Παρασκευή, 17 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ο χρόνος σε τίτλους (της Βαρβάρας Ρούσσου)

Ο χρόνος σε τίτλους (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
27

της Βαρβάρας Ρούσσου

Η Μαρία Κούρση, όπως ήδη έδειξε στη συλλογή της Εξόδιος αέρας (2023, Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών), δίνει βαρύτητα σε περικειμενικά στοιχεία όπως τα κάθε είδους μότο και οι τίτλοι. Αυτούς μάλιστα στη νέα της συλλογή συνάπτει με το χρόνο, μια ακόμη έννοια που την απασχολεί.

Από τα περιεχόμενα φαίνεται ότι η συλλογή δομείται ως μαζική δίκη τίτλων όπου κοινό και διάδικοι κατανέμονται στις τέσσερις ενότητες ως επιρρήματα: βρίσκονται στο εδώλιο (πρώτη ενότητα «Οκτώ τίτλοι κατηγορούνται ανακαλώντας το θεατρικό και φιλμικό Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται), γίνονται υπεράσπιση (δεύτερη ενότητα «Τίτλοι υπεράσπισης») και αντίστοιχα, στις επόμενες ενότητες, κατήγοροι («Τίτλοι κατηγορίας») και κοινό («Τίτλοι Αιθουσών»). Έτσι η Κούρση πλέκει το δίχτυ-δίκτυο στο οποίο εμπλέκεται το πλήθος των 59 επιρρημάτων-διάδικων που θα αποτελέσουν και τους τίτλους των ποιημάτων. Ως αποτέλεσμα επιθέτων, τα επιρρήματα, τα επί-των ρημάτων, εδώ αποκτούν αυτοτέλεια, αναβαθμίζονται καθώς τιτλοδοτώντας ηγούνται των ποιημάτων το περιεχόμενο των οποίων διευκρινίζει, επεκτείνει το νόημα, ανοίγει διάλογο. Τα επιρρήματα πάντοτε με την κατάληξη -ώς, περισσότερο ή λιγότερο σε καθημερινή χρήση σχεδόν οργανώνουν έναν προσδοκώμενο τόνο που το ποίημα αναμένεται να επιβεβαιώσει, να υπονομεύσει, να διαψεύσει.

Τι απουσιάζει από το πλαίσιο-δίκη; Ο δικαστής ως απρόσμενος παράγοντας. Φαίνεται ότι αυτός είναι ο χρόνος όπως ο τίτλος το ορίζει, ο άξονας δηλαδή γύρω από τον οποίο θα κινηθούν τα επιρρήματα ως λέξεις που «ανεβαίνουν στη Σκηνή» όπως ανέφερε η ονομασία της τελευταίας ενότητας της προηγούμενης συλλογής («Όλες οι λέξεις ανεβαίνουν στη Σκηνή (Για φινάλε (;) ».

Λέξεις, χρόνος ιστόρηση/αφήγηση είχαν στον Εξόδιο Αέρα διαπλεχθεί σε σύντομα ποιήματα. Μένουμε στα τελευταία της συλλογής «Ο Χρόνος στα ποιήματα», «Τα ποιήματα του Χρόνου» και  «(Ας) νομίζουν ότι λείπω». Σε αυτό οι τίτλοι όλων των συλλογών της Κούρση, αυτούσιοι ή σε παραλλαγή, συμπυκνώνονται σε ένα ποίημα ως ανακεφαλαίωση και συγχρόνως τρυφερή και ελαφρά ειρωνική αυτοκριτική. Με τα τρία αυτά παρουσιάζουν συνάφεια το δυο πρώτα ποιήματα («Ενστικτωδώς» και «Ουδόλως») της νέας συλλογής: «Ο Εξόδιος Αέρας με ξύπνησε/απαλά/ Άντε να σε δω τώρα τι/θα κάνεις/μου είπε σιγοφεύγοντας// Μέσα από λέξεις που/Εκρήγνυνται/θα περάσω/Του είπα/Ανάβοντας ξανά/το Πρώτο/σπίρτο/Κάτω από τον Τίτλο/ Που ασφαλώς δεν καίγεται/».

Μπορούμε έτσι να δούμε στην Κούρση τη συνεχιζόμενη λεκτική και υφολογική τακτική με οντολογική/υπαρξιακή βάση που συνθέτει μια ποίηση αναστοχαστική. Έτσι, και στην τρέχουσα συλλογή η ίδια η ποιητική δημιουργία, και μάλιστα το ποίημα ως αρχική σύλληψη, ως σώμα, ως ζώσα παρουσία, ως πυκνωμένη αφήγηση μιας ιστορίας γίνεται αντικείμενο πραγμάτευσης και ο τίτλος του -οι τίτλοι γενικά- μια ιδιαίτερη στιγμή στην ποιητική διεργασία.

Εξάλλου, όπως η πρώτη ενότητα ξεκινά μας παρακινεί να σκεφτούμε γι αυτή την ποιητική στιγμή ως είσοδο σε μια εξιστόρηση, ακόμη κι αν τα ποιήματα της Κούρση δεν είναι αφηγηματικά αλλά ελλειπτικά: «Οι τίτλοι είναι/το πιο αξιόμαχο/και το πιο αδικημένο/κομμάτι της Ιστορίας» και συνοδεύεται από το ντοστογιεφσκικό μότο: «Μα πώς θα μπορούσες να ζήσεις και να μην έχεις μια ιστορία να πεις;». Ως εδώ νομίζω διαμορφώνεται ξεκάθαρα το πλαίσιο της συλλογής: λέξεις-επιρρήματα-τίτλοι-ιστορίες/ποιήματα.

Δεν απαρτίζεται ωστόσο από ποιήματα ποιητικής ολόκληρη η συλλογή. Ο χρόνος αποτελεί την έννοια που διατρέχει πολλά από τα ποιήματα: «Νόμιζα ότι είχα κι άλλο χρόνο// Η ευκολία με πήρε από/Τα μούτρα/Δεν σηκώνει αντιρρήσεις/Ούτε συγγνώμες// (Έχει χάρη που/Δεν ξέρω πόση ζωή έχω ακόμα./Αλλιώς θα σου ΄λεγα εγώ)» («Ευτυχώς»). Ακόμη και όταν δεν αναφέρεται η διάστασή του υπόκειται ως καίρια, ρυθμιστική συνθήκη της ζωής: «Μοίρασα τη ζωή μου/Εκεί που έπρεπε/Κι εκεί που δεν έπρεπε./Λες και την ξεφορτώθηκα/Ασπρόμαυρη/Να πάρω έγχρωμη/Δεν τα κατάφερα» («Τελικώς»).

Άλλα ποιήματα φέρνουν στην επιφάνεια προσωπικά βιώματα άλλοτε ως γενικό περίγραμμα στοχασμού («Συνεπώς», «Αδίκως»), άλλοτε ως μνημονικές ανακλήσεις με βάρος («Διαυγώς», «Εξόχως») ή στιγμιότυπα που λειτούργησαν ως υποκίνηση για το ποίημα(«Δυστυχώς», «Εντελώς»).

Σε ορισμένα εμφανίζονται δημιουργοί από ποικίλα καλλιτεχνικά πεδία όπως στα: «Ακολούθως» (Καρυωτάκης), «Αφρόνως» (Πολυδούρη), «Αισίως» (Ρίτσος), «Εξόχως» (Καβάφης), «Γενναιοφρόνως» (Σολωμός), «Αληθοφανώς» (Μπλάνας και εμμέσως Παπαδιαμάντης). Και: «Βαρυτίμως» ( Yves Montand, Vivaldi, Χατζιδάκις). «Αδειάζω λέξεις στον καμβά/Τυχαίο ποίημα θα φανεί/Για σένα θα μιλά//[…] Στο άλλο ποίημα η Δηώ/θρυμμάτιζε το φως/καθώς λυκάκι, ο Ηλίας Λάγιος» («Σαφώς»).

Δεν πρόκειται απλώς για φόρο τιμής ή υπόμνηση επιδράσεων αλλά για τη διαρκή παρουσία της ποίησης σε κάθε στιγμή. Ονόματα δημιουργών σχεδόν αυτόματα παραπέμπουν σε έργα τους κι έτσι εμπλέκονται με την ατομική εμπειρία της ποιητικής φωνής αναδεικνύοντας ως συνθετότητα την κατασκευή του ποιήματος, τη συγκρότηση του ποιητικού σύμπαντος και την αναδίφηση του ποιητικού φαινόμενου που επιχειρεί να αποδώσει στη συλλογή της η Κούρση.

Όλα τα ποιήματα του βιβλίου ξεκινούν με λίγους στίχους εν είδει μότο με το οποίο διαλέγονται οι υπόλοιποι στίχοι, το κύριο μέρος.  Το κάθε επίρρημα-τίτλος βρίσκεται σε άμεση ή έμμεση, ορατή ή όχι άμεσα ανιχνεύσιμη σχέση με το περιεχόμενο του ποιήματος. Παράδειγμα: το «Μεγαλοφώνως» αρθρώνεται ως ηχηρή ανακοίνωση και η σχέση τίτλου-ποιήματος είναι προφανής ενώ στο «Ομοειδώς» η ερμηνεία έχει περισσότερη ανοιχτότητα: «Κάθε μέρα χάνονται ποιήματα//Στους τίτλους τέλους. Μαζεύτηκαν τα λάμδα και τα ταυ//Γρήγορα νυχτώνει. Που/Δεν θα προλάβω/Να βρω κι άλλα σύμφωνα./Να φτάνουν/Για ένα ποίημα ακόμα/».

Παρηχήσεις, λεκτικές αντιθέσεις, απόλυτη οικονομία μέσων, συντομία των στίχων και των ποιημάτων, άλλοτε επιμελημένη χρήση της τελείας και άλλοτε απουσία στίξης αποκαλύπτουν την προσεκτικά σχεδιασμένη ποιητική. Ο διασκελισμός, συνδυαστικά με το ολιγοσύλλαβο των στίχων, παράγει λόγο κοφτό και συχνά σχεδόν διακεκομμένο. Όταν απαιτείται μια μικρή αφήγηση οι στίχοι πλαταίνουν αλλά η «ιστορία» ολοκληρώνεται με συντομία, σαν φωτογραφικό στιγμιότυπο όπου συλλαμβάνεται η καίρια στιγμή. Η σταθερή λακωνικότητα (σε αντίθεση με τη συχνά απαντώμενη στην ποίηση των ημερών μας, φλυαρία) και η λιτότητα των μέσων, πάγιο στοιχείο της Κούρση, ισχυροποιούν την επιμονή στο λεκτικό υλικό. Η διαύγεια της γλώσσας και η λεκτική ακρίβεια παράγουν ένα είδος γλωσσοκεντρισμού που δε λειτουργεί ως ομφαλοσκοπική εσωστρέφεια ούτε και ως εντυπωσιοθηρία. Αντίθετα η Κούρση επικαλείται την αναγνωστική συμμετοχή ως είσοδο σε ένα ανοιχτό σύμπαν όπου κομβική θέση έχει το ίδιο το ποίημα, η συνθήκη παραγωγής του ή η ροή του χρόνου ως επιβεβλημένη διάσταση: «Το κρυμμένο προφανώς// Θα είμαι μαζί σου/Για πάντα//Λέει το ποίημα στο μυαλό/Και παραδόξως/Λέει αλήθεια». Και: «…Οφείλω να επιστρέψω/Τις πολλές μέρες/Που δεν χρησιμοποίησα/» («Αληθώς»). Και: «…Το παραδέχομαι/ Κρύφτηκα μέσα/ Στη λέξη πέτρα/ Ελπίζοντας πως/ Κάποιος θυμωμένος/Θα την πετάξει μακριά.//Όσο πιο μακριά γίνεται» («Ασφαλώς»).

Το ποιητικό βιβλίο της Κούρση αποδεικνύει πώς/πως η απλότητα και η συντομία αποτελούν συνθετικά προτερήματα που προκύπτουν από την ικανότητα της ποιήτριας και το υπόβαθρό της αλλά και από τη συστηματική επεξεργασία της τεχνικής της μέσα σε μια μακρά πορεία. Αναδεικνύουν επίσης τη σημασία διαχωρισμού του περιττού από το ουσιώδες, τη δύναμη της πυκνότητας που δεν γίνεται κρυπτικότητα αλλά ερμηνευτική ανοιχτότητα, την απαγκίστρωση από την έκθεση του αδιαμεσολάβητου βιώματος ως τρόπο που δεν απομακρύνει την αναγνωστική συμμετοχή και εντέλει το πώς μπορεί να επαναπλαισιώνεται το φαινομενικά τετριμμένο διατηρώντας ακέραια τη συγκίνηση.

 

Μαρία Κούρση, Ο χρόνος σε τίτλους, (Ηριδανός 2025)

 

 

Προηγούμενο άρθρο12+3 προτάσεις για την πεζογραφία και το δοκίμιο (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)
Επόμενο άρθροΑνταρσία στον γαλλικό εκδοτικό οίκο Grasset: συγγραφείς καταγγέλλουν και αποχωρούν μαζικά(Αλεξάνδρα Χαΐνη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ