Παρασκευή, 17 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ Ο Μάρκος και ο άλλος (της Χρύσας Σπυροπούλου)

Ο Μάρκος και ο άλλος (της Χρύσας Σπυροπούλου)

0
121

της Χρύσας Σπυροπούλου

 

Τους έβλεπα για δέκα χρόνια, κάθε Σάββατο, να επιλέγουν, σε γνωστό καφέ του  Ψυχικού, το ίδιο τραπέζι. Έρχονταν πάντα νωρίς οπότε δεν αντιμετώπισαν ποτέ πρόβλημα να πιάσουν τη θέση τους. Αυτοί κάθονταν κοντά στην είσοδο της δεύτερης αίθουσας, εγώ πάντα στην ακριανή γωνιά της, από όπου μπορούσα να απολαμβάνω τις μυρωδιές των κρουασάν και του αχνιστού καφέ αφού μας χώριζε μόλις ένα λεπτό διαχωριστικό τζάμι από το εργαστήρι. Η παρουσία τους αισθανόμουν ότι έδινε νόημα στους χαλαρούς ρυθμούς που ούτως ή άλλως επέβαλε η ημέρα.

Ποτέ δεν ανταλλάξαμε κουβέντα ούτε καν ένα χαιρετισμό, μόνο βλέμματα, μολονότι για πολλά χρόνια συναντιόμαστε στον ίδιο χώρο και εγώ τους ένιωθα ως παλιούς γνωστούς. Δεν τολμούσα, ωστόσο, ούτε μια «καλημέρα» να τους πω, όπως επιβάλλουν οι κοινωνικοί τύποι. Προσπαθούσα, όμως, να καταλάβω το είδος της σχέσης τους, αν ήταν φιλική ή συγγενική ή ό,τι άλλο.

Ο ένας ήταν πάντα σοβαρός και καλαίσθητα ντυμένος, ο άλλος, πιο διαχυτικός και εκφραστικός,  με πρόχειρα πάντα ρούχα που του έδιναν ύφος καλλιτέχνη μερικές φορές. Ο πρώτος είχε τον αέρα ατόμου που ταιριάζει σε αρχηγό, που ξέρει να υπομένει τον αυθορμητισμό του συνομιλητή του με κατανόηση, όταν αυτός παίρνει ύφος ειρωνικό και κάνει τις αστείες γκριμάτσες του.

Ομολογώ ότι με γοήτευε η παρουσία του άντρα με το φροντισμένο ντύσιμο και τις κομψές κινήσεις. Όλα αυτά τα χρόνια άκουγα τη φωνή του, που γινόταν πότε ψυχρή και αυστηρή πότε ζεστή και μελωδική. Τον φανταζόμουν πώς θα ήταν στα νιάτα του, αυτόν τον, όπως υπολόγιζα, εβδομηντάρη με τα καλοχτενισμένα γκρίζα μαλλιά. Σίγουρα θα ήταν ελκυστικός και επιβλητικός. Απόμακρος και τρυφερός.

Ώσπου πρόσεξα ότι οι δύο άντρες σταμάτησαν να έρχονται στο καφέ. Τρία Σάββατα πέρασαν και αυτοί δεν εμφανίστηκαν. Αναρωτήθηκα τι να τους συνέβη. Είχαν υποχρεώσεις ή προβλήματα υγείας; Ή μήπως πήγαν διακοπές κάπου μακριά, στο Μπαλί ίσως; Εγώ, πιστή στη γωνιά μου, είτε διάβαζα την εφημερίδα μου είτε έγραφα σύντομα κείμενα στο λαπ τοπ μου. Κάθε φορά κοίταζα προς την είσοδο και τους περίμενα να σκάσουν μύτη. Μάταια. Το τραπέζι τους παρέμενε άδειο και σιωπηλό, και σαν να ήταν συμφωνημένο, οι πελάτες απέφευγαν να καθίσουν σ’ αυτό.  Καταλάβαινα ότι μου έλειπαν. Ότι η αίθουσα χωρίς την παρουσία τους ήταν άδεια, δίχως ενδιαφέρον. Το τέταρτο Σάββατο δεν άντεξα και για να ικανοποιήσω την περιέργειά μου ρώτησα τον σερβιτόρο, που κι αυτός ήταν από τους παλιούς, τι συνέβαινε και οι δύο άντρες είχαν εξαφανιστεί τόσο ξαφνικά. Εκείνος με κοίταξε με απορία, σαν να ήταν δεδομένο ότι πρέπει να ξέρω τι συνέβη, και συγκινημένος, με τον πιο φυσικό τρόπο, μου απάντησε: «Μα δεν το μάθατε; Ο κύριος Τίτος πέθανε ξαφνικά». «Ποιος είναι ο κύριος Τίτος» του αντιγύρισα. «Α, μα δεν τον ξέρατε; Ήταν ο οδηγός του κυρίου Μάρκου, του γνωστού επιχειρηματία. Μερικές φορές τους μπερδεύανε και περνούσαν τον κύριο Μάρκο για τον οδηγό του κυρίου Τίτου, που ήταν πάντα καλοντυμένος. Δεν έβγαζε ποτέ το γιλέκο και τη γραβάτα του. Τα φορούσε μέχρι το τέλος, όπως έμαθα. Και έπαθε ανακοπή στο τιμόνι, καθώς πήγαινε να πάρει τον κύριο Μάρκο και να έρθουν εδώ, πριν ένα μήνα ακριβώς. Ο κύριος Μάρκος, βλέπετε, είναι απλά ντυμένος και εκδηλωτικός. Γι’ αυτό και πολλοί τους μπέρδευαν. Αυτοί οι δύο πήγαιναν μαζί. Τώρα ο κύριος Μάρκος, που ούτε οδηγεί ούτε μπορεί να ασχοληθεί με τις καθημερινές δουλειές, είναι μετέωρος…. έχασε το στήριγμά του. Και οι δύο ήταν φανατικοί εργένηδες· γνωρίζονταν από την εφηβική ηλικία τους. Θα δυσκολευτεί αυτός που έμεινε πίσω. Είναι παράξενη η ζωή, δεν νομίζετε;» ολοκλήρωσε στοχαστικά «Αλλά τι  να γίνει; Έτσι έχουν τα πράγματα» συμπλήρωσε λίγο αργότερα και απομακρύνθηκε χωρίς να περιμένει απάντηση. Έπρεπε να εξυπηρετήσει τους θορυβώδεις πελάτες, εξάλλου, που είχαν καταλάβει το τραπέζι του Μάρκου και του Τίτου.

Μου φάνηκε παράξενο να κάθονται άλλοι στο τραπέζιο τους! Μήπως να πάρω τη θέση του Τίτου; Να μάθω από πρώτο χέρι πώς ζούσαν; Θα ήθελα πολύ να γίνω μέρος της ιστορίας τους, να γίνω κομμάτι του κόσμου τους. Ήμουν τόσο περίεργη που αποφάσισα να το αποτολμήσω, αν ο κύριος Μάρκος ερχόταν μόνος του και καθόταν στο ίδιο τραπέζι. Θα τον πλησίαζα και θα του μιλούσα.

 

 

Προηγούμενο άρθροΜια λησμονημένη κληρονομιά; (του Στέφανου Δημητρίου)
Επόμενο άρθροΑμφισβητώντας τον ηλικιακό ρατσισμό στο εικονογραφημένο βιβλίο (της Αγγελικής Γιαννικοπούλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ