επιλέγουν η Αλεξάνδρα Χαΐνη και ο Γιάννης Ν.Μπασκόζος
Τα μυθιστορήματα της λίστας των νεοτέρων πεζογράφων εκτός του ότι είναι όλα ένα κι ένα και σε εξαιρετικές μεταφράσεις, μοιράζονται πάνω κάτω και την ίδια θεματολογία: οικογένεια, ταυτότητα, απώλεια. Τα βασικά δηλαδή. Ωστόσο έχει ενδιαφέρον ότι κανένα δεν μιλά για έρωτα ή για σεξ (σε πρώτο πλάνο τουλάχιστον) – το ζευγάρι αυτούσιο, με την πολυπλοκότητά του, δείχνει να υπολείπεται των αφηγήσεων. Ακόμη και στο «Οντισιόν» της Katie Kitamura, παρόλο που παρακολουθούμε τις ζωές δύο παντρεμένων ανθρώπων, αυτό γίνεται μόνο μέσω της σχέσης τους με ένα τρίτο άτομο, σύντροφο, παιδί, δεν έχει τόση σημασία. Αντίστοιχα, στο «Αναχωρήσεις» του Julian Barnes, η υποτίθεται κεντρική ερωτική ιστορία, δουλεύει κυρίως ως εργαλείο για να μιλήσει ο συγγραφέας για όλα τα υπόλοιπα που τον απασχολούν. Η «Σάρκα» του David Szalay, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι θέτει τα ζητήματα της σάρκας, όμως και εκεί είναι τέτοιος ο τρόπος που γίνεται αυτό ώστε να μην μένει τελικά ως κεντρική θεματική. Το μόνο βιβλίο που βάζει το σεξ και τον έρωτα (και τις καταστροφικές ενδεχομένως συνέπειές τους) στο επίκεντρο, τελικά, είναι «Οι πλινθοποιοί» της Selva Almada. Μπερδεμένα όλα αυτά; Μπορεί και όχι.
Όμως εκτός από τα πρόσφατα υπάρχουν και τα κλασικά μυθιστορήματα. Ευτυχώς αυτά πληθαίνουν, αρκετοί εκδότες αισθάνονται την ανάγκη (για διάφορους λόγους) να έχουν στην εκδοτική τους λίστα κλασικούς συγγραφείς. Πρόκειται συνήθως για νέες μεταφράσεις, κάτι που είναι αναζωογονητικό, να διαβάζεις δηλαδή μυθιστόρημα που είχες διαβάσει παλιότερα σε μια πιο σύγχρονη μετάφραση, στοιχείο που κάνει και το βιβλίο πιο εύκολα προσβάσιμο σε νεότερες γενιές. Έχω πολλά παραδείγματα για το τελευταίο. Αρκετά από αυτά τα κλασικά βιβλία εκδίδονται για πρώτη φορά στα ελληνικά όπως π.χ. τα διηγήματα του Jules Barbey d΄Aurevilly ή του Adelbert von Chamisso και είναι σα να διαβάζεις ένα καινούργιο έργο. Τα υπόλοιπα σου δίνουν την ευκαιρία να ξανακερδίσεις τη γοητεία τους.
Οι νεότεροι …
Andrea Bajani, Η επέτειος, Δήμητρα Δότση, εκδόσεις Ίκαρος
Τελειώνοντας το βιβλίο του Andrea Bajani «Η επέτειος», δεν μπόρεσα να σηκωθώ αμέσως. Είναι πολλά τα συναισθήματα που μου προκάλεσε, αλλά θα μείνω σε ένα: ταραχή. Όχι επειδή περιέγραφε κάτι γνώριμο σε μένα ή έξυνε ένα παλαιότερο τραύμα, αλλά επειδή κατάφερε να (μου) μεταδώσει με έναν πολύ λεπτό τρόπο μια τραγική οικογενειακή ιστορία, μια δύσκολη, ωστόσο δυστυχώς ακόμη γνώριμη, συνθήκη, ειδικά στις οικογένειες της Μεσογείου. Ανάλογο συναίσθημα μου είχε προκαλέσει η ισπανική σειρά «Querer» («Συναίνεση», Cinobo) και το μυθιστόρημα «Ας πούμε πως είμαι εγώ» της Ιταλίδας συγγραφέως Veronica Raimo (Δώμα, μετάφραση επίσης της Δήμητρας Δότση). Η μεν σειρά επειδή μοιράζεται πολλά κοινά στοιχεία με το μυθιστόρημα του Bajani, το δε βιβλίο της Raimo σε αντιδιαστολή περισσότερο, καθώς, παρότι μιλάει σε μεγάλο βαθμό για την επιβίωση ενός παιδιού στην οικογενειακή εστία (αν και με διαφορετικούς όρους), η συγγραφέας έχει επιλέξει το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό ως μέθοδο αντιμετώπισης των τραυμάτων της.
Αυτή καθαυτή η επέτειος, αναφέρεται στο κλείσιμο δέκα χρόνων από την ημέρα που ο αφηγητής αποφάσισε να κόψει κάθε σύνδεσμο με τους γονείς του. Δεν γύρισε να κοιτάξει πίσω, δεν έγινε στήλη άλατος. Αρχικά διαμένοντας σε μια άλλη πόλη, προσπάθησε να βρει τα πατήματά του, ύστερα δοκίμασε την ψυχοθεραπεία, αναζητώντας, πριν μεταναστεύσει τελικά, μια διαφορετική «οικογένεια» στους θαμώνες του καφενείου ή άλλων καταστημάτων όπου σύχναζε.
Ο Bajani μιλάει για το διαγενεακό τραύμα χωρίς εξάρσεις. Δεν προσπαθεί να εκβιάσει το συναίσθημα, όμως δεν είναι ψυχρός καταγραφέας μιας επίπονης κατάστασης. Συμμετέχει/απέχει, δικαιολογεί/κατακρίνει, φεύγει/επιστρέφει – μέχρι να προχωρήσει στην τελική ρήξη, σιωπηλά σχεδόν, και να απεκδυθεί την ιδιότητα του υιού σαν ένα ρούχο που ξεβάφει από τις απανωτές πλύσεις.
Στο επίκεντρο της ιστορίας του τοποθετεί τη μάνα και όχι τον πατέρα πατριάρχη, όπως συνηθίζεται. Μια μάνα σιωπηρή, σχεδόν αόρατη που δυσκολεύεται να φερθεί τρυφερά στα παιδιά της, γέρνοντας πάντα προς τον κακοποιητικό σύζυγο. «Το βιβλίο μιλάει για τη φυσικότητα με την οποία αποδεχόμαστε συμπεριφορές που θεωρούνται κανονικές, όπως η υποτιμητική επιθετικότητα του αρσενικού ή η εξουσία που βασίζεται στην υποταγή της γυναίκας» λέει ο Bajani σε πρόσφατη συνέντευξή του στον Γιώργο Νάστο. «Μιλάει για την ύπαρξη ενός είδους εσωτερικού Μουσολίνι που ενυπάρχει στον άνδρα και όχι μόνο στον Ιταλό. Το να κάνει, λοιπόν, αισθητό αυτό, το πόσο δηλαδή συνένοχοι είμαστε όλοι, πόσο ο καθένας μας αποτελεί κατά κάποιον τρόπο μέρος αυτού του ίδιου ιστού της εξουσίας – όχι μόνο μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο –, αυτό είναι κάτι που αποσυντονίζει» (βλ. ΤΟ ΒΗΜΑ).
Ο Andrea Bajani είναι καθηγητής δημιουργικής γραφής στο Rice University στο Χιούστον, του Τέξας. Το μυθιστόρημα «Η επέτειος» τιμήθηκε με το βραβείο Strega 2025 –τη μεγαλύτερη λογοτεχνική διάκριση στην Ιταλία– και πρόκειται να κυκλοφορήσει σε περισσότερες από 30 χώρες. A.X.
Katie Kitamura, Οντισιόν, μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδόσεις Διόπτρα
Το μυθιστόρημα «Οντισιόν» της Αμερικανίδας συγγραφέως Katie Kitamura (1979), θυμίζει θεατρική παράσταση. Όχι τόσο λόγω της ιδιότητας της ηρωίδας του -είναι ηθοποιός- αλλά και κυρίως επειδή είναι έτσι στημένο ώστε να μην είναι ευδιάκριτο ποιο κομμάτι από αυτά που διαβάζεις διαδραματίζεται στη σκηνή και ποιο αφορά την πραγματικότητα (του βιβλίου, δεν υπονοώ ότι πρόκειται για αυτομυθοπλασία).
Δύο άνθρωποι συναντιούνται για μεσημεριανό σε ένα εστιατόριο του Μανχάταν. Εκείνη είναι μια καταξιωμένη ηθοποιός σε πρόβες για μια επερχόμενη πρεμιέρα. Εκείνος είναι ελκυστικός, ανησυχητικός και αρκετά νέος ώστε να είναι ο γιος της. Ποιος είναι αυτός για εκείνη και ποια είναι αυτή για αυτόν όμως;
«Το βασικό μοτίβο του μυθιστορήματος βασίζεται στην ιδέα πως η ανθρώπινη ταυτότητα είναι μια μορφή ερμηνείας και πως οι άνθρωποι καλούμαστε μέσα στην καθημερινότητά μας να υπηρετήσουμε ρόλους, τους οποίους μας καλεί ν’ απαριθμήσουμε, να αναθεωρήσουμε και να επαναπροσδιορίσουμε – και μαζί με αυτούς να επαναπροσδιορίσουμε την αυθεντικότητά μας, που στη σκηνή της καθημερινής ζωής, παραμένει συνεχώς αμφίβολη» λέει η Kitamura σε συνέντευξή της στην επιτροπή των Booker -καθώς το μυθιστόρημα είχε βρεθεί στη βραχεία λίστα του βραβείου το 2025- και συνεχίζει: «Αλλά αντί να γράψω για αυτήν την αντίφαση, ήθελα να την γράψω απευθείας – να την ενσωματώσω στη δομή του μυθιστορήματος. Η ανάγνωση του βιβλίου απαιτεί να κρατάς στο μυαλό σου δύο ξεχωριστές εκδοχές των γεγονότων ταυτόχρονα. Είναι είτε/ή, και επίσης και. Ως πολιτισμός, γινόμαστε αρκετά κακοί στο να κρατάμε μια αντίφαση στο μυαλό μας. Κι όμως ζούμε σε μια εποχή βαθιάς και αυξανόμενης γνωστικής ασυμφωνίας.»
Το βιβλίο είναι χωρισμένο σε δύο μέρη, ενισχύοντας την αμφισημία της ιστορίας. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, χρησιμοποιεί το τέχνασμα των «συρόμενων θηρών» (sliding doors στα αγγλικά) με την έννοια των παράλληλων πραγματικοτήτων, αφήνοντας το μυστήριο να αιωρείται. Ένα δυνατό μυθιστόρημα, τροφή για σκέψη ιδίως για μανάδες που μεγαλώνουν αγόρια. A.X.
PaulLynch, Πιο Πέρα από τη Θάλασσα, μτφρ. Άγγελος Αγγελίδης, Μαρία Αγγελίδου, εκδόσεις Gutenberg
Όσο διάβαζα το «Πιο πέρα από τη Θάλασσα» σκεφτόμουν τον Samuel Beckett και συγκεκριμένα το θεατρικό έργο «Ευτυχισμένες ημέρες» (1960). Ελπίζω να μου συγχωρεθεί η αυθαιρεσία, όμως όσο κι αν ο παραλληλισμός μοιάζει παράλογος το ίδιο παράλογη είναι και η συνθήκη στην οποία βρίσκονται τα δύο ζευγάρια: η Γουίνι και ο Γουίλι στον Beckett, ο Μπολίβαρ και ο Χέκτορ στον Lynch. Κυρίως ωστόσο είναι η αίσθηση που μου προκάλεσε το μυθιστόρημα του Lynch που μου θύμισε τον Beckett: μια αίσθηση πνιγμού, πανικού, κλειστοφοβίας, ένας ρόγχος που όσο κι αν προσπαθείς να τον χαλαρώσεις, τόσο σφίγγει. Κατά την Guardian πάντως το «Πέρα από τη Θάλασσα» «μοιάζει περισσότερο με ταινία παρά με βιβλίο: ένα ασπρόμαυρο φιλμ με δύο χαρακτήρες από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, ίσως, με ένα οικείο υπαρξιακό σκηνικό, στο οποίο δύο άντρες, χαμένοι στη θάλασσα του Ειρηνικού, πρέπει να μάθουν να καταλαβαίνουν ο ένας τον άλλον αν θέλουν να επιβιώσουν. Κανένας από τους δύο δεν είναι ακριβώς αυτό που φαίνεται» (βλ. The Guardian).
Βασισμένο εν μέρει σε αληθινά γεγονότα, το τέταρτο και προτελευταίο μυθιστόρημα του βραβευμένου με Booker Paul Lynch, αφηγείται την ιστορία δύο Νοτιοαμερικανών ψαράδων, του Μπολίβαρ και του Χέκτορ, που βγαίνουν στη θάλασσα γνωρίζοντας ότι μαίνεται καταιγίδα. Ο πρώτος, που φέρει το παρατσούκλι «Χοντρός», χρειάζεται επειγόντως χρήματα και δεν έχει επιλογή, ο δεύτερος, νεαρός και άπειρος και αρκετά άκαμπτος, θα παρασυρθεί χωρίς να το πολυσκεφτεί. Ωστόσο η καταιγίδα δεν τους χαρίζεται. Θα βρεθούν ενώπιος ενωπίω εκατοντάδες μίλια μακριά στον Ειρηνικό Ωκεανό με ελάχιστες ελπίδες για διάσωση. Η μάχη θα είναι άνιση και ανελέητη. Όχι μόνο με τα στοιχεία της φύσης αλλά και με τα ψυχικά τους όρια. Στην απέλπιδα προσπάθειά τους να προσαρμοστούν σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, αναγκάζονται να αποδεχτούν τον αποχωρισμό τους από τον σύγχρονο κόσμο, να διαχειριστούν την ξαφνική και αναπόφευκτη οικειότητά τους, καθώς και τις δυνατότητες και τα όρια της πίστης, της ελπίδας και της επιβίωσης.
Το «Πέρα από τη Θάλασσα» δεν έχει την κοφτή, αποσπασματική και σε ροή συνείδησης αφήγηση του μυθιστορήματος «Το τραγούδι του Προφήτη» με το οποίο γνωρίσαμε τον Lynch. Είναι όμως είναι εξίσου στοιχειωτικό, καθώς πραγματεύεται και εδώ τα όρια της ανθρώπινης κατάστασης χωρίς όμως ακραίους συναισθηματισμούς και περιττούς μελοδραματισμούς αλλά με αρκετή δόση λυρισμού, ειδικά στις περιγραφές της διαρκώς μεταβαλλόμενης θάλασσας και του ουρανού.
Ο Paul Lynch θα βρίσκεται στην Αθήνα προσκεκλημένος του 1ου Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας που θα πραγματοποιηθεί στις 27 με 29/3 στην Τεχνόπολη. A.X.
JulianBarnes, Αναχωρήσεις, μτφρ. Κατερίνα Σχινά, εκδόσεις Μεταίχμιο
Τι να πρωτογράψει κανείς για το μυθιστόρημα «Αναχωρήσεις» του Βρετανού συγγραφέα Julian Barnes. Αρκεί η δήλωσή του ότι θα είναι το τελευταίο του, για να σε βυθίσει σε μελαγχολία.
Ο Βρετανός συγγραφέας του «Ο παπαγάλος του Φλωμπέρ» (1984) και του βραβευμένου με Booker «Ένα κάποιο τέλος» (2011), που έκλεισε μόλις τα 80, βλέπει το μέλλον αβέβαιο να ξετυλίγεται μπροστά του, καθώς πάσχει από μια σπάνια μορφή καρκίνου του αίματος, θεραπεύσιμη μεν, εξαντλητική δε και πρωτίστως ανίατη.
Δεν μεμψιμοιρεί όμως. Στο «Αναχωρήσεις» γράφει για την ασθένειά του, για το παρελθόν, για τα βιβλία του, για τη μνήμη και την απώλειά της, για την «ακούσια αυτοβιογραφική ανάμνηση» (Involuntary Autiobiographical Memory)· μιλά για, και με, τους συγγραφείς που τον καθόρισαν, παραθέτει περιστατικά από την προσωπική του ζωή και φυσικά προετοιμάζεται για το αναπόφευκτο ταξίδι στο επέκεινα. Στο επίκεντρο βάζει την ιστορία του Στίβεν και της Τζιν, δυο φίλων που σύστησε στα χρόνια του στην Οξφόρδη και τους οποίους ξαναβρίσκει 40 χρόνια μετά, για να μιλήσει για τον έρωτα, τη φθορά, την αγάπη, για την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου είδους εν τέλει.
Το βιβλίο είναι και δεν είναι μυθιστόρημα. Υπάρχει μια ασάφεια σχετικά με τον αν οι χαρακτήρες της Τζιν και του Στίβεν είναι αληθινοί ή λειτουργούν απλώς ως όχημα για να πει ο συγγραφέας όσα θέλει, υπάρχει όμως και ισχυρή δόση αυτοβιογραφίας, όσο κι αν ο ίδιος συχνά πυκνά προσπαθεί να το διαψεύσει (μέχρι και να γκουγκλάρουμε μας προ(σ)καλεί). Είναι γεμάτο λογοτεχνικές αναφορές -κυριαρχεί η μαντλέν από το «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο» του Προυστ- όμως δεν κουράζει, ούτε απαιτείται γνώση του έργου όλων των συγγραφέων που περνούν από τις σελίδες του για να μπορέσει ο αναγνώστης να το κατανοήσει.
Η πρόζα του Barnes είναι σε μεγάλο βαθμό γυμνή· ο συγγραφέας αποφεύγει τη συναισθηματική φόρτιση, ακόμη κι όταν μιλάει με λεπτομέρεια για την ασθένειά του και τις συνεχείς εξετάσεις και θεραπείες στις οποίες υπόκειται· είναι πραγματιστής, δεν ωραιοποιεί, αντιθέτως χρησιμοποιεί το χιούμορ (κάποιες φορές είναι ξεκαρδιστικός) και τον αυτοσαρκασμό, όχι ως μέσον επιβίωσης όμως.
«Η αναχώρηση συνήθως οδηγεί στην άφιξη» γράφει σε ένα σημείο. Και λίγο παρακάτω: «Η Αναχώρηση που δεν θα ακολουθηθεί από Άφιξη μπορεί να έρθει ξαφνικά, χωρίς να σου δοθεί χρόνος για σκέψη.» Σημασία στη λεπτομέρεια: οι δυο ίδιες λέξεις γράφονται εδώ με κεφαλαίο γράμμα σε αντίθεση με την προηγούμενη φράση όπου αντιμετωπίζονται, ίσως, όπως η ένδειξη αναχωρήσεις/αφίξεις στις αίθουσες αναμονής. Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι ένα ακόμη εύστοχο «παιχνίδι» εμπεριέχει και ο τίτλος του βιβλίου στα αγγλικά: «Departure(s)», με το τελικό σίγμα σε παρένθεση, καθώς όλες οι αναχωρήσεις οδηγούν σε μία, στη δική του. Τέλος, να μην ξεχάσω, ότι είναι σαν να αφηγείται/υπαγορεύει σε κάποιον/αν άλλο/η το βιβλίο, μια και κάθε τόσο απευθύνεται σε ένα άτομο που κάθεται απέναντί του ή που σκοπεύει να συναντήσει άμα τη Αναχωρήσει του. A.X.
DavidSzalay, Σάρκα, μτφρ. Βάσια Τζανακάρη, εκδόσεις Ψυχογιός
Παρότι έχω γράψει αναλυτικά για το βραβευμένο με Booker 2025 μυθιστόρημα του David Szalay «Σάρκα», πριν μάλιστα κυκλοφορήσει στα ελληνικά, δεν θα σταματήσω να λέω ότι είναι ένα από τα βιβλία που δύσκολα θα ξεχάσω.
Η ιστορία ξεκινά με τον 15χρονο Ίστβαν, ο οποίος ζει με τη μητέρα του σε ένα συγκρότημα εργατικών πολυκατοικιών κάπου στην Ουγγαρία. Παρότι ντροπαλός και χωρίς φίλους, η τύχη το φέρνει και μπλέκει ερωτικά με τη μεσήλικη γειτόνισσά του. Η σχέση εξελίσσεται άσχημα, ο νεαρός καταλήγει στις φυλακές ανηλίκων, για να τον συναντήσουμε στη συνέχεια, διαδοχικά στον στρατό, στο Ιράκ, στον υπόκοσμο της Κροατίας και με τα πολλά στο Λονδίνο, να κάνει μεγάλη ζωή ως οδηγός μιας πλούσιας οικογένειας – σε πρώτη φάση τουλάχιστον.
Ο Szalay αφηγείται τη ζωή του Ίστβαν στο τρίτο πρόσωπο, σαν να τον παρακολουθεί από απόσταση. Παράλληλα, αποφεύγει τις περιγραφές της εξωτερικής του εμφάνισης. Γνωρίζουμε τα βασικά, και αυτά αποσπασματικά, μέσα από τα συμφραζόμενα, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τα χρονικά άλματα. Στην πορεία καταλαβαίνουμε ότι είναι ελκυστικός στις γυναίκες, ότι του αρέσει η γυμναστική, ότι δεν είναι ιδιαίτερα έξυπνος, ούτε και καλλιεργημένος, ότι έχει μια ροπή προς τη βίαιη συμπεριφορά.
Η αφήγηση, αν και γραμμική, κάνει μεγάλα χρονικά άλματα. Ξεκινώντας από την παιδική ηλικία του ήρωα, πηδάει τις δεκαετίες χωρίς να δίνει σαφείς εξηγήσεις για όσα συνέβησαν στο ενδιάμεσο διάστημα – τα κενά ωστόσο δεν είναι απαγορευτικά για την κατανόηση της πλοκής: ο συγγραφέας έχει φροντίσει να τα καλύψει με μικρές, έξυπνες αναφορές σε διάφορα, στρατηγικά επιλεγμένα, σημεία.
Το «Σάρκα» δεν είναι ένα ευχάριστο ανάγνωσμα. Κάθε άλλο. Όμως ασκεί μια σχεδόν υπνωτιστική επίδραση στον αναγνώστη, παρασύροντάς τον σε μια συναισθηματική δίνη, σε μια αγωνία, υπαρξιακή, στην ουσία. Δεν θυμάμαι ποιος το έγραψε το παρακάτω αλλά είναι σωστό, νομίζω: «Ο Szalay αποτυπώνει την ονειρική καθημερινότητα της εμπειρίας: όσο παράξενα και αν είναι τα μέρη στα οποία σε οδηγεί η ζωή, πάντα αισθάνεσαι ότι πρόκειται για τη δική σου ζωή.»
Έχοντας ήδη διαβάσει αρκετά βιβλία του Szalay στα αγγλικά, μπορώ να πω ότι το ύφος του είναι αναγνωρίσιμο: σύντομες και αποσπασματικές φράσεις, καθημερινός λόγος, στεγνό συναίσθημα, αμεσότητα. Το συγκεκριμένο βιβλίο θα έλεγα ότι αποτελεί κατά κάποιο τρόπο συνέχεια ή μάλλον συνέπεια του «All that man is» το οποίο βγήκε το 2016. Και στα δύο ο Szalay δεν διστάζει να αντιμετωπίσει χωρίς περιστροφές και καλολογικά σχήματα τις αδιάκοπες παρορμήσεις της επιθυμίας στη ζωή ενός άνδρα, όλα όσα -θετικά και αρνητικά- μένουν συνήθως εκτός εικόνας – ακόμη και στη λογοτεχνία.
O Danid Szalay θα βρίσκεται επίσης στην Αθήνα στο πλαίσιο του 1ου Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας. A.X.
JoanDidion, Η χρονιά της μαγικής σκέψης, μτφρ. Μυρσίνη Γκανά, εκδόσεις Ψυχογιός
H Joan Didion είναι μέλος του προσωπικού μου λογοτεχνικού Κανόνα, σε σημείο που όταν πέθανε το 2021 έκλαψα σα να είχα χάσει μια αγαπημένη θεία.
Το βιβλίο «Η χρονιά της μαγικής σκέψης» που κυκλοφόρησε μόλις είναι επανέκδοση: είχε βγει το 2011 από τις εκδόσεις Κέδρος, σε μετάφραση Ξένιας Μαυρομάτη, αλλά είναι εξαντλημένο, ευχής έργον λοιπόν που μας το ξανασυστήνουν οι εκδόσεις Ψυχογιός. Στην Αμερική εκδόθηκε το 2005, λίγο μετά τον θάνατο του συζύγου της Joan Didion, John Gregory Dunne τον Δεκέμβριο του 2003 από στεφανιαίο επεισόδιο, ενώ η μοναχοκόρη τους Quintana βρισκόταν αναίσθητη στο νοσοκομείο λόγω επιπλοκών από πνευμονία. Ήταν η αρχή μιας μακράς περιόδου πόνου και πένθους. Λίγα χρόνια αργότερα, το 2005, πριν ακόμη εκδοθεί «Η χρονιά της μαγικής σκέψης», η Quintana θα πεθάνει από πανγκρεατίτιδα σε ηλικία 39 ετών. Η Didion θα γράψει για τον John σε αυτό το βιβλίο, όμως με την κόρη της και τη (δύσκολη) σχέση τους, δεν θα αναμετρηθεί παρά αρκετά χρόνια αργότερα, το 2011, στο «Blue Nights».
Η Didion ολοκλήρωσε το «Η Χρονιά της Μαγικής Σκέψης» μέσα σε 88 μόλις ημέρες, μεταξύ 4 Οκτωβρίου και 31 Δεκεμβρίου 2004, έναν χρόνο και μια ημέρα δηλαδή μετά τον θάνατο του John. Οι σημειώσεις που κράτησε κατά τη διάρκεια των νοσηλειών της Quintana αποτελούν μέρος του, και παρότι όπως ανάφερα, η Quintana πέθανε πριν εκδοθεί, η Didion δεν θέλησε να αναθεωρήσει το χειρόγραφο. Στο βιβλίο η συγγραφέας αναλύει τα συναισθήματά της τον χρόνο που ακολούθησε τον θάνατο του John, αναβιώνει περιστατικά από την κοινή τους ζωή, ενώ ταυτόχρονα φροντίζει την Quintana. Στην αφήγηση το πένθος της συνυφαίνεται με τις επιπλοκές στην υγεία της κόρης της, αλλά και την επιστημονική έρευνα σε σχέση με την απώλεια, την ασθένεια, τη μνήμη και την ταυτότητα.
Η γραφή της Didion έχει και σε αυτό το τόσο προσωπικό και εξομολογητικό βιβλίο, εκείνο το αναγνωρίσιμο μίγμα αποστασιοποίησης και περιέργειας που χαρακτηρίζει όλο το έργο της – με λίγες εκφράσεις ανεπεξέργαστου συναισθήματος. Τη στοιχειώνουν ερωτήματα σχετικά με τις ιατρικές λεπτομέρειες του θανάτου του συζύγου της, με την πιθανότητα να το είχε διαισθανθεί εκ των προτέρων, με το πώς θα μπορούσε να είχε κάνει τον χρόνο που του απέμενε πιο ουσιαστικό. Όσο για τον τίτλο, αναφέρεται στη μαγική σκέψη με την ανθρωπολογική έννοια: εάν ένα άτομο ελπίζει σε κάτι αρκετά ή κάνει τις σωστές ενέργειες, τότε ένα αναπόφευκτο γεγονός μπορεί να αποτραπεί.
Το 2005 «Η Χρονιά της Μαγικής Σκέψης» έφερε στην Didion το National Book Award for Nonfiction και μια υποψηφιότητα για το National Book Critics Circle Award και το Βραβείο Pulitzer. Το βιβλίο διασκευάστηκε για το θέατρο και ανέβηκε στο Μπρόντγουεϊ το 2007 με πρωταγωνίστρια τη Vanessa Redgrave. A.X.
Michael Kimball, Ο Μεγάλος Ρέι, μτφρ. Άκης Παπαντώνης, εκδόσεις Κίχλη
Το μυθιστόρημα του Michal Kimball «Ο Μεγάλος Ρέι» ασχολείται επίσης με τις τραυματικές οικογενειακές σχέσεις. Εδώ όμως, σε αντίθεση με το βιβλίο του Bajani, στο επίκεντρο είναι ο πατέρας.
Συναντάμε τον πρωταγωνιστή, τον γιο Ντάνι, την ημέρα που μαθαίνει ότι ο πατέρας του είναι νεκρός και ενώ προσπαθεί να διαχειριστεί καταιγιστικά αλλά ανάμικτα συναισθήματα· από τη μια νιώθει αποσυντονισμένος, σχεδόν χαμένος, από την άλλη αισθάνεται μεγάλη ανακούφιση: «Δεν καταλαβαίνω τα περίπλοκα συναισθήματά μου σε ό,τι έχει να κάνει με τον πατέρα μου. Τον μισούσα, αλλά ήθελα να με συμπαθεί. Ντρεπόμουν για εκείνον, αλλά ήθελα να νιώθει περήφανος για μένα» λέει ενώ συνειδητοποιεί σταδιακά ότι δεν θα αναγκαζόταν να τον βλέπει άλλο «να αφήνει τον εαυτό του να πεθαίνει».
Κακά τα ψέματα, ο Ντάνι δεν συμπαθούσε τον πατέρα του. Στην πραγματικότητα είχε κάθε λόγο να τον μισεί. Γιατί ήταν ένας πατέρας -και σύζυγος- κακοποιητικός, που χτυπούσε, που δεν συγχωρούσε, που δεν άφηνε χώρο σε κανέναν άλλον να αναπνεύσει πόσο μάλλον να ευτυχήσει. Γιατί όλος ο χώρος είχε καταληφθεί από εκείνον και τον υπέρβαρο εαυτό του.
Ο πατέρας του Ντάνι ήταν χοντρός, εξού και το Μεγάλος Ρέι. Ο Kimball περιγράφει το μέγεθος του πατέρα του Ντάνι χωρίς εισαγωγικά. Άλλωστε έγραψε το βιβλίο το 2012 πριν το politically correct μας βάλει φρένο στη γλώσσα. Ίσως σήμερα να το χειριζόταν αλλιώς. Ωστόσο έχει την αξία του. Ο όγκος του πατέρα του υπήρξε καθοριστικός σε κάθε φάση της ζωής του Ντάνι και προφανώς αυτό οδήγησε τον ίδιο σε έναν αργό αλλά προδιαγεγραμμένο θάνατο.
Ο Kimball δομεί το μυθιστόρημα με ιδιαίτερο τρόπο. Εικοσιεννέα κεφάλαια, που περιέχουν 500 συνολικά μικρές παραγράφους -κάποιες ακόμη και βινιέτες-, δηλαδή όσο περίπου ήταν και το βάρος του Μεγάλου Ρέι σε λίβρες (γύρω στα 250 κιλά). Η γλώσσα είναι απλή, στακάτη, κάποιες φορές θυμίζει παιδικό γραπτό, χωρίς όμως αυτό να μειώνει την ένταση της αφήγησης, η οποία μάλιστα φτάνει σε μια όχι και τόσο αναπάντεχη κορύφωση λίγο πριν το τέλος.
Κλείνοντας το μυθιστόρημα «Ο Μεγάλος Ρέι» ευχόμουν να μην είχαν συμβεί όλα αυτά στον ίδιο τον Kimbell. Μέχρι που, ψάχνοντας, έπεσα πάνω σε μια συνέντευξή του τον Δεκέμβριο του 2012: «Ένιωθα σίγουρα πολύ θυμό όταν το έγραφα, αλλά είχα και άλλα συναισθήματα – θλίψη, μίσος, φόβο, αηδία. Γελούσα όμως κιόλας και μέσω όλων αυτών βρήκα τον τρόπο να αποδεχτώ όσα είχαν συμβεί». Και παρακάτω: «Ήξερα ότι ένιωθα απελευθέρωση αφότου έγραψα το μυθιστόρημα, αλλά ποτέ δεν μπορούσα να το εκφράσω με σαφήνεια. Και νομίζω ότι αυτό οφειλόταν στο ότι γράφοντάς το είχα καταφέρει να αντιμετωπίσω την ντροπή που νιώθουν πολλοί κακοποιημένοι άνθρωποι» (βλ. Identity Theory).
Το «Ο Μεγάλος Ρέι» είναι το δεύτερο βιβλίο του Michael Kimball που κυκλοφορεί στα ελληνικά, μετά το «Αγαπητοί Όλοι» (μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου, εκδόσεις Οκτώ, 2010). A.X.
Sanaka Hiiragi, Το μαγικό φωτογραφείο του κυρίου Χιρασάκια μτφρ. Βίκυ Τσιούστα, εκδόσεις Ίκαρος
Αυτή είναι η ιστορία του ιδιόρρυθμου και μαγικού φωτογραφικού στούντιο του κυρίου Χιρασάκα, συλλέκτη παλαιών φωτογραφικών μηχανών. Εκ πρώτης όψεως θυμίζει ένα κλασικό ιαπωνικό φωτογραφείο. Μίνιμαλ διακόσμηση, απαλά χρώματα και απλά υλικά, τάξη και ηρεμία. Όμως αυτό το φωτογραφείο κρύβει ένα μυστικό: στην πραγματικότητα είναι μια πύλη προς τη μετά θάνατον ζωή, ένας ενδιάμεσος χώρος που βοηθά τους νεκρούς να περάσουν στην απέναντι όχθη. Και ο κύριος Χιρασάκα είναι ο συνοδός τους που θα τους βοηθήσει μέσα από το «φανάρι των αναμνήσεων» να δουν ολόκληρη τη ζωή τους να περνά μπροστά από τα μάτια τους. Ξεχωρίζοντας τις φωτογραφίες τους, τις οποίες μεταφέρει σε ένα κουτί κάθε φορά ο Γιάμα, ένας νεαρός διανομέας, ο κύριος Χιρασάκα προσφέρει στους επισκέπτες ένα δεύτερο δώρο: την ευκαιρία να ταξιδέψουν πίσω στο χρόνο για να φωτογραφίσουν μια συγκεκριμένη στιγμή της ζωής τους που επιθυμούν να θυμούνται με ξεχωριστό τρόπο.
«Το μαγικό φωτογραφείο του κυρίου Χιρασάκα» χωρίζεται σε τρία κεφάλαια, τρεις διαφορετικές ιστορίες, χαρακτηριστικές της ιαπωνικής κουλτούρας και φιλοσοφίας. Στην πρώτη, γνωρίζουμε την 92χρονη Γιάγκι Χατσούε που εργαζόταν ως νηπιαγωγός και έχει ένα τεράστιο κουτί αναμνήσεων, στη δεύτερη τον Ουανιγκούτσι, έναν επιστάτη γιακούζα, ο οποίος όμως είναι ικανός για μεγάλη συμπόνοια και στην τρίτη την Μιτσούρου, μια νεαρή κοπέλα που την κακοποιεί ο πατριός της με την ανοχή της μητέρας της.
Το βιβλίο της Sanaka Hiiragi είναι συγκινητικό και κάποιες φορές δραματικό. Ωστόσο δεν είναι ένα απαισιόδοξο βιβλίο, βυθισμένο στο πένθος και στην απώλεια, καθώς μέσα από το βλέμμα και τα λόγια του κυρίου Χιρασάκα, ο πόνος απαλύνει, γίνεται κάπως πιο διαχειρίσιμος.
Η Sanaka Hiiragi γεννήθηκε το 1974 στην Ιαπωνία. Σπούδασε λογοτεχνία στην Ιαπωνία και εργάστηκε στο εξωτερικό ως καθηγήτρια ιαπωνικών για εφτά χρόνια. «Το μαγικό φωτογραφείο του κυρίου Χιρασάκα», έχει μεταφραστεί σε 25 γλώσσες και είναι το πρώτο βιβλίο της που κυκλοφορεί στα ελληνικά. A.X.
Laura Cwiertnia, Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς, μτφρ. Βασίλης Κωστόπουλος, εκδόσεις LOGGIA
Το «Στον δρόμο μάς φωνάζουν αλλιώς» είναι το πρώτο μυθιστόρημα της Laura Cwiertnia (Τσβιέρτνια). Η Γερμανίδα συγγραφέας με αρμενικές ρίζες, διερευνά την έννοια της πατρίδας και του ανήκειν, μιλά για το τι σημαίνει να νιώθεις ξένος στο ίδιο σου το σπίτι. Η πρωταγωνίστρια-αφηγήτρια Κάρλα, μεγαλώνει στις εργατικές πολυκατοικίες του Μπρέμεν-Νορτ. Ο πατέρας της έφτασε στη Γερμανία έφηβος. Η μητέρα της Άνια είναι Γερμανίδα. Η Κάρλα συναναστρέφεται παιδιά μεταναστών, από την Τουρκία, τη Ρωσία, την Αλβανία, όμως η μόνη επαφή της με την Αρμενία είναι τα μπουρέκια που φτιάχνει με τη γιαγιά της Μαριάμ τα Σαββατοκύριακα. Δεν μιλάει τη γλώσσα, δεν αναφέρεται σχεδόν ποτέ στην καταγωγή της. Ούτως ή άλλως δεν γνωρίζει και πολλά για τη χώρα της. «Ότι οι πρόγονοί μου υπήρξαν θύματα μιας γενοκτονίας το έμαθα στο γυμνάσιο» λέει χαρακτηριστικά. Μέχρι που όταν η Μαριάμ πεθαίνει, ανακαλύπτει στα συρτάρια της ένα σημείωμα με ένα γυναικείο όνομα, ένα χρυσό βραχιόλι και μια διεύθυνση στην Αρμενία. Έτσι, επιθυμώντας να τιμήσει τη μνήμη της, αποφασίζει να ταξιδέψει για πρώτη φορά στα πατρογονικά εδάφη. Συντροφιά με τον πατέρα της, πηγαίνει στο Γερεβάν, χωρίς να ξέρει τι ακριβώς ψάχνει ούτε όμως τι θα βρει. Ακολουθώντας το νήμα της οικογενειακής της ιστορίας θα γνωρίσει μια Ανατολή εξωτική και άγρια· θα μάθει για τη γενοκτονία των Αρμενίων, για την καταστροφή της Σμύρνης, για το πογκρόμ του ’55. Κυρίως όμως θα καταλάβει γιατί «στο δρόμο τους φωνάζουν αλλιώς».
Σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στο αρμένικο site CivilNet με αφορμή τη μετάφραση του βιβλίου της στα αρμενικά, η Cwiertnia λέει ότι «η σιωπή είναι το κύριο θέμα του βιβλίου» και εξηγεί: «Είναι διαφορετικό να μεγαλώνεις στην Αρμενία και να έχεις τη δυνατότητα να πας στο Μουσείο Γενοκτονίας, για παράδειγμα. Στην Αρμενία, η γενοκτονία δεν είναι ένα θέμα που αποσιωπάται. Ο ήρωας του βιβλίου μου [αναφέρεται προφανώς στον πατέρα], από την άλλη πλευρά, μεγαλώνει στην Τουρκία και αργότερα σε μια τουρκική κοινότητα στη Γερμανία, όπου δεν είναι καθόλου εύκολο να μιλήσει κανείς γι’ αυτό». Και καταλήγει: «Η σιωπή της γιαγιάς δεν είναι μόνο αποτέλεσμα οικογενειακού τραύματος, αλλά ένας συνεχής φόβος και ακόμη και ένας πραγματικός κίνδυνος λόγω της κατάστασης στην κοινωνία μετά τη μετανάστευση» (βλ. CIVILNET).
Το μυθιστόρημα είναι πολυπρόσωπο: η αφηγήτρια Κάρλα, μιλά σε πρώτο πρόσωπο ως ενήλικη, γίνεται Καρλότα με τριτοπρόσωπη αφήγηση όταν αναφέρεται στα παιδικά και εφηβικά της χρόνια, ενώ στα κεφάλαια που την αφορούν, παρεμβάλλονται εκείνα του πατέρα της Άβι και της γιαγιάς της Μαριάμ, μέσα από τα οποία συμπληρώνεται το παζλ της όχι μόνο της οικογενειακής αλλά ολόκληρης της αρμένικης ιστορίας.
Αν και σε κάποιες φάσεις η Cwiertnia παρασύρεται από μακροσκελείς περιγραφές που παραπέμπουν σε ταξιδιωτικό ρεπορτάζ -άλλωστε η ίδια εργάζεται ως δημοσιογράφος στη Die Zeit-, το «Στον δρόμο μας φωνάζουν αλλιώς» είναι ένα συναρπαστικό αφήγημα, γραμμένο με ιδιαίτερη ευαισθησία και ειλικρίνεια.
Selva Almada, Οι πλινθοποιοί, μτφρ. Αγγελική Βασιλάκου, εκδόσεις Κλειδάριθμος
Η Selva Almada θεωρείται μια από τις πιο δυνατές φωνές της σύγχρονης λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας και μια από τις πιο επιδραστικές φεμινίστριες διανοούμενες της Αργεντινής. Ο τίτλος του μυθιστορήματος «Οι πλινθοποιοί» παραπέμπει στο επάγγελμα των πρωταγωνιστών: η κατασκευή τούβλων με παραδοσιακό τρόπο είναι μια συνηθισμένη δουλειά της εργατικής τάξης στη βορειοανατολική Αργεντινή, όπου και διαδραματίζεται.
Το μυθιστόρημα της Almada είναι μια τραγωδία, στα χνάρια των Καπουλέτων και των Μοντέγων, θα μπορούσε να πει κάποιος. Και εδώ έχουμε δυο αντίπαλες οικογένειες, τους Ταμάι και τους Μιράντα, που έχουν αποξενωθεί από παλιά μίση -αλλά που, παρόλα αυτά, μοιράζονται τις ίδιες προκαταλήψεις, δυστυχία και βία- των οποίων τα παιδιά ερωτεύονται. Μόνο που πρόκειται για δύο αγόρια – τον Πάχαρο Ταμάι και τον Ανχελίτο Μιράντα.
Η ιστορία ξεκινά με τον έναν από τους δύο, τον Πάχαρο, να σφαδάζει στη λάσπη, δίπλα σε μια ρόδα, πληρώνοντας το τίμημα του έρωτά του για τον Ανχελίτο. Δίπλα του βρίσκεται σε ανάλογη κατάσταση ο μεγάλος αδερφός του Ανχελίτο, Μαρσιάνο. Σε μια ονειρική φάση μεταξύ ζωής και θανάτου, οι δυο άντρες θυμούνται τη προαιώνια διαμάχη των πατεράδων τους και τα γεγονότα που τους οδήγησαν στο χώμα.
Στο ενδιάμεσο μαθαίνουμε την ιστορία των δύο οικογενειών, γνωρίζουμε τις γυναίκες τους, τις συνήθειες της αγροτικής και της εργατικής τάξης.
Το βιβλίο είναι γραμμένο σαν μια σκληρή αναμέτρηση, με αρκετό διάλογο και σε πολυπρόσωπη αφήγηση με αρκετές λεπτομέρειες. Η ιστορία ξετυλίγεται σταδιακά χωρίς την παρέμβαση της συγγραφέως, η οποία ωστόσο καταφέρνει να αποδώσει με διαύγεια και ωμότητα τον ματσίσμο και τις βίαιες παρορμήσεις των συμπατριωτών της, και ταυτόχρονα να αναδείξει ξεχωριστούς χαρακτήρες γυναικών με έμφαση στην ικανότητά τους να επιβιώνουν εν τέλει ενάντια σε όλες τις αντιξοότητες. Η Selva Almada θα βρίσκεται στην Αθήνα προσκεκλημένη του 1ου Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας που θα πραγματοποιηθεί στις 27 με 29/3 στην Τεχνόπολη. Α.Χ.
.
και δέκα παλιότεροι (κλασικοί θα λέγαμε)
Δύο μυθιστορήματα σε ένα βιβλίο που όμως συνομιλούν μεταξύ τους. Ομοιότητες αρκετές και ως προς την αφηγηματική τεχνική- πρόκειται για ιστορίες που αφηγούνται οι βασικοί ήρωες σε τρίτους και ως προς το ύφος τους-ρομαντικό/γκόθικ και ως προς την κεντρική ιδέα τους- ένας άνθρωπος χάνει τον ίσκιο του και τι σημαίνει αυτό.
Στην θαυμαστή ιστορία του Πέτερ Σλέμιλ, ένας φτωχός οδοιπόρος συναντά έναν περίεργο άνδρα με γκρι που μπορεί και κάνει θαύματα. Αυτός υπόσχεται στον Σλέμιλ ότι μπορεί να του δώσει άπειρα χρήματα που θα τον κάνει πλούσιο και θα μπορέσει να παντρευτεί την αγαπημένη του Μίνα με αντάλλαγμα να του παραχωρήσει τον ίσκιο του. Ο Σλέμιλ δέχεται και παίρνει ως δώρο ένα σακούλι που γεννάει συνεχώς χρυσά νομίσματα. Οι άνθρωποι της εποχής του θα παρατηρήσουν ότι δεν έχει ίσκιο, θα το θεωρήσουν παράνομο και θα τον κυνηγήσουν.
Στο Οι περιπέτειες της παραμονής της Πρωτοχρονιάς ο Χόφμαν αφηγείται την ιστορία του Εράσμους Σπίκχερ, γερμανού οικογενειάρχη, με γυναίκαι και μικρό παιδί, ο οποίος σε ένα ταξίδι στη Φλωρεντία γνωρίζει και ερωτεύεται την καλλονή Τζουλιέττα. Δεν θα μπορέσει να την προσεγγίσει παρά μόνον με τη βοήθεια ενός αλλόκοτου άνδρα, του Νταπερτούττο. Ο τελευταίος θα του ζητήσει να του χαρίσει τη σκιά του για να τον ερωτευτεί η Τζουλιέττα. Ο Σπίκχερ θα φονεύσει έναν ιταλό που επιβουλεύεται την Τζουλιέττα και ο Νταπερτούττο θα τον φυγαδεύσει μακριά. Ο Εράσμους δεν μπορεί να ζήσει μακριά της, ο Νταπερτούττο, ο περίεργος αυτός άνδρας (ο Διάβολος), του ζητά να φαρμακώσει την οικογένεια του κι αυτός γι αντάλλαγμα θα την φέρει για πάντα να ζήσει μαζί του. Στο τέλος αυτού του μυθιστορήματος θα εμφανιστεί το όνομα του Σλέμιλ.
Φαουστικές και οι δύο ιστορίες, γραμμένες στις αρχές του 19ου αιώνα, αντανακλούν τις κοινωνικές και ιδεολογικές ανησυχίες της εποχής. Είναι η εποχή της «αναζήτησης στις ανεξιχνίαστες περιοχές του ένδον κόσμου», όπως σημειώνει ο επιμελητής του τόμου. Και στα δύο πεζά η αποχώρηση της σκιάς από το σώμα διχοτομούν το Εγώ, διακονούν το πέρασμα από το φανταστικό ονειρικό στο πραγματικό και από εκεί στο υπαρξιακό. Οι συμβάσεις του πραγματικού υποχωρούν δίνοντας τη θέση τους σε φανταστικές συνυπάρξεις και ά-λογες σχέσεις. Όσοι έχουν διαβάσει Ε.Τ.Χόφμαν γνωρίζουν το ειρωνικό, σατιρικό, δεικτικό πνεύμα της γραφής του. Αν και μας χωρίζουν σχεδόν 200 χρόνια από την εποχή που γράφτηκαν τα κείμενα αυτά διαθέτουν γοητευτικό λόγο ύπαρξης για τους καλούς αναγνώστες. Κάποια βιβλία συμπληρώνουν τον κόσμο του συγγραφέα όπως π.χ. αυτό της Ούρσουλα Λεγκέν. Σε κάθε περίπτωση είναι χρήσιμο να διαβάζεις ή να ξαναδιαβάσεις παλιότερους συγγραφείς για να μη νομίζουμε ορισμένοι ότι οι νεότεροι συγγραφείς «ανακάλυψαν τον τροχό». Γ.Ν.Μ
Franz Werfel, Ο άνθρωπος που νίκησε τον θάνατο, μτφρ. Απόστολος Στραγαλινός, εκδόσεις Κριτική
Η νουβέλα αυτή φέρνει πάλι στην επικαιρότητα ακόμα έναν γερμανόφωνο πολύ καλό συγγραφέα. Ο Franz Werfel γεννήθηκε το 1890 στην Πράγα και βρισκόταν κοντά στον κύκλο των Μαξ Μπροντ και Φραντς Κάφκα. Ήταν και αυτός θύμα της ήττας της Αυστροουγγαρίας, ο οποίος μετά την επέλαση των Ναζί κατέφυγε αρχικά στη Γαλλία και μετά στις ΗΠΑ. Η νουβέλα του αυτή (ο πρωτότυπος τίτλος είναι «Ο θάνατος ενός μικροαστού») αφηγείται την ιστορία ενός φτωχού ανθρώπου του Καρλ Φιάλα, πρώην θυρωρού στο Γραφείο του Εισαγγελέα Οικονομικών του Κράτους, που κερδίζει τα προς το ζην ως επιστάτης αποθήκης μετά την πρόωρη συνταξιοδότησή του. Ζει με την γυναίκα του Μαρί, την στριμμένη αδελφή της Κάρλα και τον ψυχασθενή γιο του Φραντσλ. Η εποχή περιγράφεται με έντονα εξπρεσιονιστικά χρώματα, κατάρρευση της οικονομίας, πληθωρισμός, φτωχοποίηση μεγάλης μάζας των παλιών εμπόρων, κυριαρχία της διαφθοράς .Ο Καρλ απολύεται από την προηγούμενη εργασία του για να πάρει τη θέση του ένας ημέτερος. Όλο το ενδιαφέρον του είναι να εξασφαλίσει το μέλλον του γιου του, γι αυτό και συνάπτει ασφαλιστικό συμβόλαιο, μόνο που τα χρήματα θα αποδοθούν στον γιο εφόσον ο πατέρας πεθάνει μετά τα 65. Ο Καρλ αρρωσταίνει λίγο πριν φτάσει τα 65, οι γιατροί και η γυναίκα του τον έχουν ξεγράψει. Αυτός όμως θα αγωνιστεί να ζήσει μέχρι την ημέρα που θα συμπληρώσει τα 65. Νουβέλα εποχής, με έντονο το χρώμα της μελαγχολίας και της απογοήτευσης. Ο Καρλ πάει κόντρα στο κλίμα υποταγής της εποχής θέλοντας να κρατήσει την ανθρωπιά του. Συγκινητικό πραγματικά. Γ.Ν.Μ
Ούρσουλα Κ.Λεγκέν, Μαλαφρένα, μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ, εκδόσεις Αίολος
Ένα από τα πιο γνωστά έργα της ευφάνταστης Ούρσουλα Λεγκέν. Στο Μαλαφρένα αφηγείται την ιστορία του Ιτάλε Σόρντε, γιου και κληρονόμου ενός κτήματος στην ορεινή επαρχία της Μαλαφρένα, στην άκρη του φανταστικού κεντροευρωπαϊκού/ανατολικοευρωπαϊκού έθνους της Ορσίνια. Ο Ιτάλε Σόρντε ένας ανήσυχος φοιτητής Ιστορίας εγκαλείται από τον Πρύτανη για ένα φεϊγβολάν που καταδικάζει τη νέα ηγεσία της Ορσίνια. Η αφήγηση ξεδιπλώνεται στα μέσα της δεκαετίας του 1820. Έχει ηττηθεί ο Ναπολέων και η Αυστροουγγαρία έχει καταλάβει μεγάλο μέρος της Κεντρικής Ευρώπης. Την Ορσίνια διοικεί μια Αυστριακή δούκισσα. Ο Ίταλε Σόρντε πηγαίνει στην πρωτεύουσα Κρασνόι με σκοπό να γίνει συγγραφέας. Στην πρωτεύουσα υπάρχει κίνημα φιλελευθέρων νέων που επιδιώκουν την επιστροφή του Αυστριακού Βασιλιά. Ο Ίταλε θα διακριθεί για το συγγραφικό του πάθος, θα ιδρύσει ένα λογοτεχνικό περιοδικό αρθρογραφώντας ενάντια στους Αυστριακούς εξουσιαστές. Θα γίνει το αγαπημένο παιδί των επαναστατημένων νέων, θα ερωτευτεί τη Λουΐζα, κόρη Βαρώνου Ενρίκε Παλούντεσκαρ ζώντας με πάθος την επαναστατημένη του νεότητα. Περιοδεύει στην επαρχία εκφωνώντας ριζοσπαστικούς επαναστατικούς λόγους. Τελικά θα συλληφθεί, θα εκτίσει ποινή δύο ετών στη φυλακή Σαν Λαζάρ, θα αρρωστήσει από φυματίωση και θα επιστρέψει στη Μαλαφρένα αναστοχαζόμενος τις παλιές του βεβαιότητες. Συνειδητοποιεί ότι ήταν ωραία όταν πάλευε για την ελευθερία αλλά όπως λέει τώρα ο ίδιος «τότε δεν είχε μπει φυλακή..δεν ήξερε τι είναι το κακό». Σκέφτεται τους επαναστάτες φίλους του, άλλοι γυρίσαν στην παλιά τους ζωή, κάποιοι χάθηκαν. Οι αυταπάτες είναι ωραίες αλλά συνήθως αποφέρουν ένα δυστυχισμένο τέλος. Γοητευτικό!Γ.Ν.Μ
Herman Hesse, Κάτω από τον τροχό. Μτφρ. Ειρήνη Γεούργα, εκδόσεις Διόπτρα
Τα μυθιστορήματα μαθητείας (Bildungsroman) έχουν για μένα τουλάχιστον ένα ειδικό ενδιαφέρον. Από έλληνες συγγραφείς υπάρχουν πολύ λίγα (Ερόικα, Λεωνής, Τειχομαχία και λίγα άλλα) αλλά στο γερμανικό κόσμο πολλά. Ο Χέρμαν Έσσε όπως και στο πολύ γνωστό του Ντέμιαν ή στην Γερτρούδη έτσι και στο Κάτω από τον τροχό αφηγείται μια ιστορία μαθητείας. Ο νεαρός Χανς Γκίμπενρατ ζει με τον χήρο πατέρα του σε μια μικρή πόλη στον Μέλανα Δρυμό. Είναι ιδιαίτερα προικισμένος μαθητής και ο πατέρας του μαζί με τον διευθυντή του σχολείου τον προτρέπουν να κάνει ιδιαίτερα μαθήματα και να δώσει εξετάσεις για να μπει σε μια απαιτητικής σχολή. Πράγματι εισάγεται στην περίφημη σχολή στο μοναστήρι Μάουλμπρον. Οι δικοί του και ο διευθυντής της σχολής τον παρακινούν να διαβάζει περισσότερο για να ανταποκριθεί στις αυξημένες απαιτήσεις της σχολής. Μοναδική διαφυγή του ένας απλός υποδηματοποιός που τον παροτρύνει να βρίσκεται πιο κοντά στη φύση. Στη σχολή συνδέεται με ένα συμμαθητή του που είναι το ακριβώς αντίθετο από αυτόν, τον Χάιλνερ. Ο τελευταίος είναι αντίθετος με το εκπαιδευτικό σύστημα και με τους καθηγητές του και κάπου επηρεάζει τον Χανς, ο οποίος αρχίζει να αισθάνεται κουρασμένος παραμελώντας τα μαθήματά του. Ο Χανς διαγιγνώσκεται με νευρική διαταραχή και πηγαίνει σπίτι για «διακοπές», αν και είναι σαφές ότι δεν θα επιστρέψει στο οικοτροφείο. Παραμένει στο χωριό όπου ερωτεύεται την Έμμα. Η σχέση τους θα αποτύχει καθώς αυτός είναι άπειρος και αυτή αρκετά ενήμερη στα ερωτικά θέματα. Ο Χανς καταλήγει να μαθαίνει τέχνη δίπλα σε έναν μηχανικό. Κάποιο βράδυ μετά από ξενύχτι ο Χανς χάνεται και θα βρεθεί πνιγμένος στο ποτάμι, χωρίς να μάθουμε τα πραγματικά αίτια του θανάτου του. Ο Έσσε στο επίμετρό του αναφέρει ότι η αφήγησή του στηρίζεται σε ένα πραγματικό γεγονός που του αφηγήθηκε ένας άλλος μαθητής του Μάουλμπρον. Βιβλίο καταγγελίας γονέων και εκπαιδευτικών που φορτώνουν στους νέους τα δικά τους οράματα μην αφήνοντας ελεύθερη τη φυσική τους ανάπτυξη. (Κάτι μας λέει αυτό και για σήμερα).Γ.Ν.Μ
Τόμας Μαν, Θάνατος στη Βενετία, μτφρ. Γιάννης Καλιφατίδης, εκδόσεις Πατακης
Ένα βιβλίο, μια ταινία. Είναι αδύνατον να μιλήσει κάποιος γι αυτό το βιβλίο αν έχει δει και την ταινία του Βισκόντι. Ίσως μια από τις ευτυχισμένες στιγμές του σινεμά όπου η ταινία συμπληρώνει και δυναμώνει την αίσθηση που σου δίνει η νουβέλα αυτή του Τόμας Μαν. Η ιστορία παίζεται απροσδιόριστα κάπου τον 19ο αιώνα. Ο μεσήλικας συγγραφέας Γκούσταφ Άσενμπαχ, χήρος και με παντρεμένη κόρη, αφήνει το Μόναχο και καταφεύγει στη Βενετία για διακοπές. Στο ίδιο ξενοδοχείο μένει μια οικογένεια Πολωνών με τις κόρες της και ένας εκπάγλου καλλονής νεαρό γιο, τον δεκατετράχρονο Τάτζιο. Ο Άσενμπαχ δεν μπορεί να ξεκολλήσει τα μάτια του από τον Τάτζιο, ένας υπόγειος παράφορος έρωτας τον συνεπαίρνει. Στην πόλη ξεσπά επιδημία χολέρας, η οικογένεια των Πολωνών δεν το έχει αντιληφθεί, ο συγγραφέας το μαθαίνει αλλά προτιμά να μείνει ακολουθώντας το εφηβικό ίνδαλμα.
Ο Άσενμπαχ ήταν μέχρι να γνωρίσει τον Τάτζιο ένας ήρεμος, συμβιβασμένος μεσοαστός. Η πραγματικότητα του ήταν ασάλευτη μέχρι να έρθουν οι εσωτερικές δονήσεις του πλατωνικού πάθους. Ένα πάθος που τον κυριεύει και τελικά τον οδηγεί να αποδεχτεί τον θάνατό του. Ο Τόμας Μαν είχε πει κάποτε ότι η αρχική του πρόθεση το 1911 ήταν να γράψει κάτι για τον περίφημο όσο και ανεκπλήρωτο έρωτα του Γκαίτε για τη 17χρονη Ούλρικε φον Λέβετσοφ, για τη δύναμη που έχει το πάθος να εκτροχιάσει ακόμα και έναν δομημένο νου. Το διαβάζεις και έχεις στο μυαλό σου την μουσική του Μάλερ (το adagietto από την 5η Συμφωνία) που υπογραμμίζει την ατμόσφαιρα παρακμής, τον ρομαντικό θάνατο και την εμμονική αναζήτηση της ομορφιάς, ταυτίζοντας τον πρωταγωνιστή με τον ίδιο τον συνθέτη. Γ.Ν.Μ
Jean Cocteau, Τα τρομερά παιδιά, μτφρ. Λίζυ Τσιριμώκου, εκδόσεις Άγρα
Δημοσιεύτηκε το 1929 κι έκανε πάταγο. O Κοκτώ ποιητής, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ζωγράφος και σκηνοθέτης του κινηματογράφου, νεορομαντικός, σουρεαλιστής, πειραματιστής. Ήταν ήδη πολύ γνωστός όταν εξέδωσε τα Τρομερά Παιδιά, ένα «σκανδαλώδες» έργο. Δύο αδέλφια, η Ελιζαμπέτ και ο Πωλ, ζουν σε ένα δωμάτιο στο Παρίσι ή κάνοντας διακοπές. Συμπεριφέρονται σαν παιδιά ενώ η Ελιζαμπέτ είναι ήδη 19 και ο Πωλ δύο χρόνια μικρότερος. Ο Πωλ τραυματίζεται από το χέρι του συμμαθητή του Νταρζελός και αναγκάζεται να μείνει σπίτι με την αδελφή του Ελιζαμπέτ. Αυτό το δωμάτιο γίνεται το θέατρο για αυτό που αποκαλούν «το παιχνίδι», μια ιστορία που επινοούν κάθε βράδυ και στην οποία οι δυο τους είναι οι πρωταγωνιστές. Το όνειρό τους μπερδεύεται επικίνδυνα με την πραγματικότητα. Το πάθος που ενώνει τα δυο αδέλφια θα φαινόταν διφορούμενο και σκανδαλώδες αν δεν είχαν χαράξει γύρω τους ένα μαγικό κύκλο, που τα προστατεύει από τον εξωτερικό κόσμο και τα κάνει να επικοινωνούν με έναν κόσμο “όπου τα σώματα και οι ψυχές παντρεύονται κι όπου η αιμομιξία δεν καταδιώκει τους αγαπημένους”
Η Ελιζαμπέτ παντρεύεται ένα πλούσιο αμερικανο-εβραίο , ο οποίος πεθαίνει λίγο αργότερα. Γύρω τους ζει μια παρέα και που όλοι μαζί θα αποφασίσουν να εγκατασταθούν στο Μέγαρο του Μικαέλ, όπου θα στηθεί ένα νέο δωμάτιο γεμάτο με παράταιρα πράγματα. Η Ελιζαμπέτ θα ψάξει για δουλειά και εκεί θα γνωρίσει την Αγκάτ, μια ορφανή που θα διεκδικήσει την καρδιά του Πωλ. Εκείνος ανταποκρίνεται. Η Ελιζάμπετ θα χαλάσει τον γάμο, δεν εννοεί να σπάσει η σχέση με τον αδελφό της και με δική της παρότρυνση θα ρίξει την Αγκάτ στην αγκαλιά του Ζεράρ. Ο Πωλ θα επιχειρήσει να αυτοκτονήσει με ένα φάρμακο που θα του προμηθεύσει ένας άλλος φίλος τους. Η Ελιζαμπέτ θα τρέξει να βρει τον αδελφότης λίγο πριν πεθάνει και θα αυτοκτονήσει και η ίδια προλαβαίνοντας τον θάνατο του αδελφού της. Ένα έργο για τη γοητεία της εφηβείας που καταλήγει πολλές φορές σε δράμα (θυμηθείτε τον Φαμπιάν του Καίστνερ ή τη δική μας Ερόικα του ΚΟσμά Πολίτη).Γ.Ν.Μ
Jules Barbey d΄Aurevilly, Οι Διαβολικές, μτφρ. Δέσποινα Μαντοπούλου, εκδόσεις Bookstars
Επιστροφή στον 19ο αιώνα με κλασικό, ολίγο μπαρόκ σκηνικό. Ο Jules Barbey d΄Aurevilly,(Μπαρμπέ ντ΄Ορεβιγί) αφού πέρασε από τον ρεπουμπλικανισμό κατέληξε στους καθολικούς αν και το έργο του διαψεύδει την προσήλωσή του στον καθολικισμό. Οι Διαβολικές είναι γυναίκες που φέρνουν μέσα τους το Κακό. Ο ίδιο δήλωνε ότι «πιστεύει στον Διάβολο και με αυτές τις ιστορίες θέλει να τρομάξει τις αγνές ψυχές». Εκπρόσωπος του κινήματος της Παρακμής, προκλητικός, αποστρέφεται την πρόοδο και διακρίνεται από έντονη απαισιοδοξία. ΟΙ ιστορίες του έχουν ηρωίδες γυναίκες που είναι αμείλικτες, φιλήδονες, επιθετικές, διαφθείρουν τις ψυχές των άλλων και δεν σταματούν μπροστά σε τίποτα ιερό. Φυσικά αυτά τότε ακούγονταν φρικτά, όχι όμως σήμερα που οι αναγνώστες έχουν γνωρίσει πολύ φρικτότερα πράγματα και όχι μόνον στην τέχνη. Αυτό που κάνει σήμερα αξιανάγνωστα τα διηγήματα του Μπαρμπέ ντ΄Ορεβιγί είναι αυτή η αίσθηση της φινέτσας, τα σαλόνια στα οποία ακούγονται να θροΐζουν οι πλούσιες τουαλέτες, οι μαρκήσιοι και το στυλ τους, ο πλούτος, αλλά και η φιληδονία που κρύβεται επιμελώς.
Οι πιο πολλές ιστορίες είναι εξιστορήσεις τρίτων. Ας δούμε παραδείγματα : Ένας Μαρκήσιοw διηγείται τον πρώτο σεξουαλικό του έρωτα με μία παθιασμένη παρθένα που πεθαίνει ανεξήγητα στην αγκαλιά του. Δώδεκα γυναίκες της καλής κοινωνίας καλούν σε σουπέ τον ηλικιωμένο πια Δον Ζουάν και τον βάζουν να αφηγηθεί τον πιο περίεργο έρωτα που δεν ξέχασε ποτέ. Αυτός τους διηγείται μια παράξενη ιστορία με ένα μικρό κορίτσι που υποστήριζε ότι έμεινε έγκυος από αυτόν χωρίς ο ίδιος να την αγγίξει. Ευτυχία στο Έγκλημα”: Ένας κόμης ερωτεύεται μια επιδέξια ξιφομάχο και την προσλαμβάνει ως υπηρέτρια της γυναίκας του. Η μυστική σχέση μιας κυρίας και ενός έμπειρου παίκτη του γουίστ οδηγεί σε μια φρικτή πράξη. Ένας Γάλλος αξιωματικός αφηγείται μια ιστορία αγάπης και πόθου με τη σύζυγο ενός συναδέλφου του αξιωματικού. Μια πλούσια πριγκίπισσα απορρίπτει τον άθλιο σύζυγό της γινόμενη μια φθηνή πόρνη. Τα διαβάζεις για τον δαντελένιο λόγο, τη γοτθική ατμόσφαιρα, την διαχρονική κοινωνική υποκρισία.Γ.Ν.Μ
Dylan Thomas, Το πορτρέτο του καλλιτέχνη ως σκύλου,μτφρ. Έφη Φρυδά, εκδόσεις Ροές
Ένα βιβλίο για να γνωρίσεις καλύτερα τον ποιητή Ντύλαν Τόμας καθώς αυτά τα μοναδικά πεζά του είναι βασισμένα στην ίδια τη ζωή του. Όλες οι ιστορίες διαδραματίζονται στην πατρίδα του συγγραφέα, το Σουόνσι, στη Νότια Ουαλία. Γραμμένες σε διάστημα αρκετών ετών, οι συχνά κωμικές ιστορίες δείχνουν στιγμές από τη ζωή του, από την πρώιμη παιδική ηλικία μέχρι την εφηβεία του ως νεαρός δημοσιογράφος για την South Wales Daily Post. Ο τίτλος μοιάζει να μιμείται ή να παίζει με το βιβλίο του Τζέιμς Τζόις «Πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία»,ο ίδιος το αρνήθηκε αν και η επίδραση του Τζόις είναι φανερή , ειδικά στο διήγημα «Ένα ζεστό απόγευμα».
Το βιβλίο προξένησε πολλές και αμφίσημες αντιδράσεις. Στο The Times Literary Supplement, γράφτηκε ότι «η ατμόσφαιρα της μαθητικής πορνείας, των πρακτικών αστείων και της ποίησης ανακαλείται με επίμονη ακρίβεια, αλλά με τίποτα περισσότερο». Τελικά αυτό το βιβλίο μαθητείας έκανε τον κύκλο του μέχρι να γίνει πολύ αγαπητό. Ο τρόπος που ο Τόμας αφηγείται την έξοδο του παιδιού από τις φαντασιώσεις και τα όνειρα στον ενήλικο κόσμο έχει μια γοητεία. Όμως οι ιστορίες αυτές δεν είναι μόνο αφηγήσεις του νεαρού εαυτού αλλά και το πως ο Τόμας αναδεικνύει το καθολικό μέσα από το ατομικό βίωμα, πως συνδέει το αυτοβιογραφικό με το μυθοπλαστικό, πώς συγκρίνει το παρελθόν και το μέλλον. Βιβλίο «εισαγωγής» στα περικείμενα της ποίησης του Ντύλαν Τόμας.Γ.Ν.Μ.
και δύο στο ενδιάμεσο…
Πέτερ Χαντκε, Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα, μτφρ. Σπύρος Μοσκοβου, εκδόσεις Εστία
Ο Χάντκε δεν ανήκει στους κλασικούς αλλά ούτε και στους νεότερους. Νομπελίστας (2019), γεννημένος το 1942,με πολλές επικρίσεις προς το πρόσωπό του, κυρίως ως προς τις πολιτικές του επιλογές. Για τους γερμανούς είναι ένας κλασικός γραφιάς. Στο Η μπαλάντα του τελευταίου θαμώνα, πρωταγωνιστής είναι ο Γκρέγκορ, χωρίς οικογένεια ή παιδιά ζει σε μια άλλη, μη προσδιορίσιμη ήπειρο, όταν αποφασίζει να επιστρέψει για λίγο στην πατρίδα του, στη μικρή πόλη της καταγωγής του. Ο Γκέγκορ ως ήρωας στους αναγνώστες του Χάντκε είναι γνωστός καθώς έχει εμφανιστεί και σε άλλα πεζά του, για πρώτη φορά πριν 60 χρόνια στο πρώτο του μυθιστόρημα Οι Σφήκες, και έκτοτε αποτελεί επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα στο έργο του. Στη Μπαλάντα του Τελευταίου Επισκέπτη, φθάνει στην πόλη καταγωγής του για να ενημερώσει την οικογένειά του για τον θάνατο του μικρότερου αδελφού του. Περιπλανάται στα παλιά του λημέρια επισκεπτόμενος τον οικογενειακό οπωρώνα, πηγαίνοντας στον κινηματογράφο, σταματώντας σε μια ταβέρνα— αλλά όλα είναι αλλαγμένα. Οι παλιοί γνωστοί του δεν τον αναγνωρίζουν, ένας σκύλος μόνο δείχνει ένα προσωρινό ενδιαφέρον γι αυτόν. Τον κατακλύζει το αίσθημα της ξενότητας, κάτι που μας θυμίζει ένα προηγούμενο βιβλίο του , το Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό (εκδ. Άγρα). Ο Γκρέγκορ καταφεύγει στις ταβέρνες και παραμένει εκεί ώσπου να κλείσουν. Η αφήγηση από τριτοπρόσωπη γίνεται πρωτοπρόσωπη για να διακρίνει ο αναγνώστης τις εσωτερικές φωνές που τον ταλαιπωρούν. Βυθισμένος σε σκέψεις για το παρελθόν και το μέλλον αναζητά τη δύναμη να φέρει το δυσάρεστο νέο στους δικούς του. Χαρακτηρίστηκε ως Οδύσσεια, ίσως του ίδιου του Χάντκε και των σημερινών προβληματισμών του.Γ.Ν.Μ
Ο Τζων Μπέργκερ (1926-2017), συγγραφέας, ζωγράφος, σεναριογράφος, κορυφαίος θεωρητικός της τέχνης και διανοούμενος, μεταφραστής και ποιητής έγινε πολύ γνωστός και σε μας με το βιβλίο του Η εικόνα και το βλέμμα (Μεταίχμιο). Πολύ γνωστός και από τα μαρξιστικά άρθρα του στο περιοδικό “New Statesman”. Εδώ τον γνωρίζουμε σε ένα υβριδικό λογοτεχνικό βιβλίο, που κυμαίνεται μεταξύ ποιητικής και ρεαλισμού.
Στο πρώτο μέρος (Κάποτε), αποτυπώνει την αινιγματική, ανθρώπινη εμπειρία του χρόνου, ενώ στο δεύτερο μέρος (Εδώ), εξερευνά την έννοια του χώρου, ειδικά σε σχέση με την όραση και την απόσταση. Το κείμενο αποτελείται από μικρά κομμάτια, πεζά και αλλού ένθετα ποιήματα, δικά του ή άλλων, μοιάζει σαν να αποτυπώνει με το λόγο φωτογραφίες πολάροιντ σχέσεων που διαλύθηκαν. Απευθύνεται πολλές φορές σε κάποιον άλλον, την ερωμένη/αγαπημένη του. Ο χώρος και ο χρόνος κατακλύζουν το νου του, η σκέψη, η επιθυμία, το φως και η όραση, η απώλεια αλλά και ο πόνος διαμορφώνουν το πλέγμα του λόγου του. Ο Ρέμπραντ, ο Καραβάτζιο, ο Δάντης, ο Χέγκελ, ο Καμύ αλλά και ο Καβάφης, η Αχμάτοβα είναι καλλιτέχνες που έρχονται στη σκέψη του κάθε φορά που θέλει να σημειώσει κάτι σημαντικό γι αυτόν. Μικρό απόσπασμα: «Οι γραμμές (των τρένων) είναι αμείλικτες. Αλλά για κάθε επιβάτη ή κάθε άτομο που έρχεται να συναντήσει ή να αποχαιρετήσει έναν ταξιδιώτη, το τρένο αυτό έχει τον δικό του οιωνό» Γ.Ν.Μ


















Adelbert von Chamisso , Η θαυμαστή ιστορία του Πέτερ Σλέμιλ και Ε.Τ.. H0ffmann, Οι περιπέτειες της παραμονής της Πρωτοχρονιάς, μτφρ Νίκος Σκοπλάκης, εκδόσεις Κίχλη

