της Έλλης Φιλοκύπρου [1]
Στην αντιφώνησή του κατά την τελετή αναγόρευσής του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου μας, το 1987, ο Οδυσσέας Ελύτης αναφέρθηκε στη φοίτησή του στη Νομική Σχολή λέγοντας πως, παρότι δεν ολοκλήρωσε τις σπουδές του, κράτησε από αυτές κάτι που αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμο για το έργο με το οποίο καταπιάστηκε στη συνέχεια: την πνευματική πειθαρχία. Ωστόσο, υπάρχει ένα ακόμη νήμα το οποίο συνδέει την ποίησή του με τα μαθήματα που παρακολούθησε στα φοιτητικά του χρόνια: η εστίαση στις έννοιες του δικαίου και της δικαιοσύνης. Από τους γνωστότερους στίχους του, χάρη και στη μελοποίησή τους από τον Μίκη Θεοδωράκη, είναι η επίκληση: Της Δικαιοσύνης ήλιε νοητέ και μυρσίνη συ δοξαστική/ μη παρακαλώ σας μη λησμονάτε τη χώρα μου!
Πώς συναρτάται η δικαιοσύνη με την ποίηση, και πώς αντιλαμβάνεται τη δικαιοσύνη ο ποιητής, ο οποίος σε ένα από τα τελευταία του έργα τη βλέπει διαχρονικά απούσα από την ελληνική κοινωνία; Κανένας δεν ακούει, κανένας. Όλοι τους πάνε κρατώντας ένα εικόνισμα και πάνω του η φωτιά. Κι ούτε μια μέρα, μια στιγμή στον τόπο αυτόν που να μη γίνεται άδικο και φονικό κανένα. Άδικα και φονικά τα οποία καταγράφει, με σαφείς αναφορές σε αποφάσεις της εξουσίας, των δικαστηρίων ή του λαού: από την αρχαιότητα (όπως η καταδίκη του Μιλτιάδη ή ο εξοστρακισμός του Αριστείδη), από το Βυζάντιο (δολοπλοκίες του παλατιού), από τα πρώτα χρόνια της ίδρυσης του ελληνικού κράτους (Με καταδίκη σε θάνατο ρίχνεται στις φυλακές ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης), από την πρόσφατη Ιστορία (τα βασανιστήρια στο ΕΑΤ-ΕΣΑ, οι απόπειρες δολοφονίας του Εθνάρχη Μακαρίου). Πρόκειται για αδικοπραγίες οι οποίες συναρτώνται με συγκεκριμένες καταστάσεις και πρόσωπα, ανάγονται όμως και σε κάτι βαθύτερο: στην αδυναμία ή και στην άρνηση του ανθρώπου να αρθεί πάνω από το προσωπικό συμφέρον και να αναζητήσει τον αληθινό του εαυτό – ατομικό και συλλογικό. Αυτήν την αδυναμία ή άρνηση καταπολεμά ο Ελύτης ζητώντας σε ένα από τα πρώτα του ήδη έργα: Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν/ Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες/ Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι/ Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά/ Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδάμε! Το τραγούδι συνδέεται άρρηκτα με την προσήλωση στο όνειρο, στην ιδέα, αλλά και με τον πόνο της απόστασης από εκείνα: Φίλε μου όταν ανάβ’ η νύχτα την ηλεχτρική σου οδύνη/ Βλέπω το δέντρο της καρδιάς που απλώνεται/ Τα χέρια σου ανοιχτά κάτω από μιαν Ιδέα ολόλευκη/ Που όλο παρακαλείς/ Κι όλο δεν κατεβαίνει/ Χρόνια και χρόνια/ Εκείνη εκεί ψηλά εσύ εδώ πέρα.
Διόλου αεροβάτης δεν είναι ο ποιητής που βλέπει την ποίηση, σαν την τρελή ροδιά, να ανοίγει τα φτερά στο στήθος των πραγμάτων/ στο στήθος των βαθιών ονείρων μας. Είναι ένας άνθρωπος ζυμωμένος με τις πέτρες και το χώμα του τόπου του, με το αίμα, τη φωτιά και το σίδερο της Ιστορίας (ας μην ξεχνάμε ότι ο Ελύτης πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο), ένας άνθρωπος που έχει επιλέξει να αγωνίζεται για τη δικαιοσύνη, επομένως, και για τη ζωή την οποία δικαιούμαστε να έχουμε, έστω κι αν δυσκολευόμαστε να το συνειδητοποιήσουμε· να αγωνίζεται με την πένα του: ο καθείς και τα όπλα του, όπως εντέλλει ο άλλος του εαυτός, ο άκοπος απ’ τον ουρανό. Αυτήν την έσωθεν εντολή ακολουθεί ζητώντας να δώσουμε στη λειτουργία των δυσκολότερων ονείρων μια σίγουρη παλινόρθωση. Γιατί, όπως είπε στην Ακαδημία της Στοκχόλμης το 1979, «η Ποίηση […] διασώζει σε καθαρή μορφή τα μόνιμα, τα βιώσιμα στοιχεία, που καταντούν δυσδιάκριτα μέσα στο σκότος της συνείδησης, όπως τα φύκια μέσα στους βυθούς των θαλασσών». Η Ποίηση, δηλώνει αλλού, είναι ένας μηχανισμός «που απομηχανοποιεί τον άνθρωπο και τις σχέσεις του με τα πράγματα». Απομηχανοποίηση απαραίτητη για να αφουγκραστούμε πρώτα απ’ όλα τον δίκαιο λόγο της φύσης. Δεν ξέρω πού· δεν είναι στ’ όνειρο/ δεν είναι σε καιρούς παλιούς ίσως ούτε στη γης αυτή/ αλλά και αν είναι/ τρεις κλίμακες πιο πάνω/ απ’ όσα γίνεται να σοφιστεί το μαύρο δάχτυλο του ανθρώπου/ η χώρα όπου κανένας πλέον δεν κατοικεί/ εξακολουθεί να υπάρχει.// Εν αγνοία μας εκεί/ το Δίκαιο/ διατυπωμένο στη γλώσσα των πουλιών, λέει ο Αντιφωνητής στη Μαρία Νεφέλη. Τα πουλιά, τα δέντρα, ο ήλιος, η θάλασσα μιλούν και διεκδικούν τα δίκαιά τους. Η φωνή τους είναι η φωνή της ζωής, η οποία καταβάλλει τον οβολό του φύλλου της ελιάς// Και στη νύχτα μέσα των αφρόνων μ’ ένα μικρό τριζόνι κατακυρώνει πάλι το νόμιμο του Ανέλπιστου.
Τη φωνή αυτή νιώθει ο Ελύτης να απειλείται από την τις πράξεις των αφρόνων ισχυρών. Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, σε μία από τις χειρότερες φάσεις του Ψυχρού Πολέμου, προφητεύει την καταστροφή από την ατομική βόμβα είτε για τότε είτε για το μέλλον – για τώρα: Κι όταν, ο ένας του άλλου τρώγοντας τα σπλάχνα, λιγοστέψει ο άνθρωπος, κι από τη μια στην άλλη// Γενεά, κυλώντας το Κακό, αποθηριωθεί μες στο παντερειπωτικό ουράνιο […], και καταγγέλλει: Ω Καιροί που στρεβλώσατε το ουράνιο τόξο, κι απ’ το ραμφί του σπουργιτιού αποσπάσατε το ψίχουλο, και δεν αφήσατε μήτε μια τόση δα φωνούλα καθαρού νερού να συλλαβίσει στη χλόη την αγάπη μου// Εγώ που αδάκρυτος υπόμεινα την ορφάνια της λάμψης, ω Καιροί, δε συγχωρώ.
Αποζητώντας έναν κόσμο που θα αντιστοιχεί στα δίκαια της φύσης και στα δίκαια της ψυχής του ποιητή, ο Ελύτης αντιμάχεται εκείνη τη λογική που κρίνει τα πάντα ποσοτικά. Η Ποίηση, σημειώνει, αντιπροσωπεύει «τον μόνο χώρο όπου η δύναμη του αριθμού δεν έχει πέραση». Και: «η τέχνη είναι η μόνη εναπομένουσα πολέμιος της ισχύος που κατήντησε να έχει στους καιρούς μας η ποσοτική αποτίμηση των αξιών». Ισχύς η οποία μας στερεί το ιερό δικαίωμα της επικοινωνίας με τη φύση και με την ψυχή μας: μένει ανεπίδοτο […] το ηλιοβασίλεμα, μένει ανερμήνευτος […] ο αστερίας, γιατί των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα/ Τείχισε τις πλευρές του κόσμου/ και από το μέρος τ΄ουρανού σήκωσε τις εννέα επάλξεις. Η φρόνηση την οποία στηλιτεύει ο ποιητής είναι εκείνη που θεοποιεί τους αριθμούς και τη δύναμη, γι’ αυτό κι εκείνος κάποιες φορές απελπίζεται – Πού να δώσω να καταλάβουν οι πλειοψηφίες πως η δύναμη μόνο σκοτώνει και πως το σπουδαιότερο:/ Η άνοιξη και αυτή προϊόν του ανθρώπου είναι – νιώθοντας πως ίσως τελικά τα δεινά μας καλώς έχουν και η τάξη δεν πρόκειται ν’ ανατραπεί. Η απελπισία είναι όμως παροδική. Στερεωμένος από τη γνώση πως: «κάθε πρόοδος στο ηθικό επίπεδο δεν μπορεί παρά να είναι αντιστρόφως ανάλογη προς την ικανότητα που έχουν η δύναμη κι ο αριθμός να καθορίζουν τα πεπρωμένα μας», ο Ελύτης δίνει χώρο σε εικόνες και κινήσεις που εύκολα θα παραβλέπαμε, και μας υποδεικνύει τη σημασία τους: Άξιον εστί το διάσελο που ανοίγει/ αιωνίου γαλάζιου οδό στα νέφη/ μια φωνή που παράπεσε μες στην κοιλάδα/ μια ηχώ που σαν βάλσαμο την ήπιε η μέρα. Ή: το λιγάκι που αγγίζοντας αφήνει ο γλάρος/ και φωτίζει τα βότσαλα σαν αθωότης. Τέτοιες εικόνες και κινήσεις αντιπαραθέτει στις δυνάμεις της καταστροφής: Προσωπιδοφόροι μες στον άλλον αιώνα/ τις θηλιές ετοιμάζουν. Πρόκειται για τον δικό μας αιώνα –και οι στίχοι του ποιητή έχουν δυστυχώς αποδειχθεί προφητικοί. Ωστόσο, στο «Προφητικόν» (το έκτο ανάγνωσμα από Το άξιον εστί) ο ποιητής, παρόλο που πρώτα βλέπει τους Κυβερνήτες να μετρούν την ανθρώπινη πραμάτεια τους […] κηρύσσοντας πολέμους, στη συνέχεια αντικρίζει οραματικά τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών· τότε, όταν έρθει η ώρα που θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Εξακολουθεί, λοιπόν, να πράττει με τον τρόπο που είχε περιγράψει πολλά χρόνια νωρίτερα: Δίνω το χέρι στη δικαιοσύνη/ Διάφανη κρήνη κορυφαία πηγή/ Ο ουρανός μου είναι βαθύς κι ανάλλαχτος/ Ό,τι αγαπώ γεννιέται αδιάκοπα/ Ό,τι αγαπώ βρίσκεται στην αρχή του πάντα.
Δικαιοσύνη και διαφάνεια, αδιάκοπη γένεση, διαρκής αρχή πραγμάτων και αισθημάτων, αέναη ανανέωση της ίδιας της αγάπης: πρόκειται για έννοιες με ηθική και υλική υπόσταση, τις οποίες ο Ελύτης ρίχνει στη μάχη του καλού· για έννοιες απτές οι οποίες συναποτελούν την ποίηση. Δηλώνει το 1966: «Αντιλαμβάνομαι την ποίηση σαν μια πηγή αθωότητας γεμάτης από επαναστατικές δυνάμεις, που αποστολή μου είναι να τις κατευθύνω επάνω σ’ έναν κόσμο απαράδεκτο για τη συνείδησή μου· ελπίζοντας, μέσ’ από συνεχείς μεταμορφώσεις, να τον κάνω πιο σύμφωνο με τα όνειρά μου. Μιλώ για μια σύγχρονου τύπου μαγεία, που ο μηχανισμός της τείνει κι εκείνος στην αποκάλυψη της βαθύτερής μας πραγματικότητας. Πιστεύω γι’ αυτό στις αισθήσεις, που τις κινητοποιώ προς μια αδοκίμαστη έως σήμερα κατεύθυνση, αποβλέποντας σε μιαν Ελευθερία που να είναι αντίθετη προς όλες τις Εξουσίες και σε μια Δικαιοσύνη που να ταυτίζεται με το απόλυτο φως».
Αποβλέποντας στην Ελευθερία και στη Δικαιοσύνη, γυρεύει συμμάχους στη φύση και στην Ιστορία. Σε ένα ποίημα γραμμένο σε σκοτεινές εποχές για την Ελλάδα, το 1968, ζητά: Πολιό πέλαγο κι εσείς ακρόπρωρα μελανά στον αέρα/ Πιο ψηλά, πιο ψηλά/ Δώσετέ μου τη δύναμη/ Ν’ αφαιρέσω απ’ τους μάντεις το δεινό μέλλον. Και ενθαρρύνει όσους συμμερίζονται τον αγώνα και την αγωνία του: Άτεγκτοι και στην έξοδο προσηλωμένοι/ Θα τη φέρουμε την Ευρυδίκη πάλι/ Στο φως, στο φως, στο φως. Συμμάχους γυρεύει και η Μαρία Νεφέλη, η επαναστατημένη νέα που συνομιλεί με τον Αντιφωνητή. Ροές της θάλασσας κι εσείς των άστρων μακρινές επιρροές – παρασταθείτε μου! Κι αυτός θα δώσει το δικό του στίγμα: Έχω σηκώσει χέρι καταπάνου στα/ δαιμονικά του κόσμου τ’ ανεξόρκιστα/ κι από το μέρος το άρρωστο γυρίστηκα/ στον ήλιο και στο φως αυτοεξορίστηκα! Εξορία απαραίτητη για την υπόστασή του, γιατί, σύμφωνα με την επιγραμματική του ρήση: Αν δεν στηρίξεις το ένα σου πόδι έξω απ’ τη Γη ποτέ σου δεν θα μπορέσεις να σταθείς επάνω της.
Το στήριγμα δεν είναι όμως πάντα ασφαλές. Ή, αντίστροφα, δεν είναι η Γη ασφαλής ώστε να μπορεί κανείς να σταθεί επάνω της. Έτσι, ο ποιητής κάποτε νιώθει μοιρασμένος ανάμεσα σε δύο χωροχρόνους, χωρίς να ξέρει ποιος είναι ο αληθινότερος. Κατοίκησα μια χώρα που ‘βγαινε από την άλλη, την πραγματική, όπως τ’ όνειρο από τα γεγονότα της ζωής μου. Την είπα κι αυτήν Ελλάδα και τη χάραξα πάνω στο χαρτί να τηνε βλέπω. Τόσο λίγη έμοιαζε· τόσο άπιαστη. Ή, άλλοτε, νιώθει να αυτοακυρώνεται, ακριβώς τη στιγμή που αντικρίζει τον αληθινό του εαυτό: τις νύχτες/ που μιλάω σαν ν’ ανασκαλεύω αστερισμούς/ στη θράκα την επάνω μια στιγμή σχηματίζεται/ η όψη που θα μου έδινε/ ο Θεός εάν ήξερε/ πόσο η γη στ’ αλήθεια μού στοιχίζει/ σε απόγνωση/ σε διάφορα ψιθυρισμένα μες στη νύχτα «επέπρωτο»/ σε κυπαρίσσια/ αιωνόβια σαν ποιήματα/ που ζητώντας να φκιάσω απραγματοποιήθηκα. Ωστόσο, η απραγματοποίηση οδηγεί στη διαφάνεια –την ταύτιση με τον αληθινό εαυτό, τη μέθεξη στο φως και στην ουσία της φύσης, την κατάκτηση της αθωότητας και της χίμαιρας, που αποτελεί δικαίωμα του ποιητή, και δικαίωμα του καθενός. Κι ακόμη περισσότερο, αδήριτη ανάγκη: Χωρίς αμφιβολία υπάρχει για τον καθέναν από μας κι από μια ξεχωριστή, αναντικατάσταση αίσθηση που αν δεν τη βρει να την απομονώσει εγκαίρως και να συζήσει αργότερα μαζί της, έτσι που ναν τη γεμίσει πράξεις ορατές, πάει χαμένος. Και αμέσως παρακάτω θα χρεώσει τη δική του διαφάνεια στην ποίηση: Ότι μπόρεσα ν’ αποχτήσω μια ζωή από πράξεις ορατές για όλους, επομένως να κερδίσω την ίδια μου διαφάνεια, το χρωστώ σ’ ένα είδος ειδικού θάρρους που μου ‘δωκεν η Ποίηση: να γίνομαι άνεμος για το χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο, ακόμη και όταν ουρανός δεν υπάρχει.
Η προσωπική αυτή περιπέτεια, με τις παράξενες μεταμορφώσεις και τις επικίνδυνες πτήσεις, κάθε άλλο παρά ατομοκεντρικό χαρακτήρα έχει. Γιατί, για τον Ελύτη, η ποίηση δεν ταυτίζεται με την «ικανότητα να γράφει κανείς στίχους» αλλά με «την άλλη, ν’ ανασυνθέτει τον κόσμο κυριολεκτικά και μεταφορικά έτσι που οι πόθοι του, όσο περισσότερο καταφέρνουν να πραγματοποιούνται, τόσο και πιο πολύ θα συντελούν στο να υλοποιηθεί ένα Αγαθό αποδεκτό από το σύνολο των ανθρώπων». Στο Αγαθό αυτό μπορούμε να διακρίνουμε τον συγκερασμό της Δικαιοσύνης με την Ελευθερία. Καθώς και τη σύνδεσή του με την Ομορφιά, όπως την ορίζει ο ποιητής: «μια οδός –η μόνη ίσως οδός– προς το άγνωστο μέρος του εαυτού μας, προς αυτό που μας υπερβαίνει. Επειδή αυτό είναι στο βάθος η ποίηση: η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε υπερβαίνει».
Η προσωπική περιπέτεια συμβαδίζει άλλωστε ρητά για τον Ελύτη με τη συλλογική. Μιλώντας τόσο για το Άξιον εστί όσο και για το Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας, σημειώνει: «έγινε αιτία ο πόλεμος να συνειδητοποιήσω […] τι σημαίνει να μάχεσαι ενταγμένος μέσα σε μιαν ομάδα, που έχει ορισμένα ιδανικά, και να μάχεσαι κι εσύ γι’ αυτά». Έτσι, τον ανθυπολοχαγό τον βλέπει να προστάζει φωτιά στην άνομη φωτιά και να πορεύεται με τους στρατιώτες του ζερβά δεξιά/ Και την εκδίκηση της αδικίας μπροστά του. Θα σκοτωθεί· υπάρχει, ωστόσο, η ουράνια δικαιοσύνη: Κείνοι που επράξαν το κακό – τους πήρε μαύρο σύγνεφο/ Μα κείνος που τ’ αντίκρισε στους δρόμους τ’ ουρανού/ Ανεβαίνει τώρα μοναχός και ολόλαμπρος! Με την ουράνια δικαιοσύνη συστρατεύεται η ποιητική. Φεύγοντας από την Ελλάδα το 1948 για να εγκατασταθεί στο Παρίσι, ο Ελύτης είδε, όπως έχει πει, «πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε την Ελλάδα» σε σχέση με άλλες χώρες. «Μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ό,τι και η μοίρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους – και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ‘δωσε το δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ’ αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας. Κι έτσι γεννήθηκε το Άξιον Εστί».
Η ανάγκη για μια δέηση διαπερνά το Άξιον Εστί, με τον ποιητή να καθορίζει τον ρόλο του και τον χώρο του: Θα καρώ μοναχός των θαλερών πραγμάτων/ Σεμνά θα υπηρετώ την τάξη των πουλιών. Συνομιλώντας με τη φύση, δεν στρέφει τα νώτα στην ιστορική και κοινωνική πραγματικότητα. Αντίθετα, την αντικρίζει και προβλέπει πως Θα περάσουν καιροί πολλών ανομημάτων/ Του κέρδους της τιμής των τύψεων του δαρμού, έχοντας όμως εμπιστοσύνη στην τελική κατίσχυση της αληθινής δικαιοσύνης, την οποία θεωρεί απαραίτητη προϋπόθεση της ίδιας της ύπαρξης του κόσμου: Η ενδέκατη εντολή θ’ αναδυθεί απ’ τα μάτια μου/ Ή θα ‘ναι αυτός ο κόσμος ή δεν θα ‘ναι/ Ο Τοκετός η Θέωσις το Αεί/ Που με τα δίκαια της ψυχής μου θα ‘χω/ Κηρύξει ο δικαιότερος. Στρατευμένος στην αντίσταση στο κακό, ο ποιητής θλίβεται, βιώνει κατάσαρκα την αδικία, συνειδητοποιεί πως βρίσκεται αντιμέτωπος με κάτι πανίσχυρο, αλλά δεν παραιτείται: Και ορθός πάλι απόμεινα μ’ ένα καμένο χέρι εδώ στην άκρη που μ’ απώθησαν οι συμφορές να πολεμώ το Δεν και το Αδύνατον του κόσμου ετούτου. Στόχος σταθερός παραμένει η πορεία προς το βαθύτερο νόημα ενός ταπεινού Παραδείσου, που είναι ο αληθινός μας εαυτός, το δίκιο μας, η ελευθερία μας, ο δεύτερος και πραγματικός ηθικός μας ήλιος.
Στο «Χρονικό μιας δεκαετίας» ο Ελύτης ανακαλεί τα φοιτητικά του χρόνια: «Βρισκόμαστε στα 1934. Στο ανατολικό Προαύλιο του Πανεπιστημίου, ίδιο κατάστρωμα καραβιού που απόμεινε ακυβέρνητο, ένα πλήθος αλλοπαρμένο και αλλοσούσουμο πηγαινοέρχεται. Νέοι με φουντωτό μαλλί, τριμμένα παλτά και τσάντες στο χέρι βολτέρνουνε απάνω-κάτω, συζητάνε, χειρονομούνε, φωνάζουνε». Οι σπουδές τον ενδιέφεραν (παρακολουθούσε άλλωστε και επιπλέον διαλέξεις φιλοσοφίας), και στις φοιτητικές συγκεντρώσεις συμμετείχε. Παράλληλα όμως έβρισκε τον εαυτό του στην περιπλάνηση σε ελληνικά τοπία – νιώθοντας πως ανακάλυπτε την Ελλάδα – και στην ποίηση. ‘Ηταν τα χρόνια της διαμόρφωσής του. Τον κέρδισε βέβαια η ποίηση. Μέσα της ωστόσο διακρίνονται καθαρά τόσο το πάθος για την ελληνική φύση όσο και το πάθος για τη δικαιοσύνη, συγκερασμένα μεταξύ τους με βαθύ στοχασμό και με αταλάντευτη προσήλωση. Και με λέξεις που εκρήγνυνται και περιστρέφονται, φωτεινές και απροσδόκητες, αναδημιουργώντας τον κόσμο μας, με τον ποιητή που έφυγε από τη ζωή πριν από τριάντα χρόνια, να συνεχίζει αέναα το έργο του, όπως το ζητούσε στο Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου: Έτσι θέλω να μ’ έβρει ο ερχόμενος χειμώνας, χωρίς φωτιά, μ’ ένα κουρελιασμένο παντελόνι, ν’ ανακατεύω άγραφα χαρτιά σαν να οδηγάω την ορχήστρα την εκκωφαντική ενός ανεκλάλητου Παραδείσου. Γιατί, όπως μας θυμίζει σε ένα από τα τελευταία του ποιήματα, Ποίηση μόνον είναι/ Κείνο που απομένει. Ποίηση. Δίκαιη και ουσιαστική κι ευθεία.
[1] Πρόκειται για το κείμενο της ομιλίας που εκφωνήθηκε στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Γιώργος Σεφέρης – Οδυσσέας Ελύτης. Δίκαιο και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών», κατά την οποία απονεμήθηκαν τιμητικοί τίτλοι πτυχίων Νομικής Σχολής στους δύο ποιητές. Το θέμα το οποίο αναπτύσσεται στο κείμενο χρήζει βέβαια διερεύνησης τόσο στο έργο του Ελύτη όσο και στη βιβλιογραφία.






















