Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΑΙΔΙΚΑ Με οδηγό ─τι άλλο;─ τη φαντασία (της Δανάης Σουλιώτη)

Με οδηγό ─τι άλλο;─ τη φαντασία (της Δανάης Σουλιώτη)

0
38

της Δανάης Σουλιώτη (*)

Εφόσον ο τίτλος αποτελεί το βασικότερο στοιχείο της ταυτότητας ενός βιβλίου (Hoek, 1981), το «Κροκοδειλάκι» είπες; κερδίζει τις εντυπώσεις μονομιάς: διατυπωμένος ως ευθεία ερώτηση, ομιλών και πρωτότυπος, δημιουργεί εκ προοιμίου εγγύτητα προς τον αναγνώστη, εμπλέκοντάς τον από το εξώφυλλο σε έναν διάλογο δίχως ακόμη τα συμφραζόμενα. Πρόκειται για την τιτλοφόρηση του πιο πρόσφατου παιδικού βιβλίου της Ομότιμης Καθηγήτριας Παιδικής Λογοτεχνίας Τασούλας Τσιλιμένη, σε εικονογράφηση της Χρύσας Σπυρίδωνος (εκδ. Καστανιώτη, 2026). Εξίσου εύγλωττη είναι η εικόνα του εμπροσθόφυλλου, όπου ένα κροκοδειλάκι εκκολάπτεται από το αυγό και κοιτάζει τον θεατή με βλέμμα παιγνιώδες, προαναγγέλλοντας την έλευση του απροσδόκητου στην αφήγηση. Τίτλος και εικόνα, ως εκφάνσεις δύο συνεργούντων σημειωτικών τρόπων ─του γλωσσικού και του οπτικού─ που δρουν σε περικειμενικό επίπεδο, διαμορφώνουν a priori ένα κλίμα οικειότητας και εξάπτουν την περιέργεια για το περιεχόμενο του βιβλίου.

Τα όρια ανάμεσα στον μυθοπλαστικό κόσμο του βιβλίου και στην πραγματικότητα του αναγνώστη φαίνεται να αμβλύνονται στο εν λόγω εξώφυλλο, καθώς το κροκοδειλάκι ─ως λογοτεχνικός χαρακτήρας─ σπάει τον τέταρτο τοίχο, δηλαδή το νοητό όριο που στο θέατρο διαχωρίζει τον δραματικό κόσμο των ηρώων από τον πραγματικό κόσμο των θεατών. Όπως επισημαίνουν οι Kress & van Leeuwen, όταν ένα εικονιζόμενο πρόσωπο κοιτάζει τον θεατή, δημιουργείται μια σύνδεση μεταξύ τους, έστω σε φαντασιακό επίπεδο, αφού το βλέμμα του εικονιζόμενου ζητά ανταπόκριση (demand gaze), απευθυνόμενο σε ένα οπτικό «εσύ» (2006, pp. 122-123). Εν προκειμένω, το κροκοδειλάκι, με ένα πλατύ χαμόγελο, μοιάζει να προσκαλεί τους αποδέκτες να γίνουν συμμέτοχοι στο παιχνίδι της ανάγνωσης και συνένοχοι στις σκανταλιές. Μολονότι η όψη του είναι κροκοδείλια, οι εκφράσεις του προσώπου του και τα παιχνίδια που ξεπροβάλλουν από το αυγό παραπέμπουν σε χαρακτηριστικά και συνήθειες ενός μικρού παιδιού, προσδίδοντάς του στοιχεία υβριδικότητας.

Το υπό συζήτηση εικονοβιβλίο αφορμάται από γνώριμα βιώματα και συνυφαίνει τη φαντασία, την ανατροπή και το παιγνιώδες στοιχείο σε μια ευρηματική μυθοπλασία. Κατά παρόμοιο τρόπο με άλλα λογοτεχνικά είδη, η πραγματικότητα λειτουργεί ως υπόβαθρο που θα δεχτεί πάνω του «το κυρίως εποικοδόμημα του μύθου όσο και κάθε ευχάριστο πέταγμα της φαντασίας ή μικροπαιγνίδισμα της ζωής» (Πάνου, 1998, σ. 45). Άλλωστε, η λογοτεχνία έχει εγγενώς τη δυνατότητα να αποδίδει τα εγκόσμια όπως τα αντιλαμβανόμαστε στο όνειρο και στη φαντασία. Η αφήγηση αρχίζει in medias res, διεγείροντας εξαρχής το ενδιαφέρον του αναγνώστη: «Οι διακοπές τελείωσαν. Από τη μισάνοιχτη πόρτα η γιαγιά στέλνει ακόμα φιλιά στον Ορφέα και στη Στέλλα, κι ας έχει φτάσει πια το ασανσέρ στο ισόγειο». Έπειτα από το ξεπροβόδισμα των εγγονιών, η γιαγιά μαζεύει τα παιχνίδια τους, δίνοντας το έναυσμα για μια αναδρομική περιγραφή των στιγμών που απόλαυσαν μαζί. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ─προοικονομώντας την εξέλιξη της ιστορίας─ το αυγό που έβαλε ο Ορφέας σε ένα ποτήρι νερό: «Θα δεις, γιαγιά! Θα γίνει κάτι μαγικό! Αν μείνει αρκετές ώρες στο νερό, θα βγει ένα κροκοδειλάκι!». Με την επάνοδο στο αφηγηματικό παρόν, η πρόβλεψη του παιδιού επαληθεύεται και το κροκοδειλάκι εκκολάπτεται, πράγμα που γίνεται αντιληπτό από τη γιαγιά όταν βρίσκει αναστατωμένη την κουζίνα και τα απομεινάρια του αυγού στο πάτωμα. Ενόσω, μάλιστα, «ετοιμάζεται να τηλεφωνήσει στα παιδιά, ο απρόσμενος επισκέπτης παίρνει το πρωινό του μπάνιο». Έτσι απροσδόκητα ολοκληρώνεται η ιστορία, με ένα ανοιχτό τέλος που επεκτείνει τη λειτουργία της φαντασίας πέρα από τα όρια της αφήγησης, αφήνοντας στον αναγνώστη περιθώριο για ποικίλες εκδοχές της συνέχειας.

Αναμφίβολα, η εκκόλαψη του κροκόδειλου από το βυθισμένο σε ένα ποτήρι με νερό αυγό και η συνακόλουθη παρουσία του στους οικιακούς χώρους συνιστούν ένα ευφάνταστο αφηγηματικό εύρημα. Αφενός, αίρονται οι κοσμικοί περιορισμοί που διέπουν τον χώρο και τους όρους διαβίωσης των κροκόδειλων, ανατρέποντας την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων. Αφετέρου, το εν λόγω συγγραφικό τέχνασμα προσδίδει σασπένς και ενισχύει εν ταυτώ την παιγνιώδη διάθεση του αναγνώσματος. Καθώς η αφήγηση μεταβαίνει περίτεχνα από τον ρεαλισμό στη φαντασία, διαρρηγνύονται τα μεταξύ τους όρια∙ η μετατόπιση προς το ονειρικό και μαγικό στοιχείο εκκινεί από το παιχνίδι και γίνεται με όχημα ένα αυγό, το οποίο, άλλωστε, κατατάσσεται στην αρχέγονη μήτρα των συμβόλων, κυρίως ως απαρχή της ζωής. Κατά συνέπεια, το αυγό μπορεί να ιδωθεί ως αντικείμενο μετάβασης, υπό το πρίσμα ότι αποκτά διαβατήρια λειτουργία εισάγοντας το κροκοδειλάκι στο μυθοπλαστικό σύμπαν.

Βασικοί πυλώνες της λογοτεχνικής ιστορίας είναι η σχέση γιαγιάς και εγγονιών και η δύναμη της φαντασίας. Δίχως φιοριτούρες και γλυκερούς διαλόγους παρουσιάζεται μια θαυμαστή αλληλεπίδραση μεταξύ παιδικής και τρίτης ηλικίας∙ παιδιά και ενήλικοι αναγνώστες μπορούν να εντοπίσουν στιγμιότυπα από τη δική τους ζωή στις σελίδες του βιβλίου. Πέρα από το ότι η αφετηρία της λογοτεχνικής ιστορίας μοιάζει αρκετά οικεία και αληθοφανής, είναι και οι ρόλοι που αποπνέουν κάτι ζεστό και ανθρώπινο: η γιαγιά μεταδίδει τη γνώση και την εμπειρία ─όταν, φερ΄ ειπείν, τους μαθαίνει το κόλπο ώστε να αποφεύγουν τα τσιμπήματα των εντόμων─, ενώ τα εγγόνια μπολιάζουν τη σκέψη της με φαντασία. Εν τέλει, η αφηγηματικότητα της ανθρώπινης ζωής τροφοδοτεί τη μυθοπλαστική σύλληψη και δημιουργία.

Η φαντασία και η παιδικότητα δεν παρουσιάζονται ως αποκλειστικά προνόμια της παιδικής ηλικίας. Για την ακρίβεια, φαίνεται ότι η παιδική φαντασία γοητεύει τον κόσμο των ενηλίκων και του ορθού λόγου∙ εξ ου και η σταδιακή κάμψη της αρχικής ενήλικης δυσπιστίας, μιας και η γιαγιά εν τέλει ακολουθεί εκουσίως το μονοπάτι της φαντασίας, παρατείνοντας νοερά την παιδική παρουσία στον χώρο. Έκδηλη είναι η υιοθέτηση της παιδικής σκοπιάς στο υπό συζήτηση βιβλίο, δεδομένου ότι ο ενήλικος κόσμος προσαρμόζεται στους όρους της παιδικής φαντασίας. Συνεπώς, η μυθοπλαστική του σύλληψη εντάσσεται στη σύγχρονη τάση της παιδικής λογοτεχνίας προς αμφισβήτηση της ηλικιοκανονικότητας (aetonormativity, Nikolajeva, 2010), ήτοι της προνομιακής θέσης που δίδεται στην ενήλικη οπτική και αυθεντία εξαιτίας της ασύμμετρης ─από άποψη εξουσίας─ σχέσης ενηλίκων και παιδιών.

Το βιβλίο αντίκειται σε ηλικιακά στερεότυπα, καθώς η γιαγιά συναντιέται με την παιδική φαντασία και ανταποκρίνεται στο σκίρτημα και τη ζωογόνο δύναμή της, κόντρα σε κλισέ και αγκυλώσεις που συνδέονται με την ηλικία. Ασφαλώς, η στάση της αυτή εκπηγάζει από την όρεξη για ζωή, από τη διάθεση για παιχνίδι και ποιοτικό χρόνο με τα αγαπημένα της πρόσωπα, συνδυάζοντας μάλιστα και τη φροντίδα προς αυτά. Αντιστοίχως, η εικαστική της αποτύπωση κάθε άλλο παρά στερεοτυπική είναι, μιας και αποδίδεται με γκρίζα καρέ κώμη, ροδαλά μάγουλα, μεγάλα μπλε γυαλιά, κόκκινες παντόφλες και άνετα χρωματιστά ρούχα.

Ο τρόπος γραφής, η προσεκτική επιλογή εκφραστικών μέσων και η λιτή γλώσσα του βιβλίου μαρτυρούν βαθιά γνώση και σεβασμό των δυνατοτήτων και των αναγκών του παιδιού-αναγνώστη. Όσο για την ευχάριστη έκπληξη του τέλους, φαίνεται ικανή να επηρεάσει θετικά τη λειτουργία της ανάγνωσης. Πρώτον, επειδή αρχικά εμφανίζονται μόνο ίχνη της παρουσίας του κροκόδειλου, τα οποία κινητοποιούν την περιέργεια του αναγνώστη και τον ενθαρρύνουν να γυρίσει τη σελίδα για να μεταβεί στο τελευταίο δισέλιδο και να ανακαλύψει τι ακριβώς συμβαίνει. Δεύτερον, διότι, όντας στις τελευταίες σελίδες, προκύπτει αυθόρμητα η επιθυμία συνέχισης της ιστορίας, αφού μοιάζει να αρχίζει νοερά ένα νέο περιπετειώδες κεφάλαιο με πρωταγωνιστή τον νεότευκτο κροκόδειλο. Ένας αισιόδοξος τόνος διατρέχει το βιβλίο εν συνόλω, καθώς καλλιεργείται η ιδέα ότι με οδηγό τη φαντασία όλα μπορούν να συμβούν και το απίθανο να καταστεί δυνατό. Εξάλλου, μεγαλώνοντας με παραμύθια, τα παιδιά μαθαίνουν να ονειρεύονται δίχως όρια, να νιώθουν και να κατανοούν καλύτερα τον εαυτό τους και τον κόσμο που τα περιβάλλει.

Μια αίσθηση ψυχικής ανάτασης αναδύεται και από την αισθητική του βιβλίου, καθώς η εικονογράφος Χρύσα Σπυρίδωνος ενισχύει τη λεκτική αφήγηση μέσα από μια παιδικότροπη και εκφραστική εικονογράφηση που αλληλεπιδρά δημιουργικά με τις λέξεις. Οι καλαίσθητες εικόνες με τα ζωηρά χρώματα και τα κοντινά πλάνα αναδεικνύουν τη χαρά και την ανεμελιά της παιδικής ηλικίας, αλλά και την ένταξη της γιαγιάς στον παιδικό κόσμο. Μέσα από σχεδιαστικές νύξεις και λεπτομέρειες είτε παρουσιάζονται επιπλέον πτυχές της καθημερινότητας είτε εντείνονται ορισμένα σημεία της πλοκής. Επίσης, ενσωματώνονται στοιχεία διαφορετικής τεχνοτροπίας, όπως φωτογραφίες και αντικείμενα που αποδίδονται αφαιρετικά μέσω των περιγραμμάτων τους, εν είδει κολάζ. Δεδομένου ότι το φωτογραφικό υλικό αποτελεί οπτικό τεκμήριο της αληθινής ζωής, έχει σημαίνοντα ρόλο στην αφήγηση: οι φωτογραφίες μιας γάτας, ενός γλυκού, μιας γλάστρας, μιας μπανανόφλουδας λειτουργούν ως ρεαλιστικά ίχνη της καθημερινότητας και αλληλεπιδρούν με τον μύθο σε μια γόνιμη σύζευξη φανταστικού και πραγματικού κόσμου. Εν κατακλείδι, λέξεις και εικόνες διαρθρώνουν από κοινού το μυθοπλαστικό κόσμο του βιβλίου∙ η συνέργεια λεκτικού και οπτικού κειμένου αναπτύσσεται άρτια στο τετράγωνο σχήμα της έκδοσης, το οποίο, συν τοις άλλοις, διευκολύνει τον χειρισμό και το ξεφύλλισμα του βιβλίου από τους μικρότερης ηλικίας αναγνώστες.

Ιδιαίτερο αφηγηματικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το κάλεσμα προς τον αναγνώστη, το οποίο εκκινεί περικειμενικά από το εξώφυλλο και επανέρχεται κυκλικά λίγο πριν από το κλείσιμο της λογοτεχνικής ιστορίας. Ειδικότερα, στα δύο τελευταία δισέλιδα εισάγονται στοιχεία μεταμυθοπλασίας στην αφήγηση: μπροστά στο χάος που αίφνης αντικρίζει η γιαγιά στην κουζίνα, ο παντογνώστης ετεροδιηγητικός αφηγητής στρέφεται προς τους εννοούμενους αναγνώστες και τους ρωτά ευθέως: «Και ποιον νομίζετε ότι βρίσκει να την περιμένει εκεί;». Στο σημείο αυτό, ο αφηγητής αποκτά εμφατική παρουσία μέσα στο κείμενο, καθώς παρεμβαίνει ─κάνοντας έτσι εμφανή την πράξη της μυθοπλαστικής επινόησης─ και απευθύνεται άμεσα στο κοινό καλώντας το να εικάσει την εξέλιξη της πλοκής. Η συγγραφική αυτή τεχνική ανάγεται σε μεταμυθοπλαστικές στρατηγικές που περικλείουν την εμφατική παρέμβαση του αφηγητή και τη ρητή ανάδειξη της παρουσίας του αναγνώστη[1] (Waugh, 1984, pp. 21-22). Ως απόρροια της παρέμβασης του αφηγητή, η συμβατική ροή της αφήγησης αναστέλλεται προς ώρας και οι αναγνώστες μετατρέπονται από εξωτερικοί παρατηρητές σε συνομιλητές του αφηγητή. Κατ΄ επέκταση, αναδεικνύονται τόσο η παρουσία του αναγνώστη, όσο και η ίδια η ανάγνωση ως διαδικασία και ακολουθεί η συνειδητοποίηση της κατασκευασμένης φύσης της αφήγησης.

Το ερώτημα του αφηγητή λαμβάνει απάντηση στο τελευταίο σαλόνι∙ ωστόσο, αξιοπρόσεκτο είναι το σκόπιμο αφηγηματικό κενό πριν από τα δύο αυτά δισέλιδα: παραλείπεται η στιγμή της εκκόλαψης του κροκόδειλου, η οποία αποτυπώνεται στο εμπροσθόφυλλο. Επομένως, ο αναγνώστης καλείται να συνδέσει περικειμενικά και κειμενικά στοιχεία, ώστε να οργανώσει τις πληροφορίες του βιβλίου και να εξαγάγει ένα συνολικό νόημα. Κοντολογίς, το εμπροσθόφυλλο ενσωματώνεται στην πλοκή, πράγμα που φανερώνει την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο κείμενο και το περικείμενο διαμέσου τόσο της λεκτικής όσο και της οπτικής τροπικότητας. Οι ανωτέρω αφηγηματικές πρακτικές τροφοδοτούν τη δημιουργική φαντασία και ενεργοποιούν τον αναγνώστη, καθιστώντάς τον συνδημιουργό του νοήματος, αφού καλείται να κρίνει και να διατυπώσει υποθέσεις, να συμπληρώσει κενά και να λάβει ερμηνευτικές αποφάσεις.

Εν τέλει, πρόκειται για ένα σύγχρονο δείγμα ποιοτικής εικονογραφημένης αφήγησης, όπου η σύζευξη φαντασίας και πραγματικότητας, ως βασική παράμετρος στο στήσιμο της πλοκής, προσιδιάζει στον τρόπο σκέψης των αναγνωστών μικρής ηλικίας, βοηθώντας τους αφενός να νιώσουν πως αυτό που διαβάζουν τους εκφράζει, αφετέρου να αγαπήσουν το βιβλίο με τον μοναδικό υπαρκτό τρόπο: διαμέσου της αναγνωστικής απόλαυσης και της αίσθησης ότι η λογοτεχνία έχει τη δύναμη να αγγίξει το μέσα μας και να μας ανυψώσει. Διότι αυτή η επίδραση στον ψυχισμό του αναγνώστη αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για να διαβάζει κανείς ενδιαθέτως λογοτεχνικά βιβλία ─πόσω μάλλον ένα παιδί. Πρωτίστως, λοιπόν, το «Κροκοδειλάκι» είπες; αποσκοπεί στο τερπνόν της ανάγνωσης∙ στο να ψυχαγωγήσει και να συναρπάσει τον αναγνώστη διαμέσου της απόλαυσης που αντλεί από το λογοτέχνημα και ─ακριβώς για αυτό─ να τον παρωθήσει στην καλλιέργεια της βιβλιοφιλίας, θέτοντας τις βάσεις για μια διά βίου σχέση με το βιβλίο.

 

Βιβλιογραφικές πηγές

Hoek, L. H. (1981). La marque du titre: Dispositifs sémiotiques d’une pratique textuelle. Mouton. Retrieved on 18-8-2026 from  https://books.google.gr/books?id=hPd2AOGEVekC&pg=PA51&hl=fr&source=gbs_selected_pages&cad=1#v=onepage&q&f=false

Kress, G., & van Leeuwen, T. (2006). Reading Images: The Grammar of Visual Design (2nd ed.). Routledge.

Nikolajeva, M. (2010). Power, Voice and Subjectivity in Literature for Young Readers. Routledge.

Πάνου, Γ. (1998). … από το στόμα της παλιάς Remington... (3η έκδ.). Καστανιώτης.

Waugh, P. (1984). Metafiction: The Theory and Practice of Self-Conscious Fiction. Methuen.

 

*Η Δανάη Σουλιώτη είναι δασκάλα-φιλόλογος, διδάκτωρ παιδικής λογοτεχνίας ΑΠΘ.

 

 

Τασούλα Τσιλιμένη

 «Κροκοδειλάκι» είπες;

Εικ. Χρύσα Σπυρίδωνος

Καστανιώτηw, Μάρτιος 2026.

 

 

 

[1] Οι σχετικοί όροι που χρησιμοποιεί η Patricia Waugh είναι over-obtrusive, visibly inventing narrator και explicit dramatization of the reader (Waugh, 1984, pp. 21-22)

Προηγούμενο άρθροΔημήτρης Γραμματικογιάννης: Το fast fashion δημιουργεί ανάγκες ψεύτικες (συνέντευξη στην Φαίη Γκαϊνά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ