Μίνως Ευσταθιάδης
Ο Μάρκος έφτιαχνε μαγικούς κουραμπιέδες. Έλιωναν σιγά-σιγά στο στόμα σου και στο τέλος έμενε μια γεύση που μπορούσε να κάνει θαύματα – ακόμα και να σε ταξιδέψει πίσω στον χρόνο. Μέχρι και η μάνα της, που μονίμως τον κατηγορούσε για την συνήθειά του να είναι απών τις κρίσιμες ώρες, το παραδεχόταν:
«Για τίποτα δεν είναι ο Μάρκος. Μόνο για κουραμπιέδες!», μονολογούσε ενώ συνεχώς έγλειφε τα στεγνά ακροδάχτυλά της ενώ ο καρκίνος της ροκάνιζε τον εγκέφαλο.
Όσο πάλευε η μάνα της, ο Μάρκος έλειπε. Ούτε μια επίσκεψη στο νοσοκομείο, ούτε ένα τηλέφωνο, ούτε ένα μήνυμα. Μόνο οι κουραμπιέδες κατέφθαναν τακτικά με το ταχυδρομείο. Συστημένα δέματα στο δικό της όνομα, κάθε τέσσερις μέρες, από άγνωστο αποστολέα.
Κυκλοφορούσαν διάφορες φήμες. Κάποιοι μουρμούριζαν ότι βρισκόταν κλεισμένος στις φυλακές της Τσετσενίας, ένας μακρινός γνωστός έλεγε πως τον είχε δει καπετάνιο σ’ ένα ιστιοφόρο στα Κανάρια νησιά και η αστυνομία φαινόταν να τον αναζητάει. Στα δικά της αυτιά είχε φτάσει και η ανεπιβεβαίωτη -όπως πάντα- πληροφορία πως ο πατέρας της έκλεινε συμφωνίες για ταντάλιο με πολέμαρχους στα ορυχεία του ανατολικού Κονγκό. Ήταν αλήθεια πως ο Μάρκος διατηρούσε μια αναλλοίωτη αγάπη προς την μαύρη ήπειρο, και μπορούσε να συνεννοηθεί σε καμιά δεκαριά γλώσσες και διαλέκτους της.
Τι συνέβαινε όμως στην πραγματικότητα; Κανείς δεν ήξερε. Η Κλειώ είχε μείνει ουσιαστικά ορφανή μετά από τον θάνατο της μητέρας της. Ορφανή για τριακόσιες εξήντα τέσσερις μέρες το χρόνο. Γιατί στις 26 Ιανουαρίου κάθε χρονιάς, είχε και πάλι πατέρα. Για μια μέρα.
Τότε λάμβανε το διπλό δώρο του. Το ένα κουτί δεν χρειαζόταν καν να το ανοίξει. Είχε κουραμπιέδες και μάλιστα κάθε φορά ισάριθμους με τα χρόνια της: είκοσι ένα, είκοσι δύο, είκοσι τρία, είκοσι τέσσερα. Ποτέ δεν κατάφερε να μαντέψει τι περιείχε το άλλο κουτί: την πρώτη φορά δύο σκουλαρίκια από ελεφαντόδοντο στο σχήμα μιας λεπτής σελήνης, τον επόμενο χρόνο ένα εισιτήριο με επιστροφή και προπληρωμένη διαμονή σε κάποια παριζιάνικη σοφίτα για τέσσερις μέρες, ύστερα ένα καταταλαιπωρημένο αντίτυπο της πρώτης έκδοσης των διηγημάτων του Πέτρου Πικρού «Χαμένα κορμιά», και την τελευταία φορά ένα μεταχειρισμένο ολλανδικό ποδήλατο σε μωβ χρώμα. Τα δώρα συνοδεύονταν πάντα από μια λευκή κάρτα, όπου με κόκκινο μελάνι είχε γραφτεί το ίδιο μήνυμα:
πέτα ψηλά μωρό μου
Μάρκος
Τα τελευταία πέντε χρόνια τα δώρα σταμάτησαν να καταφθάνουν. Κάτι της έλεγε ότι εκείνος δεν ζούσε πια. Μερικές νύχτες το ένιωθε μέσα της. Ή το φοβόταν. Μόνο νεκρός θα ξεχνούσε τα γενέθλιά της. Από την πρώτη φορά που τα γιόρτασε, μόλις έξι χρονών, ο πατέρας της πάντα είχε έτοιμο το διπλό δώρο του. Μέχρι που έκλεισε τα είκοσι τέσσερά της. Και μετά τέλος.
Σε ποια γωνιά του πλανήτη να ήταν θαμμένος αυτός που ποτέ δεν σταμάτησε να γυρίζει; Τώρα τον χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ. Πριν μια εβδομάδα είχε κλείσει τα τριάντα και δεν είχε πάρει κανένα δώρο. Από κανέναν. Σχεδόν κατά τύχη ήταν ζωντανή. Με διάσειση και δύο ραγισμένα πλευρά, αλλά ζωντανή.
Απόψε, με το βλέμμα της κολλημένο στο λευκό ταβάνι του νοσοκομειακού δωματίου, ονειρευόταν: Να πήγαινε ακόμα σχολείο, να ζούσε η μάνα της, να μην είχε χαθεί ο πατέρας της, να μην είχε γνωρίσει τον άντρα της, να μην τον είχε παντρευτεί, να μην την είχε σπάσει στο ξύλο. Ή έστω να έτρωγε έναν από εκείνους τους κουραμπιέδες που, όταν έλιωναν στο στόμα, αντέστρεφαν για λίγο τη ροή του χρόνου. Θα της έφτανε αυτό. Μόνο το παρελθόν μπορούσε να εμπιστευτεί πια. Έκλεισε τα μάτια της για μια στιγμή.
«Η κυρία Αμπατζοπούλου;»
«Ε;»
«Η κυρία Κλειώ Αμπατζοπούλου;» ξαναρώτησε ο κούριερ που στεκόταν μπροστά της και φορούσε ένα βρεγμένο, πράσινο αντιανεμικό.
«Μάλιστα».
«Ωραία!», της είπε και άφησε το δέμα στα χέρια της.
Πόση ώρα την είχε πάρει ο ύπνος; Η γιαγιά δίπλα της ροχάλιζε και η γυναίκα στο τελευταίο κρεββάτι έπαιζε με το κινητό της. Προσπάθησε να σκεφτεί λογικά. Πώς την είχε βρει ο κούριερ; Ποιος θα μπορούσε είναι ο αποστολέας; Τι θα μπορούσε να περιέχει αυτό το δέμα; Κουραμπιέδες ίσως; Της ξέφυγε ένα φευγαλέο χαμόγελο. Αδύνατον. Σε τόσο μικρό το πακέτο δεν θα χωρούσαν παραπάνω από τέσσερις-πέντε. Αυτή όμως είχε κλείσει τα τριάντα.
Με τρεμάμενα χέρια το ξετύλιξε. Ένα χάρτινο κουτί και μέσα του ένα γυάλινο βαζάκι. Όσο κι αν προσπάθησε, δεν κατάφερε να το ανοίξει. Σαν σφραγισμένο έμοιαζε και ίσα που διακρινόταν κάτι να επιπλέει σ’ ένα θαμπό υγρό. Στην αρχή πίστεψε πως δεν έβλεπε καλά. Αποκλείεται. Κάτι άλλο θα ήταν. Κάτι άλλο θα έπρεπε να είναι. Αναγκάστηκε να κρατήσει το γυάλινο βάζο ακίνητο μπροστά στα μάτια της μέχρις ότου να βεβαιωθεί: Στον πάτο του, μέσα σε εκείνο το θολό υγρό, υπήρχαν δύο ανθρώπινα δάχτυλα. Δύο αντίχειρες. Τους αναγνώρισε αμέσως γιατί ο άντρας της είχε τη συνήθεια να τρώει τα νύχια του.
Άφησε με προσοχή το βάζο πάνω στο κομοδίνο. Τότε συνειδητοποίησε πως χέρια της δεν έτρεμαν πια. Η λευκή κάρτα που συνόδευε το δέμα, πάντα με το ίδιο κόκκινο μελάνι:
πέτα ψηλά μωρό μου
Μάρκος
Υ.Γ. Συγνώμη για την καθυστέρηση. Έτυχε κάτι έκτακτο και δεν πρόφτασα. Του χρόνου οι κουραμπιέδες.











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)










