«Γέρμα», Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Μαρία Πρωτόπαππα: μια γόνιμη συνάντηση (της Όλγας Σελλά)

0
227
Spread the love

της Όλγας Σελλά

Στην πρεμιέρα του έργου, στις 29 Δεκεμβρίου 1934 στο Teatro Espanol, ανάμεσα στους θεατές ήταν και ο νομπελίστας Ισπανός συγγραφέας Χαθίντο Μπεναβέντε. Είχε πάει για να συγχαρεί τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα για τη «Γέρμα», το ένα από το τρία τραγικά θεατρικά κείμενα της «ισπανικής υπαίθρου» (τα άλλα δύο ήταν ο «Ματωμένος Γάμος» και «Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα»). Και ήταν ακριβώς η εποχή που ο Λόρκα βρισκόταν «στον κολοφώνα της διάπλασής του».

Η «Γέρμα» έρχεται και πάλι στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης, σε σκηνοθεσία Μαρίας Πρωτόπαππα, η οποία υποδύεται και την ηρωίδα του Λόρκα. Το όνομα Γέρμα είναι το θηλυκό του επιθέτου yermo, που σημαίνει άγονη γη.

Στη σκηνή έχει στηθεί ένα αφαιρετικό αλλά απολύτως υπαινικτικό σκηνικό: ένα διπλό ξύλινο κρεβάτι, η ασορτί ντουλάπα που συμπλήρωνε την κρεβατοκάμαρα. Έπιπλα που έρχονταν από τα χρόνια του Μεσοπολέμου μέχρι και μετά τον πόλεμο. Σχέσεις που έρχονταν από εκείνα τα ήθη. Εκεί κοιμάται, μαζί και μακριά, το ζευγάρι: η Γέρμα (Μαρία Πρωτόπαππα) και ο άντρας της ο Χουάν (Σίμος Κακάλας). Σε άλλο σημείο της σκηνής ένα γραφείο κι ένας άνδρας: ο Λόρκα (Γιάννος Περλέγκας) που θα γίνει και Βίκτωρ, ο παιδικός φίλος της Γέρμας, που της γέννησε τον πόθο.

Ο γάμος του Χουάν με τη Γέρμα ήταν ένα γάμος προξενιού, ένας γάμος που δεν είχε έρωτα, πόθο και πάθος. Είχε μόνο υποχρέωση και καθήκον, κυρίως από την πλευρά του Χουάν. Δεν είχε συναίσθημα, δεν είχε παραμύθι, δεν είχε πόθο. Η Γέρμα πίστευε ότι ένα παιδί, που δεν ερχόταν, θα ομόρφαινε την άνοστη ζωή της, θα γέμιζε το κενό της. Αλλά το παιδί δεν ερχόταν.

Η Μαρία Πρωτόπαππα, με τη συμβολή του Γιάννου Περλέγκα στη δραματουργία, ανέδειξαν όσα ήθελε να θίξει ο Λόρκα σ’ αυτό το έργο κι όσα τον απασχολούσαν. Την εποχή του, το συγγραφικό του σύμπαν, τις ανησυχίες του (πολιτικές και προσωπικές), τα αδιέξοδά του, τις επιθυμίες του. Την περήφανη, δυναμική όσο και γήινη γυναίκα που δεν υπακούει στις κοινωνικές νόρμες της συντηρητικής ανδαλουσιανής  παράδοσης (να μένει κλεισμένη στο σπίτι για παράδειγμα), που περπατάει ξυπόλητη  «για να πατήσω το χώμα» (η σύνδεση με τη γη και τη φύση), που ακούει τις φωνές του σώματός της και χάνει το μυαλό της όταν ο Χουάν της αποκαλύπτει ότι δεν θέλει παιδιά.

Όλα αυτά εντάχθηκαν στην παράσταση λιτά και ευθύβολα, αναδεικνύοντας όλα τα ταμπού, όλες τις κοινωνικές επιταγές που καταδυνάστευαν τις ζωές των γυναικών κυρίως, αλλά και όλη την ποίηση του Λόρκα μ’ έναν τρόπο αέρινο και γήινο μαζί. «Να ‘ρθω στου κόρφου σου τ’ άσπρα βουνά» τραγουδούν. Και την ίδια στιγμή «ακούγεται», με τον τρόπο του θεάτρου και του παραμυθιού, τι ένιωθαν οι γυναίκες που έζησαν μια ζωή που δεν ήθελαν, που δεν έζησαν έναν έρωτα που ποθούσαν, που πέρασαν μια ζωή μισή, στέρφα από χαρές και ηδονές.  Και μέσα από τη Γέρμα, ο Λόρκα εκφράζει κι εκείνους τους άνδρες που εγκλωβίστηκαν σε κοινωνικά ταμπού, επιταγές και απαγορεύσεις, κι έζησαν μισή ζωή.

Ο Λόρκα «συναντιέται» με τη Γέρμα σ’ αυτή την παράσταση, κι αυτό ήταν ένα ευφυέστατο εύρημα της δραματουργίας. Είναι παρών στη διαδρομή της, «μπαίνει» στην κρεβατοκάμαρά της, τον παρακολουθούμε να την πλάθει, να μιλούν ταυτόχρονα αφού εκείνος της δίνει τις λέξεις που θα πει, να παρατηρεί την απελπισμένη αμφιθυμία της, το δυναμισμό της, το διπλό κρεβάτι της που ξεστρώνεται σιγά σιγά και τελικά διαλύεται, την έκρηξή της, την ακραία της πράξη.

Η Μαρία Πρωτόπαππα  σ’ αυτή της τη «συνάντηση» με τον Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, σ’ αυτή τη «Γέρμα», συνέδεσε το χθες με το σήμερα μ’ έναν τρόπο εξαιρετικά γόνιμο. Άγγιξε με ευαισθησία τον εγκλωβισμό και την καταπίεση, «άκουσε» την αύρα της γης, της ανδαλουσιανής παράδοσης και της ποίησης του Λόρκα και με τη συμβολή της Μαγδαληνής Αυγερινού (σκηνικά-κοστούμια), της Βαλεντίνας Ταμιωλάκη (φωτισμοί) και του Γιάννου Περλέγκα στη μουσική επιμέλεια, έδωσε μια σύγχρονη και μεστή παράσταση ενός κλασικού έργου, αφουγκραζόμενη εύστοχα όλες τις πτυχές του έργου του Λόρκα.

Η ίδια ως Γέρμα μετέδωσε την προσμονή που γίνεται αμηχανία, τις δονήσεις που την διαπερνούν, την αποφασιστικότητα που γίνεται απελπισία και επιθετικότητα.  Ο Γιάννος Περλέγκας ήταν ο ιδανικός Λόρκα, έγινε η «δεύτερη φωνή» και ο «υποβολέας» της Γέρμας μεταδίδοντας καίρια και τις στέρφες πλευρές του συγγραφέα. Ο Σίμος Κακάλας (που επωμίστηκε θαυμάσια και το παγανιστικό στοιχείο του έργου) ήταν ο απόμακρος, ψυχρός, μονοκόμματος χωρικός, που δεν αντιλαμβάνεται διόλου τι χρειάζεται η γυναίκα που έχει δίπλα του, τι χρειάζονται οι ανθρώπινες σχέσεις για ν’ ανθήσουν.  Δίπλα τους, η Ηλέκτρα Μπαρούτα και ο Νώντας Δαμόπουλος, έφεραν επάξια σε πέρας τους πολλαπλούς ρόλους που κλήθηκαν να ερμηνεύσουν. Όλοι μαζί ζωντάνεψαν με ευαισθησία και θεατρικότητα την ιστορία του Λόρκα.

 

* Στην Ελλάδα η «Γέρμα» παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1961 από το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, με την Άννα Συνοδινού στον ομώνυμο ρόλο. Στο Θέατρο Τέχνης παρουσιάστηκε πριν από τριάντα τρία χρόνια, τη σεζόν 1993-94, σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή, στη μνήμη του οποίου αφιερώνεται η παράσταση. Τη Γέρμα σ’ εκείνη την παράσταση είχε ερμηνεύσει η Ρένη Πιττακή.

Η ταυτότητα της παράστασης

Σκηνοθεσία-Απόδοση-Τελικό κείμενο παράστασης: Μαρία Πρωτόπαππα, Δραματουργική επεξεργασία: Γιάννος Περλέγκας, Μαρία Πρωτόπαππα, Μετάφραση από τα ισπανικά-Βοηθός σκηνοθέτριας: Ελένη Σπετσιώτη, Δημιουργική ομάδα ως προς την έρευνα: Γιάννος Περλέγκας, Μαρία Πρωτόπαππα, Ελένη Σπετσιώτη, Σκηνικά-Κοστούμια: Μαγδαληνή Αυγερινού, Κίνηση: Μαριέλα Νέστορα, Μουσική Επιμέλεια: Γιάννος Περλέγκας, Φωτισμοί: Βαλεντίνα Ταμιωλάκη, Βοηθός σκηνογράφου, ενδυματολόγου: Μυρτώ Σταματοπούλου, Φωτογραφίες promo παράστασης: Ρούλα Ρέβη, Μακιγιάζ φωτογράφησης: Σίσσυ Πετροπούλου, Concept-δημιουργία εικόνας- γραφιστικά: Γιάννης Σταματόπουλος, Επικοινωνία-Προβολή στα Μ.Μ.Ε.: Ανζελίκα Καψαμπέλη, Social media: Ανδρέας Λεύκιος Καψαμπέλης

Συμπαραγωγή Kart Productions-Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν

 

Παίζουν: Μαρία Πρωτόπαππα, Γιάννος Περλέγκας, Σίμος Κακάλας, Ηλέκτρα Μπαρούτα, Νώντας Δαμόπουλος.

Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν-Υπόγειο,( Πεσμαζόγλου 5)

 

Ημέρες και ώρες παραστάσεων:

Παρασκευή: 21.00

Σάββατο: 18.00 & 21.00

Κυριακή: έως 18/1 18.00 & 21.00 και από 25/1 μόνο 18.00

 

 

 

Προηγούμενο άρθροYayoi Kousama: έκθεση και ένα παιδικό βιβλίο (της Μαρίζας Ντεκάστρο)
Επόμενο άρθροCormac McCarthy. Αφτιασίδωτη σκιαγράφηση του σκότους της ανθρώπινης ψυχής (γράφει ο  Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ