Σάββατο, 25 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ «Άμλετ (machine)», Σαίξπηρ, Χ. Μύλλερ, Σοφία Αντωνίου: μια ιστορία παλιά και τόσο...

«Άμλετ (machine)», Σαίξπηρ, Χ. Μύλλερ, Σοφία Αντωνίου: μια ιστορία παλιά και τόσο σύγχρονη (της Όλγας Σελλά)

0
32

 

της Όλγας Σελλά

Θέατρο μέσα στο θέατρο και κείμενο μέσα στο κείμενο. Έτσι θα μπορούσε να συστηθεί, με μια φράση, η παράσταση που σκηνοθετεί η ταλαντούχα Σοφία Αντωνίου στο θέατρο «Πορεία». Μια σκηνοθέτιδα που επιστρέφει συχνά στα κλασικά κείμενα και τα ξαναδιαβάζει δημιουργικά με τα μάτια και τις αγωνίες του σήμερα, δείχνοντάς μας ότι τα προβλήματα (ίσως και οι απαντήσεις) ήταν από τότε εκεί. Η Σοφία Αντωνίου κάνει πολιτικό θέατρο χωρίς να το διαλαλεί, και την ίδια στιγμή σκύβει με έγνοια πάνω από τα πάθη των ανθρώπων, τα πάθη τα δικά τους, τα προσωπικά, και τα πάθη τα κοινά, αυτά που υφίστανται και καλούνται να αντιμετωπίσουν.

Αυτή τη φορά μας καλεί να συναντήσουμε, στην ίδια παράσταση, τον Ουίλιαμ Σαίξπηρ και τον Χάινερ Μύλλερ. «Άμλετ (machine)» είναι ο τίτλος της παράστασής της, και κινείται μέσα στα κείμενα τόσο του σαιξπηρικού «Άμλετ» όσο και της «Μηχανής Άμλετ» του Χάινερ Μύλλερ, συνομιλώντας περισσότερο με το ύφος του Γερμανού δραματουργού επί σκηνής. Έχοντας για οδηγούς τη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά στον Σαίξπηρ και της Ελένης Βαροπούλου στον Μύλλερ, κάνει μια δημιουργική πρόσμειξη και διασκευή των δύο κειμένων, δίνοντας μια παλιά όσο και νέα ιστορία και κάνοντας μια διαδρομή σε πολλά είδη του θεάτρου.

Έτσι μια παρέα ηθοποιών ξεκινάει το ζέσταμα και το παιχνίδι, παραπέμποντας στα παλιά μπουλούκια, καλώντας τους θεατές να παρακολουθήσουν όσα θα αφηγηθούν. «Παίζουμε τραγωδία, κωμωδία, έργα ιστορικά, βουκολικά, ποιμενικά και κωμικά, ιστορικά κι αγροτικά, τραγικά και ιστορικά, με υπόθεση ή σε ελεύθερη ποίηση, πιστότατοι στο κείμενο και ασύδοτοι στους αυτοσχεδιασμούς». Έτσι συστήνονται. Κι αμέσως μετά ο ηθοποιός που θα υποδυθεί τον Άμλετ (Δημήτρης Καπουράνης) σαν να είναι και ο σκηνοθέτης και ο μέντορας, διδάσκει τους ηθοποιούς (μήπως και τους θεατές;): «Η τέχνη αντανακλά την αρετή, όχι τον ενάρετο, το πέσιμο, όχι τον πεσμένο. Το πάρα πολύ ή το πολύ λίγο θα κάνει ίσως τους αδιάφορους να γελάσουν, οι δίκαιοι όμως θα λυπηθούν».

Η ιστορία ξεκινάει από την εμφάνιση ενός φαντάσματος   που βλέπουν οι φύλακες της νυχτερινής βάρδιας (που μπορεί να είναι και του ίδιου του Άμλετ), καθώς θυμούνται μια παμπάλαια διένεξη κι ένα μίσος χωρίς τέλος, μεταξύ Δανίας και Νορβηγίας. Κι αμέσως μετά βρισκόμαστε στο παλάτι, λίγο μετά το θάνατο του πατέρα του Άμλετ, λίγο μετά το γάμο της μητέρας του, της Γερτρούδης, με τον θείο του, τον Κλαύδιο. «Τα ψητά του νεκρόδειπνου δεν πήγαν χαμένα. Τ’ αποτελείωσαν κρύα στο τραπέζι του γάμου», λέει χλευαστικά.  Ο καιροσκοπισμός, η ίντριγκα και ο κυνισμός περισσεύουν. Οι άνθρωποι αλλάζουν στρατόπεδα, προσκυνούν άλλους άρχοντες, υπακούουν σε άλλων διαταγές. Οι παλιές φιλίες δοκιμάζονται, κλονίζονται. Το ίδιο και οι έρωτες. Κι όλα αποτυπώνονται στους ήρωες: η εύθραυστη και ευαίσθητη Οφηλία, που πρέπει να υπακούει στις αποφάσεις άλλων, οι παραδόπιστοι και κόλακες Ρόζεγκραντζ και Γκίλντενστερν, η διαπλοκή, οι ψεύτικες διαδόσεις (fake news τα λέμε τώρα), η διαφθορά, η σκοπιμότητα.

Οι κυνικές νουθεσίες του Πολώνιου προς τον γιο του Λαέρτη δείχνουν τις χειριστικές και αδιαφανείς συμπεριφορές: «Να είσαι με όλους ανοιχτός. Αλλά να μην εμπιστεύεσαι όποιον είναι ανοιχτός. Μην μπαίνεις εύκολα σε τσακωμούς, κι όταν μπεις, εξόντωσε τον άλλον. Άκουγέ τους όλους, μίλα σε ελάχιστους. Να δείχνεις πλούσιος, αλλά με αδιαφορία…».

Και λίγο μετά η Σοφία Αντωνίου καλεί τους θεατές να γίνουν συμμέτοχοι του έργου και της παράστασης, συμμέτοχοι στο αβυσσαλέο παιχνίδι σπαραγμού, προδοσίας και εκδίκησης. Μας καλεί να διαβάζουμε τα λόγια του φαντάσματος (του Άμλετ; Του πατέρα του;), έτσι όπως προβάλλονται από τον προτζέκτορα στην τεράστια κουρτίνα που χωρίζει τη σκηνή σε δύο μέρη. Κι αυτά τα λόγια ακούστηκαν στην πλατεία πολλαπλασιασμένα, σαν βόμβος απειλής, σαν προσομοίωση εκδίκησης και μισαλλοδοξίας.

Την ιστορία συνεχίζει ο Χάινερ Μύλλερ. Και κάπου εκεί μπαίνει και το θέατρο (μέσα στο θέατρο) που κάνει πιο ανεκτά τα πάθη των ανθρώπων και τις πληγές του κόσμου. Και ο Άμλετ ζητά την περιποίηση των ηθοποιών «γιατί μονάχα αυτοί ξέρουν να αφαιρούν από τους καιρούς την ελάχιστη ουσία τους και να την εμφανίζουν».

Και η κλασική ερώτηση του Άμλετ («Να ζει κανείς; Να μη ζει;») έχει και συμπληρωματικά ερωτήματα, που ακουμπούν στην ανημπόρια και στην απογοήτευση, και οπωσδήποτε στη ματαιότητα και την απελπισία που κατέγραψε ο Χάινερ Μύλλερ στους δικούς του καιρούς: «Ποιος προτιμά να ζει ρημάζοντας μέσα στον χρόνο; Να τον αδικεί ο ισχυρός, να τον συντρίβει ο επηρμένος, να εκλιπαρεί τον αδιάφορο, ν’ ανέχεται την ύβρι της εξουσίας, τη νύστα του νόμου. Να νικά ο άξιος τον ανάξιο. Τι συμφέρει; Να πάσχεις, να αντέχεις, σωπαίνοντας τις πληγές από μια μοίρα που σε ταπεινώνει χωρίς κανένα έλεος; Ή να επαναστατείς; Να αντισταθείς στην ατέλειωτη παλίρροια των λυπημένων κόπων;».

Και η κουρτίνα που έκρυβε το πίσω μέρος της σκηνής ανοίγει και φανερώνεται ένα σκηνικό ερειπίων, καταστροφής, ζόφου, συντριβής. «Από δω και πέρα τίποτε δεν θα μας δίνει χαρά» διαβάζουμε στις προβαλλόμενες φράσεις.

Όλα σιγά σιγά αποκαλύπτονται και καταρρέουν, μέσα από συγκρούσεις και βία: οι σκοπιμότητες και οι προδοσίες, οι φιλίες και οι αγνοί έρωτες. Στο πρόσωπο της εύθραυστης και ευαίσθητης Οφηλίας, που πνίγηκε στο ποτάμι, καθρεφτίζονται όλες οι γυναίκες που γελάστηκαν, απορρίφθηκαν, κακοποιήθηκαν, παραιτήθηκαν, πόνεσαν, μαράθηκαν. Μέσα στο περιβάλλον της τελευταίας κατοικίας της, ο Άμλετ αναρωτιέται για όσους δεν υπάρχουν πια: «Αυτό το άδειο κόκκαλο θα είχε κάποτε μέσα του μια γλώσσα κι η γλώσσα κάποτε κι αυτή θα τραγουδούσε», λέει, παρατηρώντας ένα ανθρώπινο κρανίο. Ο Άμλετ είναι παντού σ’ αυτή την ιστορία που είναι πολλές ιστορίες. Είναι το παρελθόν και το παρόν. Κι αναρωτιέται για το μέλλον. Με αγωνία, με απογοήτευση, με ελπίδα.

Αυτή την ιστορία των ανθρώπων, την ιστορία των πολέμων, των χαμών, του θανάτου και του πένθους, όπως την αφηγούνται οι δύο συγγραφείς, η Σοφία Αντωνίου την αφηγήθηκε στη σκηνή με τον τρόπο του θεάτρου. Με φαντασία και συμβολισμούς. Με ένα εντυπωσιακό και εύγλωττο σκηνικό. Με μάσκες, με ξίφη, με ροδοπέταλα. Με στέμματα και ερείπια. Με κούφια βασιλικά φορέματα και κουρέλια (η Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη φρόντισε επιμελώς και εμπνευσμένα και για το σκηνικό και για τα κοστούμια).

Είχε στη διάθεσή της έναν θίασο πολυπολιτισμικό, δηλώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο ότι αυτή η ιστορία αφορά όλες τις φυλές του κόσμου. Έκανε μια επιλογή ηχηρής συμπερίληψης στο ρόλο της Οφηλίας (Λωξάνδρα Λούκας) τονίζοντας μ’ αυτόν τον τρόπο την απόσταση ανάμεσα στην ευαλωτότητα και τη σκληρότητα, την αθωότητα και τη διαφθορά, την απόλυτη αφοσίωση και τις ψεύτικες οικειότητες. Κίνησε θαυμάσια τους ηθοποιούς τους, κινήθηκε σε δρόμους παντομίμας και κομέντια ντελ’ άρτε για λίγο, αναπαρέστησε  το κλασικό θέατρο (εύστοχα πειραγμένο), και κινήθηκε με άποψη και στόχευση στους δρόμους του σύγχρονου θεάτρου. Και είχε, σε όλη αυτή τη διάρκεια, στη διάθεσή της έναν ηθοποιό, τον Δημήτρη Καπουράνη, που έκανε την καλύτερη ερμηνεία του (από τις θαυμάσιες που έχει κάνει ως τώρα) στο ρόλο του Άμλετ. Ο «γλυκός πρίγκιπας» γίνεται κυνικός, σαρκαστικός, ειρωνικός, προκλητικός, αδιάφορος, θυμωμένος, σκληρός, πριν γίνει μελαγχολικός, απελπισμένος, παραιτημένος. Και σοφός. Αντιλαμβάνεται ότι ο κόσμος δεν πάει πουθενά, έτσι. «Δεν θέλω άλλο να πεθαίνω, δεν θέλω άλλο να σκοτώνω», λέει.

Ο Άμλετ είναι το φάντασμα της ιστορίας των ανθρώπων. Και βλέπει την ιστορία τους πότε απ’ έξω σχολιάζοντας, πότε μετέχοντας ως μέρος της, σε στιγμές ανάτασης και σε στιγμές φρίκης. Κι όταν καταρρέει, είναι ο εχθρός του -ο Φόρτεμπρας, ο γιος του βασιλιά της Νορβηγίας- εκείνος που συνειδητοποιεί ότι: «Χρειάζεται να φανταστούμε ξανά τον κόσμο προτού σβήσει και η τελευταία σπίθα του ανθρώπου. Χρειαζόμαστε νέα αφηγήματα που να γεννούν ελπίδα. Χρειαζόμαστε νέα κείμενα, νέες ιδέες. Ο κόσμος μας απέτυχε. Το παρελθόν επαναλαμβάνεται. Ώρα να το τερματίσουμε».

Μία από τις πολύ ευχάριστες εκπλήξεις της μεταπασχαλινής περιόδου. Μια πρωτότυπη όσο και ουσιαστική παράσταση, σύγχρονη και καίρια.

Η ταυτότητα της παράστασης

Σκηνοθεσία-Διασκευή: Σοφία Αντωνίου, Μεταφράσεις: Γιώργος Χειμωνάς, Ελένη Βαροπούλου, Σκηνικός χώρος – Κοστούμια: Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη, Μουσική σύνθεση: Jeph Vanger, Επιμέλεια κίνησης: Ιωάννα Τουμπακάρη, Φωτιστικός σχεδιασμός: Γιώργος Ιεραπετρίτης, Βοηθός σκηνοθεσίας: Μαριλένα Μόσχου, Βοηθός κινησιολόγου: Μαριέττα Μαναρώλη, Σκηνογραφική ομάδα – Κατασκευές: Τίμοθυ Λασκαράτος, Στέφανος Λώλος, Χρήστος Κραγιόπουλος, Υπεύθυνη επικοινωνίας: Ευαγγελία Σκρομπόλα, Φωτογραφίες: Ανδρέας Κανελλόπουλος, Δημιουργία trailer: Ladies Fingers’

Παραγωγός: Μαριλένα Καλαϊτζαντωνάκη

Παραγωγή: Masterskaya Productions

Σε συνεργασία με το Θέατρο Πορεία

Με την υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού

Παίζουν:Μιχάλης Αφολαγιάν, Δημήτρης Καπουράνης, Γιάννης Κόραβος, Λωξάνδρα Λούκας, Aurora Marion, Κωνσταντίνος Μαυρόπουλος, Γιώργης Παρταλίδης

Θέατρο «Πορεία» (Τρικόρφων 3-5 και 3ης Σεπτεμβρίου 69)

Κάθε Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη στις 21:00

Επιπλέον παραστάσεις : Σάββατα 9, 16, 23, 30 Μαΐου στις 21:00

Κυριακές 15, 22, 29 Μαΐου στις 21:00

 

Προηγούμενο άρθροΠοιοι συγγραφείς θα βρίσκονται στο φετινό Φεστιβάλ Βιβλίου Χανίων (22-28 Ιουνίου 2026)
Επόμενο άρθροΝα μένεις ορατός (γράφει η Νατάσα Ζαχαροπούλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ