

Φιλιά από ήλιο και αλάτι

Το καλοκαίρι

Και συ το δώρο που μου `χει φέρει

 

Πιο καυτό από ποτέ το κορμί σου

Μου φωνάζει από παντού είμαι δική σου

Τα μάτια κλείνω, διψώ και πίνω

Του μαυρισμένου σου κορμιού τα μυστικά

 

Το καλοκαίρι

Ιδρωμένα σεντόνια το μεσημέρι

Το καλοκαίρι

Το μαυρισμένο σώμα σου με καλεί

Πες μου κάτι

Φιλιά από ήλιο και αλάτι

Το καλοκαίρι

Και συ το δώρο που μου ‘χει φέρει

 

Τι ‘ν’ αυτό που σε ομορφαίνει

Τι ‘ν’ αυτό που από μέσα σου βγαίνει

Τι ‘ν’ αυτό που όλο καινούρια μου μαθαίνει

Πες μου τι ‘ν’ αυτό που με ξετρελαίνει

Όταν βρεγμένη το μαγιό σου στ’ αμάξι φορούσες

Τα όμορφα σου πόδια στο παρμπρίζ ακουμπούσες

Γελούσες, απορούσες, ποτέ να μην με ξυπνούσες

Απ’ το όνειρο που ζούσα και που ζούσες

 

Το καλοκαίρι

Ιδρωμένα σεντόνια το μεσημέρι

Το καλοκαίρι

Το μαυρισμένο σώμα σου με καλεί

Πες μου κάτι

Φιλιά από ήλιο και αλάτι

Το καλοκαίρι

Και συ το δώρο που μου ‘χει φέρει

Το δώρο που μου ‘χει φέρει

Καλοκαίρι, καλοκαίρι, καλοκαίρι…

 

  1. Ένα μεγάλο φωτεινό καλοκαίρι [Μανώλης Φάμελλος, 2000]

Αυτός είναι ο ήλιος που ποθούσα να δω

ο έξω κόσμος βιαστικά μεγαλώνει

βιάζομαι να πετάξω και ‘γω

στον ουρανό σαν ασημένιο μπαλόνι

 

Ο ορίζοντας άνοιξε σαν αγκαλιά

και ‘γω θα τρέξω σ’ άγνωστα μέρη

 

Ένα μεγάλο φωτεινό καλοκαίρι

πηδά στο δρόμο απ’ των σπιτιών τις σκεπές

είναι παιδί και με τραβάει απ’ το χέρι

στο τέλος όλες οι υπόγειες στοές

βγάζουν σ’ ένα φωτεινό καλοκαίρι

 

Σ’ αυτήν την κατήφεια δε χωρούσα να ζω

στους άλλους να βρίζω τα δικά μου τα χάλια

η αλήθεια μου έγινε θηλιά στο λαιμό

και η αγάπη γύρω απ’ την καρδιά μου τανάλια

 

Ας σβήσει απ’ το στήθος μου αυτή η σκιά

όσα ο καιρός είναι να φέρει θα φέρει

 

Ένα μεγάλο φωτεινό καλοκαίρι…

 

Κι αν κάτι όλα μέσα μου τα βρίσκει λειψά

και κάθε γιορτή ένα σαχλό καρναβάλι

ας στριμωχτεί στη σκοτεινή του σπηλιά

να περιμένει το φθινόπωρο πάλι

 

Τώρα ο ορίζοντας άνοιξε σαν αγκαλιά

και ‘γω θα τρέξω σ’ άγνωστα μέρη

 

Ένα μεγάλο φωτεινό καλοκαίρι

πηδά στο δρόμο απ’ των σπιτιών τις σκεπές

είναι παιδί και με τραβάει απ’ το χέρι

κι οι σκόρπιες άκρες μου ενώνονται δες

 

  1. Το καλοκαίρι θα έρθει [Φοίβος Δεληβοριάς, 2007]

Το καλοκαίρι θα ‘ρθει και θα πάρει κι εσένα μαζί

Στην ομορφιά του θα γίνεις χαζούλα όπως ήσουν μικρή

Θα μας γυρίζεις την πλάτη σου ανοίγοντας το παρεό

Να σε κοιτάξει ο ήλιος – Να σε κοιτάξει ο ήλιος

 

Θα ‘σαι για λίγο το αίνιγμα που δε θα λύσει κανείς

Θα σε φυλάει από γύρω στρατός σπαστικοί συγγενείς

Θα μισανοίγεις τα πόδια σου και θα τα κλείνεις ξανά

Κάνοντας πως δεν ξέρεις Κάνοντας πως δεν ξέρεις

 

Κι ύστερα πάλι χειμώνας και χρήμα που μονολογεί

Κι ύστερα πάλι βραδιές με κινέζικο και κομεντί

Κι ύστερα πάλι μου λείπει η αγάπη, μου λείπει η αγάπη, μου λείπει η αγάπη

Και ύστερα πιο δυνατά η μουσική

Κι ύστερα πάλι μου λείπει η αγάπη, μου λείπει η αγάπη, μου λείπει η αγάπη

Και ύστερα πιο χαμηλά η μουσική

 

Το καλοκαίρι θα ‘ρθει και στη θάλασσα θα επιστραφείς

Μες το βυθό θα προσέχουν οι ιππόκαμποι να μη χαθείς

Κι όταν θα βγάζεις για λίγο σε μια σου βουτιά το μαγιό

Θα ‘σαι στον κόσμο η μόνη Θα ‘σαι στον κόσμο η μόνη

 

Θα ‘σαι για λίγο ο έρωτας που δε ζήσει κανείς

Θα ‘σαι το σώμα σου μόνο κι αυτό θα το ξέρουμε εμείς

Που μας γυρίζεις την πλάτη σου πάντα την ίδια στιγμή

Που βασιλεύει ο ήλιος Που βασιλεύει ο ήλιος

[…]

 

Τα ερωτικά (μπλεγμένα κάπου με τους ύμνους)

Γιατί οι θερινοί έρωτες είναι γλυκείς και αλμυροί, υγροί και καυτοί, έντονοι γιατί το ρολόι κάποτε θα χτυπήσει μεσάνυχτα και το πλοίο θα σφυρίξει την επιστροφή. Ξεκινούν σε ένα μπαρ που λέγεται «ναυάγιο», «κουρσάρος», «εν πλω» ή «πειρατής», «remezzo» και μοιάζουν με ποίηση-δεν πρέπει ποτέ να πλατειάσουν· στην πλειονότητά τους «διάττοντες» δεν θα πάψουν ποτέ να αποτελούν ένα από τα πιο αγαπημένα κλισέ της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου και των τραγουδιών.

 

  1. Πόσα καλοκαίρια [Δάκης, στ.: Λευτέρης Παπαδόπουλος / μουσ.: Μίμης Πλέσσας, 1968]

Πέρασες τόσες βροχές για να ‘ρθεις σε μενα

φέρνοντας χούφτες με φως να νιφτώ

Πέρασα τόσες ζωές για να βρω εσένα

μεσ’ τη ζεστή σου αγκαλιά να κρυφτώ.

 

Τόσα καλοκαίρια

μου `χαν φύγει από τα χέρια

τόσα καλοκαίρια που δε σ’ αγαπούσα

ρώταγα τι φταίει

για το στόμα μου που καίει

τώρα ξέρω πως τα χείλια σου ζητούσα.

 

Άπλωσες τα χέρια

και γυρνούν τα καλοκαίρια

και με φέρνουν να βρεθώ κοντά σου

σε θέλω, σε θέλω, σ’ αγαπώ

 

  1. Μια αγάπη για το καλοκαίρι [Καίτη Χωματά, στ.: Γιώργος Παπαστεφάνου / μουσ.: Γιάννης Σπανός, 1964]

Μια αγάπη για το καλοκαίρι

θα `μαι κι εγώ

να σου κρατώ δροσιά στο χέρι

να σε φιλώ.

Θα μ’ αγαπάς σαν καλοκαίρι

και σαν παιδί,

μα θα μου φύγεις με τ’ αγέρι

και τη βροχή.

 

Μια αγάπη για το καλοκαίρι

θα `μαι κι εγώ

να σου κρατώ δροσιά στο χέρι

να σε φιλώ.

Και σαν θα `ρθει το καλοκαίρι

και σε ζητώ

θα μείνει μόνο έν’ αστέρι

να το κοιτώ.

 

  1. Ένα πρωινό (Άναμπελ) [Μαρία Δημητριάδη, στ.: Γιώργος Παπαστεφάνου / μουσ.: Σταύρος Ξαρχάκος, 1968]

Ένα πρωινό η Παναγιά μου

θα ‘ρθει να με βρει στην ακρογιαλιά.

Πέλαγο κρυφό τα όνειρά μου

κι έστειλες εσύ βάρκα με πανί.

 

Πόσο σ’ αγαπώ κανείς δεν ξέρει

κι αν θα μ’ αγαπάς, μικρό μου ταίρι

καλοκαιρινό, σ’ αγαπώ.

 

Θα σταθείς ψηλά στο παραθύρι

πάνω στα μαλλιά άστρα του νοτιά.

Έχει η Παναγιά καραβοκύρη

να μας πάει μακριά, πέρα απ’ τη στεριά.

 

  1. Στη θάλασσα [Θεοδοσία Τσάτσου, στ./μουσ.: Γιώργος Μίχας, 2002]

Χρώματα άνοιξη βόλτα στον ήλιο

στη θάλασσα παρέα μ’ έναν φίλο

σε γνώρισα σε γνώρισα

Χάδια ανέμελα πάνω στην άμμο

ζωγράφισες ένα αεροπλάνο και

γέλασες γέλασες

 

Δε θυμάμαι αν στο είχα πει

μα σ’ αγαπούσα

πίσω απ’ το φεγγάρι είχα κρυφτεί

και σε κοιτούσα

Δε θυμάμαι αν στο είχα πει

μα κάθε βράδυ

τ’ άστρα πέφταν πάνω μου βροχή

μ’ ένα σου χάδι

 

Βούτηξα με μια κιθάρα

στο διάστημα τα πρώτα τσιγάρα

με φίλησες με φίλησες

καράβια ακυβέρνητα τα κορμιά μας

αντίδοτα στην ερημιά μας

αστρόπλοια αστρόπλοια

 

Δε θυμάμαι αν στο είχα πει

μα σ’ αγαπούσα

πίσω απ’ το φεγγάρι είχα κρυφτεί

και σε κοιτούσα

Δε θυμάμαι αν στο είχα πει

μα κάθε βράδυ

τ’ άστρα πέφταν πάνω μου βροχή

μ’ ένα σου χάδι

 

  1. Ένας ουρανός μ’ αστέρια [Γιάννης Βογιατζής, στ.: Θάνος Σοφός / μουσ.: Μίμης Πλέσσας, 1965]

Ένας ουρανός μ’ αστέρια

Είναι η αγάπη η δική μας

Που δεν έχει στη ζωή μας

Ούτε τέλος ούτε αρχή

 

Ένας ουρανός

Πάντα φωτεινός

Ένας ουρανός μ’ αστέρια

Πού έχει χίλια καλοκαίρια

Φυλαγμένα στην ψυχή

Πού έχει χίλια καλοκαίρια

Φυλαγμένα στην ψυχή

 

  1. Φωτιά στο λιμάνι [Ξύλινα σπαθιά, στ./μουσ.: Παύλος Παυλίδης, 1994]

Θα `μαι πάντα εγώ μες το όπλο σου σφαίρα

να σκοτώνεις αυτούς που σκοτώνουν τη μέρα.

Με τα μαύρα γυαλιά και το άσπρο φουστάνι

να κοιτάς μακριά τη φωτιά στο λιμάνι.

 

Ξέρω ένα παιδί που μου λέει πως σε ξέρει

ότι είχατε δει ένα τρελό καλοκαίρι

στο κομμάτι που λείπει απ’ το σπασμένο καθρέφτη,

στο λιμάνι φωτιά, τον ήλιο πάλι να πέφτει.

 

Κόκκινα σύννεφα στον ουρανό κι εσύ γελάς…

 

Γελάς καθώς το πλοίο πλησιάζει σαν θηρίο

και μου λες λοιπόν θυμήσου

μη πετάξεις τη ζωή σου στα σκυλιά.

 

Θα `μαι πάντα εγώ μες το όπλο σου σφαίρα

να χτυπάς το νερό, να χτυπάς τον αέρα,

να θυμάσαι ξανά όσα είχαμε κάνει,

τις φωτιές στα Ντεπώ, τη φωτιά στο λιμάνι.

 

Κόκκινα σύννεφα στον ουρανό κι εσύ γελάς…

 

Γελάς καθώς το πλοίο πλησιάζει σαν θηρίο

και μου λες λοιπόν θυμήσου

μη πετάξεις τη ζωή σου στα σκυλιά.

 

Γελάς γιατί σε θέλω, κατεβάζεις το καπέλο

και μου λες λοιπόν θυμήσου

σαν ταινία η ζωή σου να κυλά.

 

Ξέρω ένα παιδί που μου λέει πως σε ξέρει

ότι είχατε δει ένα τρελό καλοκαίρι

στο κομμάτι που λείπει απ’ το σπασμένο καθρέφτη,

στο λιμάνι φωτιά, τον ήλιο πάλι να πέφτει.

 

  1. Ατλαντίς [Ξύλινα σπαθιά, στ./μουσ.: Παύλος Παυλίδης, 1994]

Στο νησί τις γαλάζιες νύχτες

μες τα μπαρ αγκαλιά ξωτικά καθάρματα

Μου `χες πει πως θα `ρθείς και ήρθες

Ατλαντίς στο βυθό φωτισμένα άρματα.

 

Μπρος στα μάτια μου περνάνε,

φωσφορίζουνε και πάνε.

 

Στο νησί τις γαλάζιες νύχτες

μες τα μπαρ τα παιδιά σε κοιτάν ανύποπτα.

Με ρωτάν από πού να ήρθες,

δε θα πω ποτέ σε κανέναν τίποτα.

 

Μπρος στα μάτια μου περνάνε,

φωσφορίζουνε και πάνε.

 

Στις βιτρίνες που μου φέρνουν ζάλη,

στις οθόνες που χτυπάνε τα κομπιούτερ γράμματα

καθρεφτίζεσαι μπροστά μου πάλι

Ατλαντίς στο βυθό φωτισμένα άρματα.

 

Για τα νησιά

Κι αν έχεις πάει κι αν όχι δεν έχει σημασία.. τα τραγούδια που μιλούν για τα νησιά, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, μιλούν για μιαν Ιθάκη, πιο χαμηλή, πιο μεταχειρισμένη, κάπως φθηνή σε σχέση με εκείνη του Ποιητή, μα σίγουρα για μιαν Ιθάκη, που πατώντας τη νιώσαμε πως βρήκαμε τον προορισμό μας, τον τόπο που μπορούμε να ανασυντεθούμε από τα συντρίμμια του χειμώνα μας.

 

  1. Δειλά [Κώστας Λειβαδάς, 1999]

Δειλά βγήκε το φεγγάρι

στα νερά του ουρανού

αλμυρό μαργαριτάρι

αίμα του καλοκαιριού

 

Δειλά βγήκε, και σαν ήρθε

αεράκι στα μαλλιά

μες στη σύγχυση σε βρήκε

να φοράς τ’ ακουστικά

στην κουπαστή μπροστά

 

Και το καράβι

για τη Φολέγανδρο είχε σαλπάρει

και σ’ είχε πάρει μαζί σ’ είχε πάρει

κι εγώ δεν ήξερα πού να σταθώ

 

Τα φώτα ανάβει

το τελευταίο του Αυγούστου καράβι

πρώτη φορά που δεν το `χα προλάβει

αφού δεν τ’ άντεξες να σ’ αγαπώ

 

Δειλά χάζευες στο κύμα

να σου κλέβει τη σκιά

κι όπως έψαχνες το νήμα

μες τα τόσα μυστικά

δεν έβλεπες στεριά

 

Και το καράβι

για τη Φολέγανδρο είχε σαλπάρει

και σ’ είχε πάρει μαζί σ’ είχε πάρει

κι εγώ δεν ήξερα πού να σταθώ

 

Τα φώτα ανάβει

το τελευταίο του Αυγούστου καράβι

πρώτη φορά που δεν το `χα προλάβει

αφού δεν τ’ άντεξες να σ’ αγαπώ

 

  1. Στη Σαντορίνη [Βασίλης Καζούλης, 2009]

Έχασα χρόνο να γυρνώ σ’ άγνωστα μέρη

πέρασε πάλι γρήγορα το καλοκαίρι

 

Κι από τα τόσα δειλινά στη Σαντορίνη

όσα κι αν είδες τίποτα δεν έχει μείνει

 

Είναι ανάσα, είναι φωτιά, είναι αέρας

κι από τα λόγια της καρδιάς το φως της μέρας

 

Κι από τα τόσα δειλινά στη Σαντορίνη

όσα κι αν είδες τίποτα δεν έχει μείνει

 

Όπως τ’ αστέρι τ’ ουρανού λάμπει ακόμα

ξένο θα είναι το φιλί, ξένο το στρώμα

 

Κι από τα τόσα δειλινά στη Σαντορίνη

όσα κι αν είδες τίποτα δεν έχει μείνει

 

  1. Στην Αίγινα [Πέτρος Θεοτοκάτος, 1997]

Σ’ ένα παράθυρο κλειστό χωρίς ουρανό

Σ’ ένα υπόγειο φυλακή χωρίς φιλί

Σ’ ένα πουκάμισο αδειανό χωρίς κορμί

Κάποια βραδιά ονειρεύτηκα ν’ αλλάξω ζωή

 

Τα όνειρα είναι πουλιά είναι πουλιά χωρίς φτερά

Η πόλη αυτή μια δροσιά πως θα `θελα μια βόλτα

να `μαστε αγκαλιά στην Αίγινα

 

Σαν θύμα της πολιτικής χωρίς προοπτική

Σαν στρατιώτης με άδεια και δίχως δραχμή

Σαν αδιέξοδο που ζει ένα μικρό παιδί

Θα ονειρεύομαι και εγώ να αλλάξω ζωή

 

Τα όνειρα είναι πουλιά είναι πουλιά χωρίς φτερά

Η πόλη αυτή μια δροσιά πως θα `θελα μια βόλτα

να `μαστε αγκαλιά στην Αίγινα

 

Summer in the city

Εντάξει, όλοι έχουμε βρεθεί κάποιο καλοκαίρι, στη βράση του Αυγούστου, σε μια πόλη κενή που καίγεται μέσα στη μοναξιά της. Κι απελπιστήκαμε, και πέσαμε και τα τσιμέντα έκαιγαν και σηκωθήκαμε για ένα όνειρο, έναν άνθρωπο, ένα παραμύθι με άρωμα γιασεμιού. Ή απλά λατρέψαμε τον αντίλαλο του βηματισμού μας στην Πανεπιστημίου..

 

  1. Τα θερινά τα σινεμά [Λουκιανός Κηλαηδόνης, 1978]

Φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια

Ώρα με την ώρα βιαστικά

Νιάτα που περνούν

Που δε θα ξαναρθούν

Κι εκείνο που βλέπω

Να μένει τελικά

 

Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι

Μες τα θερινά τα σινεμά

Νύχτες που περνούν

Που δε θα ξαναρθούν

Μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά

 

Φεύγουν τα καλύτερα μας χρόνια

Κάποιος μας τα κλέβει μυστικά

Χρόνια που περνούν

Που δε θα ξαναρθούν

Κι εκείνο που βλέπω να μένει τελικά

 

Είναι κάτι νύχτες με φεγγάρι

Μες τα θερινά τα σινεμά

Νύχτες που περνούν

Που δε θα ξαναρθούν

Μ’ αγιόκλημα και γιασεμιά

 

  1. Λιωμένο παγωτό [Ξύλινα Σπαθιά, στ./μουσ. Παύλος Παυλίδης, 1994]

Κάποιος κοιτάει την ώρα

κάποιος στο δρόμο τρέχει

κάπου σε κάποια χώρα

τώρα μπορεί να βρέχει

 

Και μένα τι με νοιάζει

εδώ έχει πάντα ήλιο

μόνο που με τρομάζει

οπότε λέω θα φύγω

είχα πει θα φύγω, είχα πει

 

Κι όμως είμαι ακόμα εδώ

κι αυτό το καλοκαίρι

λιωμένο παγωτό κολλάει στο χέρι

 

Κάποιος κοιτάει την ώρα

κάποιος στον δρόμο τρέχει

είμαι ακόμα εδώ

 

Έχει αδειάσει η πόλη

γυρνάω στην παραλία

έχουνε φύγει όλοι

η ώρα πήγε μια

 

Και μένα τι με νοιάζει

εδώ έχει πάντα ήλιο

μόνο που με τρομάζει

οπότε λέω θα φύγω

είχα πει θα φύγω είχα πει

 

Κι όμως είμαι ακόμα εδώ

κι αυτό το καλοκαίρι

λιωμένο παγωτό κολλάει στο χέρι

 

Κάποιος κοιτάει την ώρα

κάποιος στο δρόμο τρέχει

είμαι ακόμα εδώ

 

  1. Αμόρε μίο [Αφροδίτη Μάνου, 1990]

Άνοιξε μωρό μου την κουρτίνα

Μην τα παίρνεις όλα σοβαρά

Είναι γάτα εφτάψυχη η Αθήνα

Θα τα καταφέρει μια χαρά

Είναι γάτα εφτάψυχη η Αθήνα

Θα τα καταφέρει μια χαρά

 

Αμόρε μίο

Εμείς οι δυο

Και το φεγγάρι

Μαργαριτάρι

Αμόρε μίο

Εμείς οι δυο

Σ’ αυτή την πόλη

Που ‘φυγαν όλοι

 

Δεν παθαίνει τίποτα η Ελλάδα

Δυόμισι χιλιάδες χρόνια ζει

Δώσε μου κι εμένα μια βδομάδα

Φτάνει μόνο να ‘μαστε μαζί

 

  1. Βουτάμε γυμνοί [Νίκος Πορτοκάλογλου, 2012]

Άλλη μια μέρα ίδια σκηνή

άλλη μια νύχτα σαν την χθεσινή

Άλλη μια ώρα αναμονή

όλα παγώσαν ώσπου να’ ρθεις εσύ

 

Στη παραλία να πάμε, στην αμμουδιά

να βρούμε αυτό που ζητάμε, μια νέα χαρά

Μα τι ειν’ αυτά που φοράμε;

Kαι από ποιαν εποχή;

Στη σκιά τα πετάμε

και βουτάμε γυμνοί…

Βουτάμε γυμνοί

 

Άλλη μια μέρα δίχως σκοπό

άλλη μια νύχτα το ίδιο ποτό

Ίδια εικόνα, ίδιο καρέ

και αναρωτιέμαι αν θα ‘ρθείς ποτέ

 

Στη παραλία να πάμε, στην αμμουδιά

να βρούμε αυτό που ζητάμε, μια νέα χαρά

Μα τι ειν’ αυτά που φοράμε;

Kαι από ποιαν εποχή;

Στη σκιά τα πετάμε

και βουτάμε γυμνοί…

Βουτάμε γυμνοί

 

Άλλη μια μέρα, άλλη μια νύχτα

άλλη μια ώρα χωρίς μουσική

Μα το έργο τελειώνει

που παίζουμε μόνοι

Κι η ώρα ζυγώνει για να’ ρθείς εσύ

 

Στη παραλία να πάμε, στην αμμουδιά

να βρούμε αυτό που ζητάμε, μια νέα χαρά

Μα τι ειν’ αυτά που φοράμε;

Kαι από ποιαν εποχή;

Στη σκιά τα πετάμε

και βουτάμε γυμνοί…

Βουτάμε γυμνοί.

 

  1. Ταξίδι στ’ όνειρο [Λαθρεπιβάτες, στ./μουσ. Γιάννης Νικολάου, 1990]

Κι αν δεν πήγαμε ταξίδια

κι αν μας έπνιξε η Αθήνα

κι αν το καλοκαίρι φεύγει

δεν πειράζει.

 

Τα ματάκια σου χαζεύω

και μαζί σου ταξιδεύω

το μικρό μας το δυάρι

κόσμος μοιάζει.

 

Ταξίδι στ’ όνειρο

ταξίδι στ’ άγνωστο

μαζί σου κι όπου βγει

και πάμε όπου πεις.

 

Ταξίδι…

 

Το μικρό μας κρεββατάκι

είναι πλοίο που σαλπάρει

η αγάπη κυβερνάει

και μας πάει.

 

Τα φιλιά σου διαβατήριο

του ονείρου εισιτήριο

κι αν Χειμώνας πλησιάζει

δεν με νοιάζει…

 

Ταξίδι στ’ όνειρο

ταξίδι στ’ άγνωστο

μαζί σου κι όπου βγει

και πάμε όπου πεις.

 

Ταξίδι…

 

Του Αυγούστου

-Χωρίς λόγια-

 

  1. Αύγουστος είναι [Παντελής Θαλασσινός, στ.: Ηλίας Κατσούλης / μουσ. Παντελής Θαλασσινός, 2006]

Αύγουστος είναι το τραγούδι του Νικόλα

και κάποια νύχτα στη ζωή που τα `χεις όλα

μια αγκαλιά και φορητό ραδιοφωνάκι

να παίζει Μάλαμα, Περίδη και Λιδάκη

 

Αύγουστος είναι και του Ρίτσου η σονάτα

αλλά μπορεί κι ένα χωνάκι σοκολάτα

του σεληνόφωτος αυτή η πανδαισία

να ξεγελιέσαι πως υπάρχει αθανασία…

 

Αύγουστος είναι ο ρεμβασμός του Σκιαθίτη

κι οι αναμνήσεις απ’ το φως του Πανορμίτη

φλόγα κεριού σε ταπεινό προσκυνητάρι

με το σπαθί του Αρχαγγέλου στο θηκάρι.

 

Αύγουστος είναι και το δεύτερο φεγγάρι

προτού προλάβει ο Σεπτέμβρης να το πάρει

πέντε έξι στίχοι που αγαπάς και τους θυμάσαι

είσαι κι εσύ που ξαγρυπνάς κι όταν κοιμάσαι

 

  1. Αύγουστος [Νίκος Παπαζογλου, 1984]

Μα γιατί το τραγούδι να `ναι λυπητερό

με μιας θαρρείς κι απ’ την καρδιά μου ξέκοψε

κι αυτή τη στιγμή που πλημμυρίζω χαρά

ανέβηκε ως τα χείλη μου και με `πνιξε

φυλάξου για το τέλος θα μου πεις

 

Σ’ αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω

κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος

λιώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ

ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος

κουράγιο θα περάσει θα μου πεις

 

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά

την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε

καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά

διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε

θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό

 

Σε ποιαν έκσταση απάνω σε χορό μαγικό

μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να γεννήθηκε

από ποιο μακρινό αστέρι είναι το φως

που μες τα δυο της μάτια πήγε κρύφτηκε

κι εγώ ο τυχερός που το `χει δει

 

Μες το βλέμμα της ένας τόσο δα ουρανός

αστράφτει συννεφιάζει αναδιπλώνεται

μα σαν πέφτει η νύχτα πλημμυρίζει με φως

φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται

και φέγγει από μέσα η φυλακή

 

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά

την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε

καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά

διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε

θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό

 

  1. Του Αυγούστου η φωτιά [Λαθρεπιβάτες, στ.: Οδυσσέας Εισαγγελέας / μουσ.: Γιάννης Νικολάου, 1991]

Σκαριά παλιά σακατεμένα

στα πέλαγα του χρόνου τ’ ανοιχτά

τα όνειρά μου σκουριασμένα

ρημάζουνε εδώ κάτω στα ρηχά

ρημάζουνε εδώ κάτω στα ρηχά

 

Κι ένα φεγγάρι στα βαθιά

ίδιο του Αυγούστου η φωτιά

με ταξιδεύει

Σ’ ότι έχει μείνει από τον παλιό

απ’ τον κρυφό μου ουρανό

και με παιδεύει…

και με παιδεύει…

 

Σκληρά ποτά κακό ξενύχτι

και τα χαρτιά μου μια πληγή

πιασμένος πάντα σε ένα δίχτυ

κι η νύχτα μου μια φυλακή

κι η νύχτα μου μια φυλακή

 

  1. Ο βασιλιάς του Αυγούστου [Locomondo, στ.: Μάρκος Κούμαρης / μουσ.: Γιάννης Βαρνάβας 2004]

Κοιτάζω πίσω,

πίσω δε θέλω να κοιτώ

Από τούτη την πόρτα απόψε θα βγω

Κοιτάζω πίσω,

γυρίζω τρεις φορές το κλειδί

Αντίο, αντίο χρυσό μου κλουβί

 

Είμ’ ο Βασιλιάς τ’ Αυγούστου

και κάνω την αρχή

Ότι αγαπάω αφήνω

και πάλι απ’ την αρχή

 

Είμ’ ο Βασιλιάς τ’ Αυγούστου

και κάνω την αρχή

Ότι αγαπάω αφήνω

και πάλι απ’ την αρχή

 

Θέλω να τρέξω,

θέλεις να τρέξουμε μαζί

Κάπου εκεί πίσω υπάρχει ζωή

Θέλω να τρέξω

πριν μετανιώσω, όπως όλοι αυτοί

Αντίο, αντίο χρυσό μου κλουβί

 

Είμ’ ο Βασιλιάς τ’ Αυγούστου

και κάνω την αρχή

Ότι αγαπάω αφήνω

και πάλι απ’ την αρχή

 

Είμ’ ο Βασιλιάς τ’ Αυγούστου

και κάνω την αρχή

Ότι αγαπάω αφήνω

και πάλι απ’ την αρχή

 

***

 

Καλές διακοπές, όπου και όπως και αν σας βρουν… βιβλία έχετε, τραγούδια έχετε, Ελλάδα ακόμη (όση σας αφήνουν οι τουρίστες) έχετε. Ο καθένας ας γίνει ο βασιλιάς του δικού του Αυγούστου…

Ραντεβού το Σεπτέμβρη με το τζουκ μποξ της επιστροφής!

 

(*) Η Έφη Κατσουρού είναι αρχιτέκτων, ποιήτρια

Προηγούμενο άρθροΠέθανε ο Μπομπ Ουίλσον
Επόμενο άρθροΜια ιστορία και μερικές παρατηρήσεις για το “Πεδίο ροής” της Νίνας Ράπη (της Αμαλίας Κοντογιάννη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ