Πέμπτη, 30 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Σταχτάρα (διήγημα της Μαίρης Σιδηρά)

Σταχτάρα (διήγημα της Μαίρης Σιδηρά)

0
457

της Μαίρης Σιδηρά

 

Τη θυμάται να τραγουδά… Έσερνε κάτι απ’ τη βραχνάδα της Μοσχολιού και συνάμα ανέβαινε στα ύψη. Αρβανιτάκη στο λυρικότερο. Κι εκείνη η ξυπόλητη Νοτιοαφρικάνα του τη θύμιζε… Συνήθως η σκέψη αυτή τον σκέπαζε σαν πέπλο δυσφορίας… Πώς γαμώ το στανιό μου τη λένε… Κι έχανε τον ειρμό του, την ευχαρίστησή του, το τελευταίο του μεράκι να τη θυμάται να τραγουδά… Την… την… την… την αμορόζα του.

Από χθες είναι βαρύς. Το ’πιασε τ’ αυτί του πως θα τις κλείσουνε τις πολεμίστρες. Να μην μπορούν οι σταχτάρες να κουρνιάζουν. Να ξεκουμπιστούν απ’ την πόλη, να μην ταράζουν τους επισκέπτες, να μη σκατώνουν τα σοκάκια του κάστρου… Κι οι κάτοικοι, βέβαια, ενοχλούνται. Τραγουδιστές από κούνια, πώς ν’ ανεχθούν σφυρίχτρες για πουλιά… Τις… τις… Τις σταχτάρες. Θυμήθηκε. Δεν τα ’χε χάσει τελείως. Χάρηκε.

Θα ντυθεί και θα πάει. Γιατί όχι; Κάποτε συνδικαλιζόταν, εξάλλου… Εκεί… στη δουλειά. Όταν… Εκεί, τέλος πάντων. Θα τον βρει. Θα του πει, με λένε… Όχι… Ναι… Θα του πει κύριε δήμαρχε είμαι ο Διονύσης Μελάκης, 30 χρόνια στην κόκκινη,[i] ναι ναι, στην κόκκινη, φλάουτο, μάλιστα, και για τρεις μήνες μαέστρος. Συνταξιούχος υπάλληλος της Δημοτικής Βιβλιοθήκης, υποδιευθυντής τα τελευταία οκτώ χρόνια… Και, δεν ξέρω αν το θυμάστε, ήμασταν, εγώ μεγαλύτερος, στην ίδια παρέα, κανταδόροι πέριξ του Αγίου, με τη Μεταπολίτευση, μάλιστα. Μια παρέα ήμασταν και σας άρεσε το νέο κύμα.

Παύση, κλείδωσε αυτόματα η σκέψη του, κενό. Κοίταξε ακίνητος το πράσινο μάρμαρο του σπιτιού του. Τηνιακό, ψιθύρισε, έβαλε το σακάκι του, βγήκε στο στενό καντούνι κι έπιασε να κατηφορίζει για το κέντρο.

Κάθισε στην ανηφορίτσα απέναντι απ’ τον Άγιο. Παράγγειλε το εσπρέσο του, μια τελευταία ένεση θάρρους. Μια φορά ας διαμαρτυρηθεί κι αυτός… Για, για τις σταχτάρες. Στράγγιξε αποφασιστικά το κουπάκι του και τσάτρα πάτρα το προσγείωσε στο μικροσκοπικό του πιάτο. Και τότε, δε θυμάται, στο δρόμο, μες το μπούγιο των τουριστών, στην πλατεία, μπροστά από τη Φανερωμένη,[ii] δε θυμάται πού την είδε, πού την έχασε τη τη την αμορόζα του, την αγάπη, τη σταχτάρα του.

Θα φύγουν τα πουλιά, τον άκουγαν επί διημέρου οι νοσοκόμες και οι γιατροί που τον περιέθαλψαν στη νευρολογική κλινική του νοσοκομείου Κερκύρας. Τα χελιδόνια, πάει η χαρά, την είδα. Αμορό… Έλενα… Η φωνή της… Χελιδόνα μου…

Το βράδυ της τρίτης ημέρας, η Έλενα, που όντως τον αντίκρισε να καταρρέει απέναντι απ’ τον Άγιο Σπυρίδωνα, τον επισκέφτηκε στο Νοσοκομείο. Είχε συνέλθει απ’ την κρίση, τον είχε προετοιμάσει κι ο γιατρός του για την επίσκεψή της. Καθόλου δεν παραμίλησε με την εμφάνισή της, οι γιατροί χάρηκαν, ξεπέρασε, είπαν, τη διαταραχή. Άργησε να σηκώσει τα μάτια. Αργά περιδιάβηκε το παντελόνι, το μπλουζάκι, το στέρνο, το λακκάκι του λαιμού της. Κι εκεί βολεύτηκε. Και δεν κοίταξε πιο πάνω. Διονύση, την άκουσε κι άρχισε με τ’ όνομά του να κλαίει. Ήταν ακόμη αυτός, λοιπόν… Ο Διονύσης Μελάκης. Διονύση, την ξανάκουσε και το κλάμα του έγινε σα να χτυπούν παραθυρόφυλλα φθαρμένα στο χτυπημένο πλαίσιο του παραθύρου και να υποχωρούν τριζάτα προς τους σκασμένους τοίχους και με νέα φόρα να επανέρχονται για να κουμπώσουν κάποτε με τους μεταλλικούς γάντζους της ζωής τους. Διονύση, την άκουσε ξανά, δε θα μου μιλήσεις; Ηρέμησαν τα τελευταία αναφιλητά και σήκωσε τα μάτια. Κι ήταν σα να σήκωνε όλους τους χειμώνες της ζωής του, τη λερωμένη λευκότητα των ονείρων του, την ήττα της μοναξιάς του, παρά τις καντάδες, τα βλέμματα των κοριτσιών, την πειθώ που κάποτε ασκούσε στις παρέες.

Την πήραν τα κλάματα με τον δικό της τρόπο. Άηχα δάκρυα έρρεαν και φούσκωναν το στήθος και μάζευαν Γεσθημανή την πίκρα και την ανέδυαν θαύμα ανήκουστο. Του έπιασε το χέρι. Θα τραγουδήσεις; Είπε στην παλάμη της ο Διονύσης. Και τραγούδησε. Κι ήταν πιο βαθιά, πιο άγρια, πιο μεθυσμένη, πιο πράα και ακατανόητη, πιο πουλί από γυναίκα. Σταχτάρα, φώναξε ο άνδρας, χελιδόνα μου.

Ένα μήνα μετά, επισκέφτηκε το Δημαρχείο. Είμαι ο Διονύσης Μελάκης, γνωριζόμαστε από παλιά, δεν ξέρω αν με θυμάστε. Βέβαια, Διονύση, πρώτο φλάουτο τόσα χρόνια στην κόκκινη. Χώρια οι καντάδες. Και βέβαια σε θυμάμαι. Η νεότητα χαράζει αλησμόνητα. Ο Δήμαρχος του χαμογελούσε εγκάρδια. Τηνιακό, σταχτάρα, τραγούδα μου, οι λέξεις στο χωνευτήρι μιας γενικευμένης σιωπής. Και τότε, άρθρωσε λόγο. Ανδρέα, πρέπει ν’ ανοίξουν οι πολεμίστρες, τα πουλιά χτυπιούνται στ’ αδιέξοδα, πρόκειται για το σπίτι τους. Το κάστρο είναι το σπίτι τους. Κι έπειτα, κάτι λείπει απ΄ το νησί. Καταλαβαίνεις. Κι εσύ, πρώτος κανταδόρος κάποτε, δεν έπρεπε, είναι ο πρωτόγονος ήχος μας, η κλίμακα της μέθης μας. Οι σταχτάρες. Διαμαρτύρονται, όμως, Διονύση, και οι δικοί μας και οι τουρίστες. Βράστους, εδώ μιλάμε για τέχνη. Νόμιζα πως μου μιλούσες για ένα θέμα οικολογικό. Ναι… ναι, μάλιστα. Μα μέσα από τον ήχο, την ατμόσφαιρα, ιδίως προς το βράδυ… Καταλαβαίνεις… Κάτι στερεώνεται μέσα σου. Παίρνει μορφή… Όχι ακριβώς τέχνη, μα… Πώς, τώρα… Δε βρίσκω λέξεις… Μια άναρχη επανάληψη. Ε, αυτό. Καλά, Διονύση, θα συζητήσω και με το συμβούλιο. Πάντως, ωραία τα λες. Χαμογέλασε τότε ο δήμαρχος, μ΄ έναν τρόπο σαν να τον λυπόταν και να τον σεβόταν ταυτόχρονα και σαν να του ’χε πιαστεί η καρδιά.

Γυρνούσε σπίτι μ’ έναν παλμό ζωηρό, σχεδόν εύθυμο. Πάντως πήγε. Μίλησε. Για για τις σταχτάρες. Είμαστε ακόμη ζωντανοί, ψιλοτραγούδησε κι αποφάσισε το βράδυ να περάσει από την παμπ του Άγγλου για μια μπύρα. Λίγη κοινωνικότητα επιβάλλεται, χαμογέλασε, κι ύστερα πάγωσε για χρόνο άχρονο.

Απ’ το τίποτα που τον καθήλωσε τον ξεσήκωσε τρέμισμα φτερών, επίμονος γδούπος μικρού σώματος,  κομματιασμένος ήχος σαν από αδέξιο παιδί. Έλεναααα, ούρλιαξε κι άρχισε να τρέχει προς τη σταχτάρα που πάλευε με το τζάμι ενός παμπάλαιου σπιτιού. Πρόλαβε να δει καθαρά το μαύρο δίκοχο παλτό της, την άγρια, ατιθάσευτη ομορφιά της. Μη, μη μου φύγεις.

Έσπασε με το χέρι του το τζάμι, ενώ η σαχτάρα πετούσε ήδη μακριά.

 

[i] H «Παλαιά» ή η «Κόκκινη Φιλαρμονική», όπως συνηθίζουν να την αποκαλούν οι Κερκυραίοι, είναι η παλαιότερη Φιλαρμονική στο νησί, αλλά και σε ολόκληρη την Ελλάδα και είναι εκείνη η «Φιλαρμονική Εταιρεία» που απέδωσε τον Ολυμπιακό Ύμνο του Σπύρου Σαμάρα στους πρώτους Σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896 στην Αθήνα. (https://www.topontiki.gr/2019/05/04/to-mousiko-taxidi-ton-filarmonikon-eterion-tis-kerkiras-apo-to-1840/)

[ii] Πρόκειται ουσιαστικά για την πλακάδα της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα. Γύρω από την πλατεία που κάποτε ονομαζόταν Πλατεία των Στερνών ή Del Banco, βρίσκονται άλλες δύο σημαντικές ορθόδοξες εκκλησίες, η Παναγία των Ξένων (Κυρά Φανερωμένη) και ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος. […] https://www.infokerkyra.gr/aksiotheata/plateies.html

Προηγούμενο άρθροΘερινά αναγνώσματα (της Έφης Κατσουρού)
Επόμενο άρθρο2ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Κεφαλονιάς «Κύματα»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ