Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ H σιωπή που απλώνεται (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

H σιωπή που απλώνεται (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

0
198
Spread the love

 

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

 

Ο αστυνόμος Μάρκος βγήκε στις 12, την ώρα που τελείωνε η βάρδια του, από την πόρτα   του αστυνομικού τμήματος Παγκρατίου στην Πρατίνου και τράβηξε προς την οδό Νηρηίδων 49.Έσπρωξε την ξύλινη πόρτα του Red Lion και κάθισε στη γωνιακή μπάρα. O Δημήτρης του έφερε αμέσως το ποτό του. Μπέρμπον.

-Σε βλέπω σκεπτικό.. συμβαίνει κάτι

-Έμπλεξα με μια εξαφάνιση και δεν βγάζω άκρη.

-Κοπέλα;

-Ναι, όχι πολύ μικρή, γύρω στα 35.

Ο Μάρκος δεν ήταν πρωτάρης στις εξαφανίσεις. Μάλιστα σε αυτό τον τομέα είχε και κάποιες επιτυχίες. Όπως όταν είχε ανακαλύψει την μικρή Εύα που κρύφτηκε για λίγες ημέρες από τους γονείς της στο σπίτι μιας φίλης της, φοιτήτριας.

-Τα στοιχεία δεν οδηγούν πουθενά, άστο..

Ήπιε στα γρήγορα κι ένα δεύτερο και ξαναβγήκε στο δρόμο. Έπρεπε να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά. Ψιλόβρεχε αλλά δεν έδειξε να το προσέχει αν και αυθόρμητα σήκωσε το γιακά του μπουφάν του. Την έλεγαν Άννα. Κανείς δεν θυμάται πότε ακριβώς την είδε για τελευταία φορά—άλλοι λένε έξω από το Παλάς, το  παλιό σινεμά στην Υμηττού, άλλοι στο στενό της Ασπασίας, δίπλα σε ένα ΑΤΜ. Το μόνο βέβαιο είναι πως χάθηκε ανάμεσα στα μικρά καφενεία και τις πολυκατοικίες της δεκαετίας του ’70, που έδειχναν ότι το κέντρο του Παγκρατίου δεν είχε αλλάξει.

Ο αστυνόμος Μάρκος έμαθε για την εξαφάνιση εδώ και τρεις μέρες.  Του είπαν “έχεις πείρα ανάλαβε την”. Προσπαθούσε να καταλάβει κάτι από τη φωτογραφία της. Καθαρό βλέμμα, ένα μισό χαμόγελο, εκείνο το είδος που δεν υπόσχεται τίποτα αλλά σε καθησυχάζει. Ήταν η τρίτη εξαφάνιση που σε μικρό διάστημα παρουσιαζόταν στο Παγκράτι, κάτι τον έκανε να ανησυχεί, υπήρχε μια σιωπή μέσα στο πολύβουο Παγκράτι.

Τις επόμενες μέρες περπάτησε τους δρόμους μεθοδικά. Ρώτησε τον καφετζή απέναντι από το σπίτι ης Άννας, είχε ένα μικρό καφενείο, παράταιρο μεν αλλά είχε γίνει must για τους ψηφιακούς νομάδες που κατέκλυζαν τη γειτονιά. Ναι, την θυμόταν να κάθεται πάντα αργά το απόγευμά κοντά στο παράθυρο με το φως ανοικτό. Ρώτησε τη ηλικιωμένη του πρώτου που την άκουσε τελευταία φορά  να ανεβαίνει τις σκάλες αργά, με μια ανάσα βαριά, σαν να κουβαλούσε κάτι παραπάνω από σακούλες. Κανείς δεν είχε δει τίποτα. Όλοι όμως είχαν δει κάτι.

Το κινητό της βρέθηκε σε ένα παγκάκι στο Άλσος, άδειο από μπαταρία, καθαρό από δαχτυλιές. Ο Μάρκος το κράτησε στα χέρια του περισσότερη ώρα απ’ όσο έπρεπε. Του θύμισε τη σιωπή που αφήνουν πίσω τους οι άνθρωποι όταν φεύγουν χωρίς αντίο. Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε. Άκουγε την πόλη να ανασαίνει και σκεφτόταν πόσο εύκολο είναι να χαθείς εκεί όπου όλοι σε ξέρουν λίγο.

Φεύγοντας από το μπαρ πέρασε μπροστά από το σπίτι της, στην Εργοτίμου. Στο πρώτο όροφο, στο μπαλκόνι της Άννας υπήρχε φως. Πλησίασε, κτύπησε το κουδούνι. Δύο φορές. Δεν άνοιξε κανείς. Είναι αδύνατον να νοικιάστηκε τόσο γρήγορα.

Στο σπίτι του άνοιξε πάλι τον φάκελό της.  Φωτογραφίες, δηλώσεις γειτόνων, κατάλογος αντικειμένων και βιβλίων από τη βιβλιοθήκη της. Ασυνείδητα κοίταξε του τίτλους των βιβλίων. Αποφάσισε να πάει την επομένη πάλι στο σπίτι της Άννας.

Του άνοιξε η θυρωρός, «μα τι καλό παιδί ήτανε, που να πήγε…». Στο δωμάτιο πρόσεξε πως το φως ήταν κλειστό. Κατευθύνθηκε στη βιβλιοθήκη. Περιεργάστηκε τα βιβλία, ποιήματα του μεσοπολέμου, παλιά ρομάντζα, Η Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων, ένα δυο βιβλία ψυχολογίας. Τράβηξε τυχαία ένα του Ρίλκε και έπεσε στη σημείωση υπογραμμισμένη με κόκκινο στυλό : «Μάθε να το ακούς όχι όταν σε φωνάζουν αλλά όταν σωπαίνουν». Έριξε το βιβλίο του στο άνοιγμα του τζάκετ.

Κατευθύνθηκε στο καφενείο, ο ιδιοκτήτης του είπε να ρωτήσει τον μικρό που την είδε το απόγευμα πριν εξαφανιστεί. Ένας νεαρός 20 περίπου χρονών με ανακατεμένα μαλλιά και βλέμμα απόμακρο του μίλησε με δυσκολία. Σα να μην ήθελε να πει κάτι. Όντως την είχε δει το τελευταίο απόγευμα. Ήταν με κάποιον άνδρα, μεσήλικα, με μπεζ καμπαρτίνα και τραγιάσκα. Κάτι είπαν, σαν αποχαιρετισμό και αυτή χώθηκε στο σπίτι. Λίγο μετά άνοιξε το φως στο μπαλκόνι της.

Την επομένη έβαλε έναν αστυνόμο να παρακολουθεί το σπίτι της Άννας. Την δεύτερη ημέρα του έφερε τον άνδρα με την καμπαρτίνα.

-Σπήλιος Παναγιωτόπουλος

-Τι σχέση είχατε με την Άννα, που εξαφανίστηκε.

-Το διάβασα στις εφημερίδες.

_τι σχέση είχατε, ρωτάω.

-Είμαι ο πατέρας της.

-Γνωρίζετε μήπως που έχει πάει. Σας είχε ειδοποιήσει ότι θα φύγει;

-Ήθελε πάντα να φεύγει.  Μου άφησε ένα μήνυμα  στο κινητό μου :“Μη φοβηθείς αν δεν έρθω. Θα ξέρεις πού να με βρεις.” Αλλά δεν ξέρω.

Δεν φάνηκε να ανησυχεί ιδιαίτερα. Δεν μπόρεσε να του πάρει κάτι άλλο χρήσιμο. Πριν γυρίσει σπίτι πέρασε πάλι από το Red Lion. Πήρε το μπέρμπον από τα χέρια του Δημήτρη και προτίμησε να κάτσει σε ένα απόμερο τραπέζι. Ξεφύλλισε το βιβλίο του Ρίλκε που πήρε από το σπίτι της Άννας, Είχε κι άλλες υπογραμμίσεις. Στάθηκε για λίγο στη φράση : «Γι’ αυτό, αγαπητέ μου, αγαπήστε τη μοναξιά σας και προσπαθήστε να τραγουδήσετε με τον πόνο που σας προκαλεί». Συνέχιζε να διαβάζει, ήταν οι επιστολές προς έναν νέο ποιητή με συμβουλές σε κάποιον που γράφει.

Ο Μάρκος έκλεισε το βιβλίο αργά, σαν να φοβόταν ότι αν το άφηνε ανοιχτό θα του μιλούσε. Το μπαρ είχε αδειάσει∙ μόνο ο ήχος από τα ποτήρια και η βροχή που δυνάμωνε έξω. Σκέφτηκε πως οι υπογραμμίσεις της Άννας δεν ήταν σημειώσεις· ήταν ίχνη. Όχι για να τη βρουν, αλλά για να τους οδηγήσουν αλλού. Εκεί όπου οι άνθρωποι δεν εξαφανίζονται — απλώς μετακινούνται σε μια πιο σιωπηλή εκδοχή του εαυτού τους.

Τις επόμενες μέρες άρχισε να βλέπει το Παγκράτι αλλιώς. Τα ίδια στενά, τα ίδια μπαλκόνια, αλλά κάτι είχε αλλάξει. Σαν να είχαν αποκτήσει βάθος, σαν σκηνικά που κρύβουν δεύτερο χώρο από πίσω. Σε δύο ακόμη σπίτια, σε διαφορετικούς δρόμους, βρήκε φως αναμμένο τη νύχτα σε διαμερίσματα που υποτίθεται πως ήταν άδεια. Ρώτησε. Κανείς δεν ήξερε. Κανείς δεν έμενε. Κανείς δεν είχε δει τίποτα — ξανά.

Στο τμήμα άρχισαν να τον κοιτούν περίεργα. Ρωτούσε για παλιές υποθέσεις που είχαν μπει στο αρχείο, για ανθρώπους που «απλώς έφυγαν». Τα ονόματα επαναλαμβάνονταν με μικρές παραλλαγές. Μια γυναίκα, ένας άνδρας, ένα διαμέρισμα με φως, ένα τελευταίο μήνυμα που δεν εξηγούσε τίποτα. Κάποιος του είπε να τα παρατήσει, «σιγά δεν έγινε τίποτα αν δεν την βρεις». Κάποιος άλλος του πρότεινε άδεια. Δεν απάντησε.

Το ίδιο βράδυ, περνώντας από την Εργοτίμου, είδε πάλι το φως στο μπαλκόνι της Άννας. Αυτή τη φορά η μπαλκονόπορτα ήταν μισάνοιχτη. Δεν ανέβηκε. Έμεινε απέναντι, στο σκοτάδι, και περίμενε. Δεν ήξερε τι περίμενε ακριβώς — μόνο ότι αν χτυπούσε το κουδούνι, κάτι θα τελείωνε. Κι εκείνος, όσο περνούσε η ώρα, δεν ήταν πια σίγουρος αν ήθελε να βρει την Άννα ή αν φοβόταν ότι, βρίσκοντάς την, θα καταλάβαινε πού ακριβώς οδηγεί αυτή η σιωπή που απλώνεται τόσο εύκολα μέσα στην πόλη.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΤα Κρατικά Λογοτεχνικά Βραβεία 2025 (για τη χρονιά 2024)
Επόμενο άρθρο«Κάτω από την επιφάνεια της αφήγησης» (της Σοφίας Αυγερινού)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ