Πέμπτη, 21 Μαΐου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΑ Η Μουσική ως Χάρτης Μνήμης (Έφη Γεωργάκη)

Η Μουσική ως Χάρτης Μνήμης (Έφη Γεωργάκη)

0
12

γράφει η Έφη Γεωργάκη

Καθώς ολοκλήρωσα το βιβλίο της Μαρίας Μανωλοπούλου «Τη μέρα που πέθανε ο Bowie», ένιωσα την ανάγκη να μείνω στη σιωπή, αναλογιζόμενη τον ρόλο της μουσικής στη ζωή μας. Η ανάγκη γι’ αυτή τη διερεύνηση είχε υπάρξει και στο παρελθόν, όμως το βιβλίο αυτό φώτισε μια ακόμη διάσταση της μουσικής: όχι μόνο ως συνοδεία της ζωής, αλλά ως μηχανισμό οργάνωσης της μνήμης και νοηματοδότησης της εμπειρίας.

Η αφήγηση, μέσα από έναν τρυφερό και ταυτόχρονα σκληρό μύθο, αξιοποιεί ένα εξαιρετικό εύρημα: το μουσικό σύμπαν του David Bowie χαρτογραφεί τη ζωή των ηρώων και λειτουργεί ως συνεκτικό νήμα μιας ιστορίας που εκτείνεται σε πέντε δεκαετίες. Δεν πρόκειται απλώς για αισθητική επιλογή, αλλά για δομική αρχή. Ο χρόνος οργανώνεται μέσα από τραγούδια και ακροάσεις, αποκτώντας ρυθμό που υπερβαίνει τη γραμμικότητα και ακολουθεί τους απρόβλεπτους συνειρμούς του παρελθόντος.

Η επιλογή της συγγραφέως να τοποθετήσει τον παρόντα χρόνο γύρω από τον θάνατο του Bowie –μια στιγμή παγκόσμιας πολιτισμικής απώλειας– δρα καταλυτικά. Οι ήρωες αναστέλλουν τη ροή της ζωής τους και εισέρχονται σε έναν ενδιάμεσο χρόνο, όπου το παρελθόν επανέρχεται με ένταση. Το εύρημα αυτό ενισχύει τη δραματουργία, προσδίδοντας μια σχεδόν τελετουργική διάσταση στο έργο. Ακόμη κι αν δεν υπάρχει εξοικείωση με την προσωπικότητα και το έργο του Bowie, ενεργοποιείται μια προσωπική ανάκληση:  ο αναγνώστης καλείται να συνδέσει τη δική του ζωή με τη δική του «μουσική διαδρομή». Έτσι, το κείμενο υπερβαίνει το ίδιο το αντικείμενό του και γίνεται ένας καθρέφτης εμπειριών.

Με διαμορφωμένη πλέον συγγραφική ταυτότητα, η Μανωλοπούλου επιστρέφει στη νουβέλα μετουσιώνοντας τις βασικές της θεματικές. Γεφυρώνει τη σπουδή της πάνω στη γυναικεία ευαλωτότητα (Κοινή Θνητή, 2021) με την αναζήτηση της αυτοδιάθεσης απέναντι στα κοινωνικά προσωπεία (δοκίμιο για το ιψενικό Κουκλόσπιτο, 2024), συγκροτώντας τον χαρακτήρα της Άβας, μιας σοπράνο με διεθνή πορεία. Η ηρωίδα της, εκπατρισμένη από το ιδεατό ύψος της λυρικής σκηνής, καλείται να διαχειριστεί την πτώση της στο επίπεδο της «κοινής θνητής», διεκδικώντας πλέον την αυθεντική της υπόσταση. Εδώ, η απώλεια του πιο αγαπημένου προσώπου εγγράφεται ως το απόλυτο σημείο ρήξης: μια κρίση που κλονίζει την ψυχική της ισορροπία και παραλύει τη φωνή της, μετατρέποντας την τέχνη από καταφύγιο έκφρασης σε πεδίο αδυναμίας.

Αντίστοιχα, ο Φοίβος, ένας επίδοξος ροκ σταρ που γνώρισε τη φευγαλέα λάμψη της επιτυχίας, εκφράζει μια διαφορετική εκδοχή φθοράς: την εμπειρία της αποτυχίας και της σταδιακής αορατότητας σε έναν κόσμο που εξαντλεί γρήγορα τα είδωλά του. Η Άβα και ο Φοίβος κινούνται σε αντίθετες αλλά παράλληλες διαδρομές, αντανακλώντας δύο εκδοχές της απώλειας: της κορύφωσης που καταρρέει και της επιθυμίας που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Οι ήρωες αυτοί, φαινομενικά δυνατοί αλλά εύθραυστοι, διατηρούν σε όλη τη ροή του βιβλίου τη διακριτή τους υπόσταση, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η άρνηση της συγγραφέως να τους εξιδανικεύσει· αντίθετα, τους αφήνει εκτεθειμένους, αντιφατικούς και βαθιά ανθρώπινους.

Η συνάντηση των δύο ηρώων στην Ίμπιζα συνιστά κομβικό σημείο. Σ’ έναν χώρο που ευνοεί την ανωνυμία και την προσωρινότητα, οι δύο χαρακτήρες κατορθώνουν να υπάρξουν πέρα από τις ταυτότητές τους. Το κοινό τους οδοιπορικό στην Ευρώπη και στην Αμερική μετατρέπει τις πόλεις σε εσωτερικά τοπία, που αντανακλούν τις μετατοπίσεις τους· δεν πρόκειται απλώς για γεωγραφικές διαδρομές, αλλά για στάδια αυτογνωσίας.

Ο λόγος της Μανωλοπούλου είναι λιτός, με κοφτές ανάσες. Η πυκνότητά του δεν λειτουργεί περιοριστικά· αντίθετα, εντείνει τη συναισθηματική φόρτιση και αποδίδει την αποσπασματικότητα της εμπειρίας. Οι σύντομες σκηνές και οι χρονικές αναδρομές δημιουργούν μια ιστορία που μοιάζει να συναρμολογείται εκ των υστέρων, όπως ακριβώς και η μνήμη.

Το αποτύπωμα του έργου εντοπίζεται σ’ εκείνη τη βαθιά μοναξιά που αναμετράται διαρκώς με τη θνητότητα. Μέσα από μια αγάπη που άντεξε περισσότερο από τους ανθρώπους, η αφήγηση καταλήγει σε μια απώλεια που δεν συμβιβάζεται με το κενό, αλλά επιμένει να ζητά την ελευθερία ως τη μόνη δυνατή λύτρωση.


Μαρία Μανωλοπούλου, Τη μέρα που πέθανε ο Bowie, (Εκδόσεις 24γράμματα, 2026)

Προηγούμενο άρθροΜια ιστορία θάρρους και αλληλεγγύης σε καιρό πολέμου (της Γεωργίας Γαλανοπούλου)
Επόμενο άρθροΛογοτεχνικά Βραβεία Αναγνώστη 26: Μικρή Λίστα για το Βραβείο Καλλιτεχνικού Σχεδιασμού και Τυποτεχνίας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ