Έρνστ Μπλοχ, Η δύναμη και η ελπίδα της ουτοπίας (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)

0
569

                                

 

 

του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

 

Τις πρώτες ημέρες της καραντίνας, τον περασμένο Μάρτιο, τελείωσα το όψιμο έργο του Ερνστ Μπλοχ Ο αθεϊσμός στον χριστιανισμό, το οποίο κυκλοφόρησε το 2019 σε εξαιρετική μετάφραση του Πέτρου Γιατζάκη από τις εκδόσεις Άρτος Ζωής. Έμεινα εντυπωσιασμένος, μέρες που ήταν, όχι τόσο από το επαναστατικό πνεύμα του γερμανού στοχαστή όσο από τη θερμότητα της πίστης του στη δύναμη της ουτοπίας. Οι μήνες κύλησαν και πριν από λίγο καιρό έγραψα στον Αναγνώστη για τον άνεμο ανανέωσης που φέρνει στον χώρο της κίνησης των ιδεών η τετραμηνιαία (έντυπη και όχι ηλεκτρονική) επιθεώρηση Άνθρωπος, η οποία εκδίδεται υπό τη διεύθυνση του Μιχάλη Πάγκαλου από τον Αρμό. Υπενθυμίζω ότι στο πρώτο τεύχος του το περιοδικό ήταν αφιερωμένο στη Σιμόν Βέιλ και στον Εμμανουήλ Λεβινάς. Τώρα, στο δεύτερο τεύχος του, που βγήκε πολύ πρόσφατα, ήρθε η σειρά ενός άλλου, συγγενικού θεολογικού διδύμου, του διδύμου της «θεολογίας της ελπίδας», όπως εκφράζεται από τον Ερνστ Μπλοχ και τον Γιούργκεν Μόλτμαν. Και θέλω, με όλη μου την ανεπάρκεια για ζητήματα της σύγχρονης θεολογίας, να γράψω δυο πράγματα, πρώτα για τον Αθεϊσμό στον χριστιανισμό, που είτε αμέλησα είτε δεν τόλμησα να σχολιάσω όταν ολοκλήρωσα το διάβασμά του, κι ύστερα για το αφιέρωμα του Ανθρώπου, όπου το ίδιο βιβλίο συζητιέται κατά προνομιακό τρόπο.

Εκείνο το οποίο βάζει πρωτίστως στο στόχαστρό του ο Μπλοχ με τον Αθεϊσμό στον χριστιανισμό είναι ο αρχέγονος Θεός της Παλαιάς Διαθήκης, ο Γιαχβέ. Σκληρός, άδικος, απλησίαστος και ανατριχιαστικά δεσποτικός, ο Γιαχβέ είναι σαν να προλαβαίνει την καρτερία του σταυρικού μαρτυρίου, όπως την υπερασπίστηκαν ο απόστολος Παύλος και ο μείζων θεολόγος του 20ου αιώνα Καρλ Μπαρτ: εκεί όπου ο Θεός έχει γυρίσει τα οπίσθιά του στον άνθρωπο σαν μονολιθικό τέρας που μπορεί να ζητήσει μόνο την υποταγή. Τι αντιτάσσει, όμως, σε έναν τέτοιο Θεό ο Μπλοχ; Μα, τον πρωτοκομμουνισμό της Βίβλου, τη θεοδικία του Ιώβ, που μάχεται όχι μόνο για την αυτονομία του ανθρώπου, αλλά και για τη θέωσή του. Ο Μπλοχ πιστεύει ακράδαντα σε αυτή την ένσαρκη θέωση, που τον βοηθάει να υπερβεί τη στενόκαρδη προοπτική της διαφωτιστικής παράδοσης, την απάρνηση της παρηγορίας του μύθου του Θεού, τον εγκλωβισμό στη θετικιστική αθεΐα. Αν, παρόλα αυτά, λέει ο Μπλοχ, εμπιστευτούμε την ένθεη, εσώτερη διάθεση της αθεΐας, αν ξεχάσουμε το σωστό-λάθος του Διαφωτισμού, τότε θα ανοίξει διάπλατα ο δρόμος για το επερχόμενο, εσχατολογικό μέλλον, όπου το «επάνω» θα αντικατασταθεί με το «εμπρός». Ιδού η μη γραμμική διαδρομή της ουτοπίας και η μεσσιανική της απόβλεψη, ιδού και το λυτρωτικό μέλλον, η νέα Ιερουσαλήμ, όπως την ευαγγελίστηκε ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός του Τόμας Μίνστερ, κατά τη διάρκεια του Πολέμου των Χωρικών στη Γερμανία των αρχών του 16ου αιώνα.

Επιστρέφω, για να φωτιστούν καλύτερα τα προηγούμενα, στο αφιέρωμα του Ανθρώπου, όπου όλοι οι συνεργάτες (Σάββας Μιχαήλ, Άγγελος Γουνόπουλος κα Γιώργος Κρανιδιώτης) μιλούν για το χιλιαστικό πολιτικό όραμα του Μπλοχ, αποτυπωμένο στην ιδέα της έλευσης μιας βασιλείας του Θεού χωρίς τον Θεό ή στη μεσσιανική εικόνα του υιού του ανθρώπου και όχι του υιού του Θεού – του αρνίου το οποίο υπόσχεται την απαλλαγή από όλους τους κοινωνικούς καταναγκασμούς του παρόντος. Πλην, μπορούμε να επενδύσουμε όντως στην ουτοπία του Μπλοχ και στην ουτοπία γενικότερα; Ο Μιχάλης Πάγκαλος αναλαμβάνει να μας οδηγήσει εν προκειμένω στον Μόλτμαν. Όπως σημειώνει ο τελευταίος, η υπερβατικότητα του Θεού, την οποία διαρρήδην αρνείται ο Μπλοχ, δείχνει την έξοδο από την ουτοπία διαμέσου του χριστιανισμού του Ευαγγελίου – επειδή ο Χριστός δεν αγάπησε μόνο τους δίκαιους και τους γενναίους, αλλά και τα καθάρματα και τις πόρνες, επειδή ο Χριστός θα νικήσει δια του Σταυρού και της αγάπης τον θάνατο, διώχνοντας μακριά κάθε φόβο και απελπισία. Η ενσάρκωση του Θεού και η θεολογία του Σταυρού –σε εντελώς άλλη συχνότητα από εκείνη του Μπαρτ- είναι η θεολογία της ελπίδας του Μόλτμαν.

Σκέφτομαι, κλείνοντας εκτός θεολογικού και χριστιανικού πλαισίου, πως αν πρέπει να μιλήσουμε για τον θάνατο και για την υπαρξιακή πλέον ελπίδα (ελπίδα δίχως το κοινωνικό της πρόσημο), το πεδίο παραμένει, για όσους δεν είναι θρησκευόμενοι, από παντού ανοιχτό – και σιωπηλό. Για να το πω με τους στίχους του Σεφέρη:

 

Κράτησα τη ζωή μου ψιθυριστά μέσα στην απέραντη σιωπή,

Δεν ξέρω πια να μιλήσω, μήτε να συλλογιστώ…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here