Πέμπτη, 30 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΣΤΗΛΕΣ ΓΝΩΜΕΣ Η πολλαπλότητα των γυναικείων εμπειριών (γράφει η Βαρβάρα Ρούσσου)

Η πολλαπλότητα των γυναικείων εμπειριών (γράφει η Βαρβάρα Ρούσσου)

0
145

 

γράφει η Βαρβάρα Ρούσσου (*)

 

O συλλογικός τόμος Εκατό και είκοσι φωνές συγκροτείται από κείμενα 120 γυναικών. Δεν λειτουργεί ως ανθολόγιο, ούτε ως αρχειακή καταγραφή, ούτε ως μαρτυρία, παρότι θα μπορούσε, τυπικά, να λάβει και ορισμένους από αυτούς τους χαρακτηρισμούς. Πρόκειται για μια συλλογική χειρονομία όχι μόνον επειδή προέρχεται από μια συλλογικότητα αλλά επειδή είναι ένα άνοιγμα από το πεδίο της γυναικείας εμπειρίας και απευθύνεται σε όλες/όλους/όλα.

Μπορεί κάποιο άτομο να αναρωτηθεί για το στόχο του βιβλίου και μάλιστα ενός εγχειρήματος που οργανώνεται για δεύτερη φορά. Ο πρώτος τόμος που τον τιτλοδότησε το όνομα της ίδιας της γυναικείας συλλογικότητας Η φωνή της (2023 Καστανιώτης) όσο και ο πρόσφατος, δεύτερος, θέτουν το ζήτημα της ορατότητας μέσω του προνομιακού πεδίου της λογοτεχνίας. Η επιμονή στην ορατότητα, ισχυρίζονται πολλοί, λαμβάνει πολλούς τρόπους πραγμάτωσης: διαδηλώσεις, πλακάτ, φυλλάδια, ψηφίσματα, διαμαρτυρίες στον τύπο, συνεντεύξεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συζητήσεις. Γιατί λοιπόν η ορατότητα να επιδιώκεται με μέσο τη λογοτεχνία; Είναι κυρίαρχη η αντίληψη ότι η λογοτεχνία είναι λόγος υψηλός, πανανθρώπινος, περίτεχνος όχι διακήρυξη, δικαιωματισμός, προσωπικό ημερολόγιο, κατάθεση αδιαμεσολάβητου βιώματος. Κρίνεται στη βάση της λογοτεχνικότητας, γράφεται με τρόπους που δεν συνάδουν με την διαδήλωση, την εξέγερση, την απαίτηση και τα δικαιώματα μιας ομάδας, σαν να πρόκειται για μορφή τέχνης εκτός κόσμου και πραγματικότητας, διέπεται από ισχυρούς, σταθερούς, αναλλοίωτους κανόνες μέτρησης πέρα από τη συγχρονία, νόμους ανδροκεντρικούς, κανονικοποιητικούς σε μια πρατρογραμμική γενεαλόγηση όπου οι μεγάλοι λογοτέχνες, άντρες βέβαια, επιβάλλουν τη σκιά τους.

Όλες λοιπόν οι συμμετέχουσες στον τόμο αποφάσισαν να δείξουν και τι άλλο κάνει η λογοτεχνία πιστεύοντας όχι στη διασκεδαστική πλευρά της ούτε και στην υψηλή αλλά στη λογοτεχνία με την ανατρεπτική της δύναμη και την καταγγελτική της ισχύ. Η λογοτεχνία είναι πολιτική και η πολιτική της λογοτεχνίας δηλώνει τη δυνατότητά της να παρεμβαίνει σε στάσεις, πρακτικές, ορατότητα. Δεν ενδιαφέρει εδώ η πολιτική στράτευση/τοποθέτηση των συγγραφισσών του τόμου αλλά η κοινή τους θέση πως η λογοτεχνία κάνει ήδη πολιτική από τη στιγμή που είναι λογοτεχνία. Και εδώ η πολιτική εμφανίζεται κλιμακωτά ως αποτύπωση, ορατότητα, διαμαρτυρία, διεκδίκηση, όλα αυτά μεταποιημένα λογοτεχνικά σε διαβαθμίσεις από το άμεσο βίωμα σαν μέρος μιας μαρτυρίας έως τον υπαινικτικό τρόπο.

Οι γυναίκες είναι ο μισός πληθυσμός, είναι πλέον παντού ισχυρίζονται, υποκριτικά μάλλον, πολλοί: στην εργασία, στη φροντίδα, στη δημόσια ζωή, στα υψηλά αξιώματα, λαμβάνουν αποφάσεις. Είναι βέβαια παρούσες, όμως αριθμητικά ως μετρήσιμα σώματα -και τα σώματά τους είναι μετρήσιμα μέσα από το male gaze- αλλά είναι απούσες ως κύρος, ο δημόσιος λόγος τους μπορεί να γίνεται ανεκτός με δυσκολία, μη νομιμοποιημένος στην ουσία.

Οπότε, σε τέτοια συνθήκη οι Εκατό και είκοσι φωνές θέλουν να δείξουν ότι οι γυναίκες έχουν δυνατή φωνή και η λογοτεχνία μπορεί να μιλάει για τη βία και την υπόταξη ως αθέλητη συνθήκη αλλά και για τη μητρότητα και τη συντροφικότητα ως σωτήριες επιλογές.

Συχνά, στη βιβλιογραφία της φεμινιστικής κριτικής, επαναλαμβάνεται η ανάγκη να μιλάμε από «ενσώματη θέση» όχι με την έννοια της εξομολόγησης και της βιωμένης εμπειρίας αλλά ως υπενθύμιση ότι η γραφή είναι πράξη που προϋποθέτει προνόμια: πρόσβαση στη γνώση, χρόνο, ασφάλεια, θεσμούς που μας φιλοξενούν. Γράφουμε επειδή μπορούμε. Και το ότι μπορούμε δεν είναι ούτε αυτονόητο ούτε αθώο. Έχει κατακτηθεί από τις γυναίκες με πολλούς αγώνες αλλά όχι για όλες. Εμείς που κατέχουμε τη γραφή, που στήνουμε ιστορίες στο χαρτί επειδή ξέρουμε γραφή να θυμόμαστε ότι μιλάμε και γράφουμε και γι αυτές που δεν ξέρουν, δεν έχουν χαρτί, δεν έχουν καν δικαίωμα στο λόγο. Το να αναγνωρίζουμε αυτά τα προνόμιά μας θα πρέπει να συμβαδίζει με την αναγνώριση ότι κάποιες δεν τα έχουν. Δεν σημαίνει επίσης να τα αποκηρύσσουμε θεαματικά αλλά να τα μετατρέψουμε σε εργαλείο ευθύνης.

Αυτό το συλλογικό βιβλίο δεν επιζητεί να κρύψει την οπτική του πίσω από το προσωπείο της αντικειμενικότητας και οικουμενικότητας που λειτούργησε επί αιώνες ως προνόμιο εκείνων που είχαν ήδη εξουσία στη γλώσσα και δεν επιδιώκει να την υποκαταστήσει με μια αντίστροφη μεροληψία, αλλά να υπενθυμίσει το αυτονόητο: ο λόγος παράγεται από σώματα, καταστάσεις, διαδρομές που διαφέρουν.

Το Εκατό και είκοσι φωνές εκκινεί από την πρόθεση να διαφανεί η πολλαπλότητα των γυναικείων εμπειριών, οι πολλαπλές εκφάνσεις του γυναικείου σώματος, της γυναικείας εμπειρίας και ιδίως της βίας, οι διάφορες σχεδόν αφανείς σχεδόν ανεπαίσθητες λέξεις και πράξεις που δείχνουν υποτίμηση, αρνητικότητα, καταπίεση. Τα κείμενα του τόμου δεν κάνουν λόγο μόνο για τη σωματική ή τη λεκτική βία και τις γυναικοκτονίες  αλλά για εκείνο το φάσμα στάσεων που δηλώνει ότι ζούμε ακόμη σε καθεστώτα λόγου όπου ο γυναικείος λόγος αμφισβητείται, υποτιμάται ή ανακατευθύνεται. Η βία, άλλωστε, δεν είναι πάντα και μόνο άμεσα ορατή αλλά είναι ο τρόπος με τον οποίο η εμπειρία μιας γυναίκας αμφισβητείται ως υπερβολή, ως παρεξήγηση, ως «λάθος μνήμη». Αυτό ακριβώς που ονομάζουμε gaslighting: η συστηματική αποδόμηση της πραγματικότητάς της. Και είναι επίσης το mansplaining: η εξουσία του να σου εξηγούν τον κόσμο, ακόμη και τον δικό σου κόσμο, καλύτερα από εσένα.

Το έμφυλο δεν είναι θέμα, είναι τρόπος νοηματοδότησης, άρα και τρόπος να γράφουμε και να διαβάζουμε. Είναι το σημείο όπου η γλώσσα αποκαλύπτει το πώς δομούνται οι σχέσεις εξουσίας. Κάθε κείμενο που περιλαμβάνεται στο Εκατό και είκοσι φωνές φωτίζει διαφορετικά αυτό το σημείο. Για άλλες συγγραφείς είναι η σιωπή που κληρονόμησαν και τώρα αρνούνται να αναπαραγάγουν. Για άλλες είναι ο θυμός που ξεπέρασε κάθε όριο. Για άλλες είναι η αναζήτηση της τρυφερότητας και της κατανόησης που δεν τους δόθηκε. Για κάποιες είναι η ανάγκη να ξαναγραφτεί η καθημερινότητα, να αποκτήσει νέο λεξιλόγιο. Για κάποιες η απαλοιφή του ίχνους. Το βίωμα, η μνήμη, το τραύμα.

Οι φωνές λοιπόν που συναντώνται στις σελίδες αυτές δεν θέτουν ζητήματα ύφους, είδους, γενεαλόγησης, επιδράσεων, λογοτεχνικών προγόνων αλλά ταυτόχρονα τα υπονομεύουν. Και για να πετύχουν το στόχο κάνουν τη λογοτεχνία οικεία όσο και ανατρεπτική. Συνυπάρχουν στον τόμο επειδή η συνύπαρξη αυτή παράγει μια πολιτική της ακρόασης. Εννοώ ως «πολιτική της ακρόασης», την επίμονη, σχεδόν πεισματική προσπάθεια να κρατηθεί ανοιχτός ο χώρος για εκείνες τις φωνές που συχνά μιλούν σε περιβάλλοντα αμφισβήτησης ή σιωπής. Στη φεμινιστική θεωρία η ακρόαση δεν είναι παθητική πράξη αλλά αντίσταση, όπως μας υπενθυμίζει η Sara Ahmed: το να επιμένεις να πεις «αυτό συνέβη» είναι ήδη εξέγερση. Το να επιμένεις να ακούσεις, επίσης.

Από αυτή την πλευρά, το βιβλίο δεν θα μπορούσε να είναι ουδέτερο. Στρέφεται προς όσα η ιστορία της λογοτεχνίας έχει συχνά παρακάμψει: προς το έμφυλο ως εμπειρία, ως γλώσσα που επιμένει να αλλάζει, ως φόρτιση που άλλοτε προστατεύει κι άλλοτε πληγώνει. Δεν μιλάμε πλέον για «γυναικεία γραφή» ως κατηγορία, ως στυλ ως αισθητικοποίηση της βίας αλλά ως πολιτικοποίησή της.

Η γραφή μπορεί να γίνει εργαλείο απελευθέρωσης, αλλά μπορεί να λειτουργήσει και ως όριο. Διαβάζοντας τα κείμενα αισθανόμαστε ότι υπάρχουν στιγμές όπου η γλώσσα δεν αρκεί, όπου η εμπειρία περισσεύει από τα όριά της. Και ακριβώς εκεί στο μεταιχμιακό σημείο που περισσεύει η εμπειρία και μένει αλύτρωτη αναδύεται η αναγκαιότητα της κοινότητας. Το 100 και 20 φωνές είναι απόπειρα να φανεί αυτή η κοινότητα ως κάτι ενεργό και όχι ως στατικό σύνολο ονομάτων και βιογραφικών. Είναι μια πρόταση: να συνυπάρξουν διαφορετικές ποιητικές, διαφορετικές μορφές θυμού, δειλίας, εξέγερσης, φόβου ή επιθυμίας, χωρίς να σβήσει η ιδιαιτερότητα καμιάς αλλά να προβληθεί η κοινή γραμμή όλων.

Κι αν κάτι χαρακτηρίζει τις φωνές εδώ, είναι η ένταση με την οποία συνδέουν τη γραφή με το βίωμα. Δεν πρόκειται για εξομολόγηση αλλά για διεκδίκηση: για την ανάγκη να ειπωθούν ιστορίες που δεν χωρούν εύκολα στις επίσημες αφηγήσεις. Επειδή, παρά τον ολοένα και περισσότερο αυξανόμενο αριθμό ,πεζογράφων και ποιητριών οι γυναικείες ιστορίες δεν αρέσουν και για αυτό συχνά δε λέγονται δυνατά. Γι αυτό απαιτείται η επιμονή για να υπάρξει χώρος στη διαφορά, να ακουστούν ιστορίες που συχνά θεωρούνται «ασήμαντες» για την υψηλή λογοτεχνία.

Στο τέλος, το βιβλίο αυτό είναι μια πρόσκληση. Μια πρόσκληση να σκεφτούμε τι σημαίνει να μιλάμε μαζί. Να δούμε τη λογοτεχνία όχι ως σύνολο κανόνων, αλλά ως χώρο συνάντησης: συνάντησης ανάμεσα σε αυτές που γράφουν, σε αυτές που διαβάζουν, σε αυτές που κάποτε θα συναντήσουν αυτές τις φωνές χωρίς να γνωρίζουν το πλαίσιο από όπου ξεκίνησαν.

Η συλλογή αυτή θέλει να παρακινήσει σε λόγους ή μάλλον στις φωνές να πολλαπλασιαστούν, να συνεχίσουν, να ψάξουν να γνωρίσουν τις προηγούμενες φωνές και να συναντηθούν με τις επόμενες.

(*) Κείμενο από την παρουσίαση του τόμου

 

Συλλογικό, Εκατό και είκοσι φωνές, Καστανιώτης 2025

Προηγούμενο άρθροΗ εξαφάνιση του Ηρακλή (πασχαλινό αστυνομικό διήγημα του Πάνου Ιωαννίδη)
Επόμενο άρθροΈνα βανάκι που οδηγεί στην ενηλικίωση (γράφει ο Γεώργιος Νικ. Σχορετσανίτης)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ