γράφει η Ρέα Γαλανάκη
Διάβασα το βιβλίο του Ρόντρικ Μπήτον «Γιώργος Σεφέρης, Περιμένοντας τον άγγελο, Βιογραφία», εκδ. Ωκεανίδα, το 2003 μόλις κυκλοφόρησε, και το ξαναδιάβασα μετά από είκοσι τρία χρόνια προκειμένου να μιλήσω για την επανέκδοσή του από τις εκδόσεις Πατάκη. Ο παλιός μου θαυμασμός για το έργο, έγινε τώρα ένα αίσθημα πιο βαθύ, πιο σύνθετο, πιο τεκμηριωμένο και πιο τρυφερό – ας μου συγχωρεθεί αυτή η τελευταία λέξη για τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη όχι μόνο επειδή τα ποιήματά του με στήριξαν στα δύσκολα χρόνια της νιότης μου επί δικτατορίας, αλλά κυρίως επειδή έχτισαν μέσα μου τη γνώση του τι σημαίνει λογοτεχνία με αξιώσεις, τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία. Η δική του ποίηση, όπως και δυο τριών ακόμη ποιητών και πεζογράφων, που τότε αγάπησα πολύ, με έχουν σημαδέψει. Και φυσικά δεν έχω λησμονήσει τη συγκλονιστική του Δήλωση εναντίον της δικτατορίας, εκείνη την ευεργεσία για όλους εμάς τότε.
Το βιβλίο του Μπήτον μπορεί να θεωρηθεί ως ένα έργο ζωής, αφού απασχόλησε τον συγγραφέα του επί σαράντα χρόνια, όπως ό ίδιος καταθέτει. Ελάχιστα έχουν αλλάξει στη σημερινή επανέκδοση της Βιογραφίας. Δηλαδή υπάρχει ένα καινούριο μικρό προλογικό σημείωμα με τις απαραίτητες διευκρινίσεις ή ορισμένες μικροαλλαγές, υπάρχει ένα διαφορετικό οπισθόφυλλο με κάποια σχόλια του Μπήτον είτε με κρίσεις για το έργο, ενώ στα λεγόμενα «αυτιά» του βιβλίου – εκτός από λίγες σημαντικές επίσης κρίσεις – υπάρχει ένα επικαιροποιημένο εργοβιογραφικό του ακάματου, κι εξαιρετικά διακεκριμένου μελετητή της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και Ιστορίας, του Μπήτον. Στη φωτογραφία του εξώφυλλου, που παραμένει η ίδια, έχει αναγραφεί η βράβευση του έργου με το Βραβείο Runciman. Το κείμενο, ωστόσο, της ίδιας της Βιογραφίας , όπως φροντίζει να μας πληροφορήσει ο Μπήτον στο προλογικό του σημείωμα, «…δεν συνιστά νέα έκδοση. Δεν θα ήταν κατορθωτό – ούτε ίσως επιθυμητό – να αναθεωρηθεί το κείμενο».
Τι είναι όμως, και με ποιο τρόπο είναι γραμμένη η Βιογραφία του Σεφέρη από τον Μπήτον; Στην παλιά εκτυπωμένη της μορφή είναι ένα κείμενο 600 σελίδων μεγάλου σχήματος, (520 σελίδων στη σημερινή επανέκδοση με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο), κι αυτό χωρίς τις συντομογραφίες, τις πηγές, τις σημειώσεις, τις ευχαριστίες, το ευρετήριο και μερικές φωτογραφίες στο τέλος του βιβλίου. Κι όμως, αυτό το μεγάλο βιβλίο διαβάζεται απνευστί σαν ένα συναρπαστικό κλασικό μυθιστόρημα, κάτι που οπωσδήποτε αποτελεί άθλο του συγγραφέα του. Λέω «κλασικό μυθιστόρημα» όχι μόνο επειδή μου αρέσει να τιμώ τα θεμέλια της λογοτεχνίας, αλλά και για τον επιπλέον λόγο ότι, ως επιστημονική βιογραφία, έχει συνταχθεί σε γραμμική χρονική σειρά, γεγονός που διευκολύνει πολύ την ανάγνωση και κρατά ολοζώντανο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Αν, για παράδειγμα, ήταν μια καθαρά λογοτεχνική ή προπαντός μια λογοτεχνίζουσα μυθιστορηματική βιογραφία, θα μπορούσε να είχε γραφτεί με εντελώς άλλη δομή και με άλλα είδη γραφής. Εδώ όμως πρόκειται για μια τόσο άψογα ζυγισμένη φιλολογική/ιστορική προσέγγιση του βίου του Σεφέρη, που υποτάσσει στην ανάγκη αντικειμενικότητας ακόμη και την αγάπη ή την εκτίμηση του βιογράφου για τον βιογραφούμενο – μολονότι ο επαρκής αναγνώστης ασφαλώς τις νιώθει να πάλλονται πίσω από τις ζυγισμένες λέξεις του βιβλίου.
Πρόσθετος λόγος που η Βιογραφία του Σεφέρη διαβάζεται απνευστί, είναι ότι τόσο η ζωή όσο και η εργασία του Σεφέρη συνδέθηκαν άμεσα με μια αλληλουχία σημαντικών ιστορικών γεγονότων, ώστε ο αναγνώστης, παρακολουθώντας με κάθε λεπτομέρεια τη ζωή του Σεφέρη, να παρακολουθεί ταυτόχρονα και την ιστορική εξέλιξη μεγάλου μέρους του εικοστού αιώνα.
Ως έμπειρος συγγραφέας, ο Μπήτον έχει φροντίσει να συνθέσει τον όγκο του υλικού του χωρίζοντάς τον σε μικρότερα και ιδιαιτέρως ευανάγνωστα τμήματα. Έτσι το βιβλίο χωρίζεται σε τρία μεγάλα μέρη, κάθε μέρος σε κεφάλαια, κάθε κεφάλαιο σε υποκεφάλαια. Προσωπικά βρίσκω πολύ ωραίο το ότι σχεδόν σε κάθε μικρό ή μεγάλο τμήμα αυτής της σχεδόν πρισματικής και ισορροπημένης σύνθεσης, ο Μπήτον δίνει τίτλους που κατά κανόνα αντλεί από ποιήματα ή από άλλα γραπτά του Σεφέρη – τίτλους όμως που, πάνω απ’ όλα, νοηματοδοτούν το περιεχόμενο ενός εκάστου τμήματος της Βιογραφίας. Ας μου επιτραπεί να πω ότι έτσι, ο οδηγός μας για να αναρριχηθούμε με σιγουριά στη «σκαλωσιά» της Βιογραφίας του Σεφέρη γίνονται κατά κανόνα, όχι όμως πάντα, οι ίδιες οι λέξεις και οι σκέψεις του Σεφέρη, κάτι που επίσης αποτελεί κατόρθωμα του βιογράφου του.
Από πού όμως άντλησε τις πληροφορίες του για τη σύνταξη αυτής της λεπτομερούς σεφερικής Βιογραφίας ο Μπήτον; Είναι αυτονόητο ότι τις άντλησε από πολλές και διαφορετικές πηγές. Κατ’ αρχάς από τα ίδια τα ποιήματα και από όλα τα άλλα, πάσης φύσεως γραπτά κείμενα του ίδιου του Σεφέρη που είχαν μέχρι τότε δημοσιευτεί (α΄ έκδοση της Βιογραφίας, θυμίζω, το 2003). Παράλληλα άντλησε πληροφορίες από έναν ευρύτατο αριθμό ποικίλων άλλων πηγών, από δημόσια και ιδιωτικά αρχεία, από σημαντικές βιβλιοθήκες. Ο εκτενής κατάλογος όλων αυτών συνοδεύει το κείμενο της Βιογραφίας. Ως αποτέλεσμα, έχουν ενοφθαλμιστεί στο βιβλίο ακόμη και μη δημοσιευμένες σημειώσεις του ίδιου του Γ.Σ., ή κάποιες πληροφορίες που δηλώνουν κάτι σχετικό με τη ζωή του. Παραδείγματος χάριν, οι άκοπες σελίδες της τελευταίας ποιητικής συλλογής του πατέρα του, του Στυλιανού Σεφεριάδη, με τον οποίο ο ποιητής είχε δια βίου κάκιστες σχέσεις – ποιητική συλλογή που την ανακάλυψε ο Μπήτον στη Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη του Ηρακλείου Κρήτης, όπου φιλοξενείται η Βιβλιοθήκη του Σεφέρη με τη φροντίδα του παλιού εφόρου της Νίκου Γιανναδάκη. Είναι λοιπόν φανερό ότι ο Μπήτον δεν εστιάζεται μόνο στα κάθε είδους γραπτά του Σεφέρη, αλλά ακόμη και σε κάποιες άλλες πληροφορίες που ο ποιητής, όντας ταυτόχρονα και διπλωμάτης, ναι μεν απέφυγε την ξεκάθαρη καταγραφή τους, φρόντισε όμως ηθελημένα να αφήσει κάπου ένα καθαρό δικό τους ίχνος για τους άξιους ιχνηλάτες.
Στο σημείο αυτό θα κάνω μια μικρή παρένθεση για να πω, όπως ακριβώς με προέτρεψε σε πρόσφατη συνάντησή μας ο Μπήτον, ότι στη Βικελαία υπάρχει ένα σημαντικό ντοκουμέντο για τον Σεφέρη, το οποίο ο βιογράφος του δεν το είδε εκεί, μα ούτε και γνώριζε την ύπαρξή του. Με δυο λόγια, επί δικτατορίας όντας πολιτικός κρατούμενος στις φυλακές Κορυδαλλού ο φοιτητής, και σύζυγός μου τότε, Νίκος Γιανναδάκης, που επίσης ήταν λάτρης του Σεφέρη, αφιέρωσε στον ποιητή ένα φύλο της παράνομης εφημερίδας των φυλακισμένων, η οποία ήταν ολόκληρη χειρόγραφη και αντιγραφόταν σε μερικά αντίγραφα, που κυκλοφορούσαν κρυφά μεταξύ τους. Τον βοήθησε άλλος ένας συγκρατούμενός του. Σε επισκεπτήριο μου στις φυλακές έμαθα ότι ένα αντίγραφο είχε σταλεί κρυφά στη Μαρώ Σεφέρη, κι εκείνη ευχαρίστησε στέλνοντας, κρυφά πάντα, στους πολιτικούς κρατούμενους ένα προσωπικό αντικείμενο του Σεφέρη, νομίζω ένα τσιμπούκι του. Κάποτε είχα δει κι εγώ, και είχα διαβάσει ένα τέτοιο αντίγραφο, που είχε τουλάχιστον τέσσερις σελίδες κανονικού σχήματος και ήταν γραμμένο με μικρά πυκνά γράμματα και με μπλε μπικ – όμως το σημαντικό είναι, όπως έμαθα πρόσφατα, ότι στη Βικελαία Βιβλιοθήκη σώζεται ένα και μοναδικό αντίγραφο εκείνης της αφιερωμένης στον Σεφέρη χειρόγραφης εφημερίδας των πολιτικών κρατουμένων.
Ο Μπήτον όμως κάνει και κάτι παραπάνω στη Βιογραφία του, εξακτινώνει δηλαδή την έρευνά του προς οποιαδήποτε άλλη πληροφορία έχει προέλθει από τρίτα πρόσωπα για τον Σεφέρη. Αυτοί οι λεγόμενοι εδώ «τρίτοι» άνθρωποι είναι πολλοί και ποικίλοι. Σημειώνω ότι ο καθένας τους λέει όσα έχει να πει μέσα από εντελώς διαφορετικά σκηνικά, αλλά και σε διαφορετικούς ιστορικούς χρόνους, περιγράφοντας όχι μόνο τον ίδιο τον Σεφέρη, αλλά και την ιδιαίτερη προσωπική σχέση που τον είχε συνδέσει μαζί του. Έτσι, οι λεγόμενοι «τρίτοι» καλύπτουν κάθε πτυχή της ζωής του Σεφέρη από την αρχή μέχρι το τέλος της. Είναι σωστό στη λογική του, και μου αρέσει το ότι η Βιογραφία ξεκινά ανιχνεύοντας αναλυτικά τις οικογενειακές ρίζες και τα πρόσωπα της οικογένειας που περιέβαλαν τη γέννηση (1900 στη Σμύρνη) και τα παιδικά χρόνια του Σεφέρη στη Σμύρνη και τη Σκάλα, για να κλείσει με τα διαφορετικά πλέον συγγενικά πρόσωπα, με την εξαίρεση μόνο της αδελφής του νομίζω, που βρέθηκαν γύρω του όταν πέθανε (1973 στην Αθήνα). Συγγενείς που άλλοτε ήταν θερμοί και υποστηρικτικοί, άλλοτε όμως απορριπτικοί για τον Σεφέρη. Και πάλι ένα παράδειγμα, οι εξ αίματος συγγενείς του Σεφέρη ποτέ δεν αποδέχτηκαν τον έρωτα και κυρίως τον γάμο του με την καλλονή της εποχής, την παντρεμένη Μαρίκα Λόντου, μητέρα δυο μικρών κοριτσιών. Ούτε καν η αγαπημένη του, αλλά και πανίσχυρη κοινωνικά αδερφή του, η Ιωάννα Τσάτσου.
Καθώς λοιπόν ο ποιητής ανδρώνεται, σπουδάζει στην Ελλάδα ή το εξωτερικό, και ξεκινά σιγά σιγά να εργάζεται, πολλά και διαφορετικά πρόσωπα από το περιβάλλον του έχουν ήδη από τότε, αλλά και εκ των υστέρων, διατυπώσει τη γνώμη τους με ποικίλους τρόπους. Ανάμεσά τους πρωταγωνιστούν μερικά από τα πρόσωπα, που βρίσκονταν τις παρέες διανοουμένων που σταδιακά διαμορφώνουν την προσωπικότητα του Σεφέρη – θ επανέλθω σ’ αυτά τα πρόσωπα. Ο Σεφέρης επίσης ερωτεύεται αρκετές φορές φορές πριν από τον μοναδικό του γάμο κι ελάχιστες κατά τη διάρκεια του πολύχρονου γάμου του, για τον οποίο δεν υπάρχει καμιά πληροφορία πλην της περίφημης εκείνης φράσης του Σεφέρη ότι «κουμπάρος μας ήταν ο Χίτλερ», εννοώντας βέβαια ότι πόλεμος προκάλεσε τον γάμο του με τη Μαρώ, προκειμένου αυτή, ως νόμιμη πλέον σύζυγός του, να έχει το δικαίωμα να τον ακολουθήσει κατά την αναχώρηση του συνόλου της ελληνικής κυβέρνησης και των βασιλέων στην Κρήτη και μετά στην Αίγυπτο. (Εν παρενθέσει σημειώνω ότι ο πατέρας του Σεφέρη υπήρξε ένθερμος και δραστήριος βενιζελικός, ενώ ο ίδιος, πολύ πιο προσεκτικός ως διπλωμάτης καριέρας, υπήρξε σταθερά βενιζελικός και δημοκράτης). Ο Μπήτον παραθέτει πολλές και αδιάσειστες πληροφορίες για όλες τις ερωτικές σχέσεις του Σεφέρη που έχει ανιχνεύσει, όπως και για την πολυετή συζυγική συμβίωσή του με την Μαρώ.
Όπως ήδη ανέφερα, ο Σεφέρης αναπτύσσει ισχυρές πνευματικές φιλίες με κύκλους Ελλήνων διανοουμένων που ζουν είτε στην Αθήνα είτε στο εξωτερικό. Το ίδιο συμβαίνει και με αγγλόφωνους ή γαλλόφωνους γνωστούς και σημαντικούς ποιητές, λογοτέχνες και μεταφραστές, φιλίες που αρκετές φορές γέννησαν μεταφράσεις ποιημάτων του σε άλλες γλώσσες, ή μεταφράσεις από τον ίδιο ξενόγλωσσων ποιητών στα ελληνικά. Προφανώς δεν αποφεύγονται στην πορεία οι διαφωνίες, ακόμη και η διάλυση ορισμένων τέτοιων πνευματικών σχέσεων. Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος που ο Μπήτον εντάσσει συστηματικά στη Βιογραφία οποιαδήποτε πληροφορία έδωσαν κατά καιρούς αυτά τα παραπάνω πρόσωπα για τον Σεφέρη, ώστε μεγάλο μέρος της Βιογραφίας να στηρίζεται και στον τρόπο με τον οποίο είδαν διαχρονικά τον Σεφέρη άλλοι πνευματικοί άνθρωποι, ή ομάδες διανοουμένων, που κατά καιρούς συνδέθηκαν στενά μαζί του. Προσθέτω ότι η Βιογραφία αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, και μια πλάγια ματιά προς την αγγλική και τη γαλλική λογοτεχνία των χρόνων που έζησε ο Σεφέρης.
Φυσικά μια άλλη, πολύ μεγάλη δεξαμενή πληροφοριών προέρχεται και από τον χώρο εργασίας του Γιώργου Σεφεριάδη, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, και με αυτό υπηρέτησε για δεκαετίες στο διπλωματικό σώμα από πολλές θέσεις και σε διάφορες χώρες ανάλογα με την ιστορική και την πολιτική συγκυρία κάθε περιόδου, για να τελειώσει την καριέρα του ως πρέσβης της Ελλάδας στην Μεγάλη Βρετανία. Θέσεις λιγότερο ή περισσότερο σημαντικές, που συχνά διαπλέκονται με την ιδιωτική του ζωή – και δεν εννοώ μόνο τη ζωή με την σύζυγό του Μαρώ ή τους πνευματικούς συνομιλητές του, αλλά και με ορισμένα προσωπικά του ζητήματα. Για παράδειγμα, όταν υπηρετούσε στην Άγκυρα έκανε ένα «ταξίδι-προσκύνημα» με σκοπό να αναζητήσει τα σπίτια που έχασε η οικογένειά του στη Σμύρνη και στην Σκάλα το 1922, τα οποία ο ίδιος δεν λησμόνησε ποτέ, ταξίδι που δεν έγινε μόνο μια φορά. Σημειώνω πως η οικογένειά του και ο ίδιος δεν έζησαν την καταστροφή της Ελληνικής Στρατιάς και την πυρπόληση της Σμύρνης επειδή είχαν ήδη μετακινηθεί στην Αθήνα.
Ο βιογράφος εντοπίζει επίσης, και παραθέτει – ως όφειλε – και ορισμένα πολύ αρνητικά σχόλια που διασώθηκαν για τον Σεφέρη, καθώς είναι γνωστό ότι η πολιτική έχει τον δικό της εμπαθή τρόπο να κρίνει όσους την υπηρετούν ανάλογα με τα εκάστοτε συμφέροντά της, και φυσικά κρίνει ανάλογα με την προσωπικότητα τόσο των κριτών όσο και των κρινομένων. Θυμίζω ότι ο Σεφέρης λόγω της δουλειάς του έζησε «από τα μέσα» σημαντικότατες ιστορικές περιόδους του εικοστού αιώνα, όπως η διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού ζητήματος, όπου μάλιστα βρέθηκε στο επίκεντρο της λήψης αποφάσεων. Αξίζει επιπλέον να προσεχτεί ότι ο Σεφέρης, που κρατούσε από την ηλικία των δέκα έξι χρόνων ημερολόγια και σημειώσεις, κράτησε αργότερα ένα ακόμη ημερολόγιο σχετικό με τη δουλειά του. Αυτά τα γραπτά τα ξαναδούλεψε σε ώριμη ηλικία – δεν θα περίμενε κανείς κάτι διαφορετικό από έναν τόσο προσεκτικό και ακριβολόγο ποιητή, όπως ο Σεφέρης, πολύ περισσότερο από έναν έμπειρο διπλωμάτη – φτάνει να πω ότι μόνο με τις δυο λέξεις «Προκόβουμε καταπληκτικά» σημείωσε ειρωνικά την 21η Απριλίου του 1967 την επιβολή της δικτατορίας στην Ελλάδα.
Με τον ίδιο συστηματικό και λεπτομερή τρόπο προσεγγίζει ο βιογράφος του και τις δυο άλλες μείζονες δημόσιες, ή μάλλον ιστορικές κι αυτές στιγμές του Σεφέρη : τη βράβευσή του με το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1963, και την πολύπλευρη στάση του εναντίον της δικτατορίας, ιδίως μέσα από τη γνωστότατη, αλλά καθόλου αβασάνιστη όπως αποδεικνύεται, Δήλωση του εναντίον του καθεστώτος το 1969. Και η μια και η άλλη, πολύ πιο γνωστές σε όλους μας, τιμούν με τον καλύτερο τρόπο τα τέλη της ζωής ενός όχι μόνο μείζονος, αλλά και πολυδιαβασμένου και ιδιαίτερα αγαπητού ποιητή της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας.
Γιώργος Σεφέρης, Περιμένντας τον άγγελο. Βιογραφία, Πατάκης
![]()





















