του Σπύρου Κακουριώτη
Λίγο πριν κλείσουν σφιχτά βαλίτσες ή σακίδια, λίγο πριν ολοκληρωθούν οι υπολογισμοί για το πόσο σφιχτοχέρηδες θα πρέπει να αποδειχθούμε φέτος, έτοιμοι κι έτοιμες για μια μικρότερη ή μεγαλύτερη ανάπαυλα πλάι στο κύμα, μια επιλογή non fiction βιβλίων που μόλις κυκλοφόρησαν, για όσες κι όσους δεν ταυτίζουν την ανάγνωση των διακοπών (μόνο) με τη λογοτεχνία. Συμβουλευτείτε την, αν θέλετε, και… καλή ξεκούραση!
Κωνσταντίνος Λαμπράκης, Παρεμποδίζοντας την αποστασία, Τόπος
Εξήντα χρόνια συμπληρώνονται κατ’ αυτάς από την έκρηξη του πλέον μαζικού κύματος κοινωνικής διαμαρτυρίας στη μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας, τα Ιουλιανά του 1965, δηλαδή τις λαϊκές κινητοποιήσεις που ξέσπασαν ως αντίδραση στην Αποστασία και συντάραξαν τη χώρα για 70 ημέρες, καταφέρνοντας να ρίξουν δύο κυβερνήσεις –αυτές των αποστατών Νόβα και Τσιριμώκου, που δεν κατάφεραν να πάρουν ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή– σημαίνοντας την αρχή του τέλους του μετεμφυλιακού συστήματος εξουσίας, κάτι που θα ολοκληρωθεί με τη Μεταπολίτευση. Παρά το γεγονός ότι τα Ιουλιανά αποτελούν, μαζί με το Πολυτεχνείο του 1973, μέσα στη μακρά δεκαετία του ’60, τον δικό μας «Μάη», η ιστοριογραφική ενασχόληση μαζί τους παραμένει ισχνή. Έτσι, η παρούσα μελέτη συνιστά μια πολύτιμη συμβολή, καθώς ερευνά αρχειακές πηγές ανεκμετάλλευτες μέχρι σήμερα, από τις οποίες προκύπτει μια αξιόπιστη βάση εμπειρικών ποσοτικών δεδομένων για τις εκδηλώσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας των 70 αυτών ημερών. Εκκινώντας από τη μελέτη αυτών των δεδομένων, ο συγγραφέας ακτινογραφεί τα τρία κοινωνικά κινήματα που έδρασαν, το συνδικαλιστικό εργατικό, το φοιτητικό και το αυτοδιοικητικό, εξετάζει τη χρονική εξέλιξη της διαμαρτυρίας αλλά και τη γεωγραφική διασπορά της, με εντυπωσιακά αποτελέσματα, που δεν αφορούν μονάχα το Λεκανοπέδιο, αλλά ακολουθούν συχνά τις ιστορικές πολιτικές τομές (του Διχασμού και του Εμφυλίου). Ακόμη, ο συγγραφέας εξετάζει τον ρόλο των διαδηλώσεων σε ανοιχτό χώρο, μελετώντας ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά των κινητοποιήσεων και της καταστολής τους, από τα οποία ακτινογραφείται η δυναμική των Ιουλιανών, ενώ, ακόμη, διερευνά την πρόσληψη των γεγονότων από τον χώρο της ελληνικής αριστεράς, της ΕΔΑ και της αριστερής αντιπολίτευσης προς αυτήν, καθώς οι κινητοποιήσεις στηρίχτηκαν σε μεγάλο βαθμό στα οργανωτικά δίκτυα της ΕΔΑ. Από την ανάλυσή του αναδεικνύεται ο πρωταγωνιστικός ρόλος των λαϊκών συνοικιών και των φτωχότερων στρωμάτων που διατηρούσαν ιστορική σχέση με το ΕΑΜ, αποτυπώνοντας μια γεωγραφική κατανομή που βλέπουμε να επαναλαμβάνεται διαρκώς σε κατοπινές εκλογικές αναμετρήσεις –ακόμη και στο δημοψήφισμα του 2015– και αντανακλά την ταξική σύνθεση των κινητοποιήσεων. Μολονότι η επιλογή να μην συμπεριληφθούν στην έκδοση τα ποσοτικά κ.ά. στοιχεία που αποτυπώνουν στην πραγματική έκτασή της τη ριζοσπαστικότητα των οπαδών του Κέντρου και ιδιαίτερα της νεολαίας του, της ΕΔΗΝ –στοιχεία που περιλαμβάνονται στη διατριβή από την οποία πήγασε η παρούσα έκδοση– αφήνει ένα σημαντικό κενό, η ανάλυση που μας προσφέρει αποτελεί μια συστηματική, αναλυτική και πρωτότυπη χαρτογράφηση της μεγαλύτερης κοινωνικής έκρηξης μετά την ΕΑΜική εμπειρία της Κατοχής.
Θ. Καλαφάτης – Ζ. Συνοδινός (επιμ.), Πανσπουδαστική, 1956-1967, Θεμέλιο
Για μια κρίσιμη για τη μεταπολεμική ελληνική ιστορία υπερδεκαετή περίοδο (1956-1967), η Πανσπουδαστική, το εμβληματικό σπουδαστικό περιοδικό της μαχόμενης
αριστερής νεολαίας, ταυτίστηκε με το φοιτητικό κίνημα και διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στους αγώνες του 1-1-4 και του 15% για την Παιδεία, αλλά και στον κύκλο κινητοποιήσεων που κορυφώθηκε με τα Ιουλιανά, συνδέοντας, εκτός όλων των άλλων, με τρόπο ανανεωτικό για τα ισχύοντα, τότε, αριστερά ήθη, το κίνημα αυτό με τα γράμματα, τις τέχνες και τον πολιτισμό. Παρά τον κεντρικό του ρόλο, το φοιτητικό αυτό περιοδικό δεν έτυχε της προσοχής που του αξίζει από τους σύγχρονους ερευνητές. Έτσι, η ανά χείρας έκδοση των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) και του Εργαστηρίου Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας (ΕΜΙΑΝ), όπου προσεγγίζεται το έντυπο, η πολιτική, το φοιτητικό κίνημα και ο πολιτισμός, όπως διευκρινίζει ο υπότιτλος, αποτελεί μια πολύτιμη συμβολή στη μελέτη της ιστορίας του νεολαιίστικου κινήματος της μακράς δεκαετίας του ’60. Τα κείμενα που συγκροτούν τον ανά χείρας συλλογικό τόμο αποτελούν συμβολές σε ημερίδα που διοργανώθηκε από την ΕΜΙΑΝ, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων από την έκδοση του πρώτου τεύχους της Πανσπουδαστικής, με στόχο τη μελέτη της φυσιογνωμίας του φοιτητικού εντύπου, της συμβολής του στην ανάπτυξη του νεολαιίστικου και ευρύτερα δημοκρατικού κινήματος, της προσφοράς του στην παιδεία και τον πολιτισμό. Τα κείμενα αποτελούν επεξεργασμένες εισηγήσεις βασικών συνεργατών του περιοδικού και έγκριτων μελετητών του πολιτικού και πολιτισμικού τοπίου των δεκαετιών του ’50 και του ’60, μαζί με τα πρακτικά των συζητήσεων που ακολούθησαν. Οι συμβολές αυτές πλαισιώνονται από μια εκτενή εισαγωγή του ιστορικού Γιάνη Γιανουλόπουλου, ο οποίος υπήρξε αρχισυντάκτης του περιοδικού την περίοδο 1962-1964, που αναφέρεται αναλυτικά στις περιόδους της έκδοσής του και στην ανθρωπογεωγραφία του, παραθέτοντας και τον πλήρη κατάλογο των συνεργατών του. Τέλος, ο τόμος συμπληρώνεται με ενημερωμένη βιβλιογραφία και τεκμηριωτικό υλικό από το περιοδικό, καθώς και σπάνιο φωτογραφικό υλικό από τις συλλογές και τα αρχεία ης ΕΜΙΑΝ.
Δημήτρης Χριστόπουλος, Χρόνια δοκιμασίας, Πόλις
Αν ο όρος «στρατευμένος» δεν είχε απαξιωθεί σε τέτοιο βαθμό από τη χρήση του σε συνάρτηση με ποικίλες όψεις της σοβιετικής εμπειρίας, ο συγγραφέας του ανά χείρας τόμου θα αποτελούσε το κατεξοχήν παράδειγμα στρατευμένου διανοούμενου· ενεργός πολίτης και ανήσυχος (με την έννοια που οι αγγλόφωνοι δίνουν στο concerned) πανεπιστημιακός δάσκαλος, ο Δημήτρης Χριστόπουλος επέλεξε από πολύ νωρίς να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων, των μειονοτικών, των κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, είτε ως ιδρυτικό μέλος του Κέντρου Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων είτε ως πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης, αλλά και της Διεθνούς Ομοσπονδίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Προϊόν αυτής της «στράτευσης» για θέματα δύσκολα, όπως είναι τα λεγόμενα «εθνικά», τα ζητήματα ιθαγένειας ή η υποδοχή προσφύγων και μεταναστών, είναι και τα κείμενα που περιλαμβάνονται στις σελίδες του τόμου. Κείμενα γραμμένα μέσα στην τελευταία δεκαετία (και τι δεκαετία!), χαρακτηρίζονται από τόλμη –αυτή τη λέξη χρησιμοποιεί στα προλεγόμενά του ο ιστορικός Στρατής Μπουρνάζος· από την παρρησία με την οποία ο Χριστόπουλος διατυπώνει την άποψή του, ανεξαρτήτως του για ποιους ή για πόσους γίνεται δυσάρεστη. Τόλμη που συνδυάζεται με τον στοχασμό και την έγνοια για τον διπλανό, αλλά και με τον θετικό, τον προγραμματικό λόγο. Γατί τα κείμενα αυτά θέλουν να υπηρετήσουν, όπως και ο ίδιος ο συγγραφέας τους λέει, αφενός, την κατανόηση της πολιτικής συμπεριφοράς στη δημόσια σφαίρα, αφετέρου, τη δράση, ώστε να επιτευχθεί ο μετασχηματισμός των ιδεών σε πολιτικό διά ταύτα. Με αυτή τη διττή προσέγγιση, που ο ίδιος αποκαλεί «στρατηγική της υλοποίησης», ο λόγος και τα κείμενα του συγγραφέα φορτίζονται από έντονη επιτελεστικότητα: είτε αφορούν την ιθαγένεια των παιδιών μεταναστών που γεννήθηκαν εδώ είτε την προσπάθεια ανάδειξης της νέας «ελληνοαλβανικότητας» που αναδύεται στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας, αποτελούν ένα εφαλτήριο που προετοιμάζει το άλμα προς την πράξη, στο οποίο ο συγγραφέας πολλές φορές έχει αποδυθεί, θέτοντας τους σπόρους για μικρότερες αλλά και μεγαλύτερες αλλαγές, που η κοινωνία μας έχει ανάγκη.
Γιάννης Βούλγαρης, Στην άκρη του γκρεμού: Ελλάδα 2007-2019, Μεταίχμιο
Τη δραματική δεκαετία της δημοσιονομικής, κοινωνικοοικονομικής και πολιτικής κρίσης, που δοκίμασε τις υπαρξιακές αντοχές της χώρας, αφηγείται μέσα από τις σελίδες της μελέτης του ο πολιτικός επιστήμονας και συγγραφέας, επιδιώκοντας, ως «πολιτική επιλογή», όπως τονίζει, να απευθυνθεί σε ένα όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινό –γι’ αυτό και αφήνει συνειδητά στην άκρη το ακαδημαϊκό ύφος, την επιστημονική ορολογία και τις πολλές υποσημειώσεις– προκειμένου να αναμετρηθεί με ερωτήματα όχι πια για το ποιος είχε δίκιο αλλά για το τι έγινε, τι δεν έγινε και τι έμεινε. Με τη αφήγηση αυτού που πολλοί προσέλαβαν, όπως και ο ίδιος, ως έναν άοπλο εμφύλιο, ο συγγραφέας επιχειρεί να καταγράψει τους βασικούς σταθμούς της περιόδου της κρίσης, εντάσσοντάς την στο ευρύτερο πλαίσιο των αντιπαραθέσεων που σημειώθηκαν τότε στο εσωτερικό της ευρωζώνης, σε όλες τις χώρες που μπήκαν ή απειλήθηκαν να μπουν σε μνημόνια. Αναδεικνύει τις ιδεολογικοπολιτικές ζυμώσεις που οδήγησαν στην αναδιάταξη του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος και εξετάζει τις επιμέρους επιλογές των κυβερνήσεων και των κομμάτων, καθώς και των ευρωπαϊκών ηγεσιών. Αφού προειδοποιήσει τον αναγνώστη του τόσο απέναντι στον κίνδυνο να θεωρηθεί ό,τι έγινε αναπόφευκτο όσο και σε εκείνον της απαξίωσης του παρελθόντος, εν προκειμένω της Μεταπολίτευσης, που υπήρξε η ομαλότερη περίοδος δημοκρατικής ζωής στη χώρα, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι η κρίση, που στην Ελλάδα εκδηλώθηκε πρωτίστως ως κρίση του κράτους, ήταν ταυτόχρονα παγκόσμια, ευρωπαϊκή και εθνική. Στα 2008-2009 η πρόσληψή της από τους πολίτες αφορούσε την παγκόσμια διάστασή της, στα 2009-2010 την εθνική και από το 2011-2015 την ευρωπαϊκή, για να μετατραπεί σε εθνική ξανά μετά το 2015, όταν η Ελλάδα είχε απομείνει η μόνη χώρα σε μνημόνιο. Η πορεία αυτή μέσα στην κρίση αναδεικνύει, σύμφωνα με τον μελετητή, και εδώ τα γνώριμα ιστορικο-κοινωνιολογικά μοτίβα τα οποία αντανακλούν τον τρόπο με τον οποίο η χώρα παρακολουθεί τους μεγάλους μετασχηματισμούς της νεωτερικότητας, δηλαδή τη «διάσωση την τελευταία στιγμή», τη σημασία της γεωπολιτικής διάστασης, αλλά και την ιστορική πρόσοδο που αποτελεί για τη χώρα το βάρος της αρχαίας Ελλάδας στο φαντασιακό των ευρωπαίων, τη διεθνή πίεση στην οποία η χώρα κλήθηκε να πειθαρχήσει και, τέλος, την αυτονομία της πολιτικής, με αποτέλεσμα τόσο την ακραία πόλωση όσο και την κεντρική πολιτική απόφαση που αποτέλεσε εργαλείο διάσωσης πριν την καταστροφή.
Τάσος Γιαννίτσης, Ελλάδα 1953-2024: Χρόνος και πολιτική οικονομία, Πατάκης
Η διάψευση των προσδοκιών για τον αναπτυξιακό μετασχηματισμό της μεταπολιτευτικής, αλλά και μεταπολεμικής, ευρύτερα, Ελλάδας βρίσκεται στο επίκεντρο των ερωτημάτων που θέτει, στην παρούσα μελέτη του, ο συγγραφέας και ομότιμος καθηγητής Οικονομικών του ΕΚΠΑ. Ερωτήματα που διαμεσολαβούνται από την εμπειρία της κατάρρευσης της οικονομίας το 2009 και πυροδοτούνται από την επαναφορά στη διεθνή συζήτηση του ζητήματος της επαναβιομηχάνισης, η οποία, με τη σειρά της, εγείρει ερωτήματα και στα καθ’ ημάς, για το κατά πόσον είναι εφικτή η ενίσχυση της μεταποίησης στην Ελλάδα. Προκειμένου να παρέμβει σε αυτή τη συζήτηση, η οποία, παράλληλα, αποτελεί και μια αποτίμηση των 50 χρόνων Μεταπολίτευσης, ο συγγραφέας επισκοπεί την αναπτυξιακή διαδικασία στη χώρα από τη νομισματική μεταρρύθμιση του 1953 μέχρι σήμερα, καταθέτοντας, ουσιαστικά, την προσωπική μαρτυρία του για τη διαδικασία οικονομικού μετασχηματισμού της χώρας, την οποία υπηρέτησε και ο ίδιος, είτε ως διανοούμενος οικονομολόγος είτε ως υπουργός. Στο πρώτο μέρος της μελέτης εξετάζονται οι εξελίξεις στην οικονομία και στο παραγωγικό σύστημα, οι απαρχές της εκβιομηχάνισης μεταπολεμικά και ο εικοσαετής κύκλος της αποβιομηχάνισης (1974-1994), η μετάβαση στην ΟΝΕ και, τέλος, η δεκαετής κρίση του 2009. Στο δεύτερο τμήμα της παρουσιάζονται οι βασικότεροι παράγοντες που επηρέασαν αυτή την πορεία: η κρατική πολιτική, οι διεθνείς άμεσες επενδύσεις, οι ροές κοινοτικών πόρων και δανειακών κεφαλαίων, η υστέρηση κεφαλαίων, η «κουλτούρα της Μεταπολίτευσης» κ.ά. Επισημαίνοντας την οξεία αντίθεση ανάμεσα στις μαχητικές προσδοκίες που πυροδότησε η Μεταπολίτευση και τον κοινωνικό κατακερματισμό που προκάλεσε η κρίση, ο συγγραφέας επισημαίνει ότι σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μεγαλύτερες δυσκολίες και αβεβαιότητες, λόγω των ανατροπών στο διεθνές αλλά και στο εγχώριο σκηνικό, που επιτείνει η κλιματική κρίση, η δημογραφική γήρανση και μια οικονομία που, 15 χρόνια μετά, φέρει έντονα τα σημάδια της οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής κρίσης. Με αυτά τα δεδομένα, επισημαίνει, είναι δύσκολο να μιλήσει κανείς για ανάπτυξη με την έννοια που είχε ο όρος στο παρελθόν, αλλά μάλλον για τη μετάβαση σε πολύ διαφορετικά συστήματα παραγωγής.
Δημήτρης Μητσάτσος, Άρση απορρήτου, Παπαδόπουλος
Σχεδόν εξήντα χρόνια ήταν υποχρεωμένος να κρατήσει την εμπειρία του στη σιωπή ο συγγραφέας, που σε ηλικία 27 ετών, νεαρός αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, βρέθηκε επικεφαλής του περιπολικού Φαέθων, του ενός από τα δύο πολεμικά σκάφη που το 1964 η ελληνική κυβέρνηση έστειλε στην Κύπρο, προκειμένου να ενισχύσουν τις ελληνοκυπριακές δυνάμεις που επιχειρούσαν να εκπορθήσουν τους βαριά οχυρωμένους τουρκοκυπριακούς θύλακες των Κόκκινων και της Μανσούρας, στα δυτικά παράλια του νησιού, που υπεράσπιζε με υπερπτήσεις και βομβαρδισμούς ελληνικών θέσεων η τουρκική αεροπορία. Τα δύο πλοιάρια, Φαέθων και Αρίων, αγορασμένα και τροποποιημένα με μυστικότητα στον Ναύσταθμο της Σαλαμίνας, ξεκίνησαν για την αποστολή τους ελλιπώς εξοπλισμένα και, παρά τα σοβαρά μηχανικά προβλήματα, έφτασαν στην Κύπρο στα τέλη Ιουλίου 1964. Αναλαμβάνοντας περιπολίες στις ακτές της Κύπρου, τα δύο πλοιάρια δεν άργησαν να εμπλακούν στον βομβαρδισμό των τουρκοκυπριακών θυλάκων. Στις αρχές Αυγούστου, μετά από ανταλλαγή πυρών με δυνάμεις στο οχυρωμένο παραθαλάσσιο χωριό Μανσούρα, τα δύο πλοιάρια δέχτηκαν επίθεση από τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη. Ο συγγραφέας περιγράφει λεπτό προς λεπτό την προσπάθεια του ίδιου και όλου του πληρώματος να αμυνθούν και να οδηγήσουν το πλοίο στην ακτή, προκειμένου να καλυφθούν με ασφάλεια. Το αποτέλεσμα ήταν ο μεν Φαέθων να κάτσει στα αβαθή και να μη βυθιστεί ο δε κυβερνήτης του, αφού έβγαλε τους επιζώντες στην ξηρά, τραυματισμένος σοβαρά, να χάσει το χέρι του. Στις σελίδες που ακολουθούν την άγνωστη, μέχρι πρόσφατα, αυτή σελίδα των διακοινοτικών –εντέλει και ελληνοτουρκικών– συγκρούσεων του 1963-64, ξεχειλίζει η πικρία του για την επιβεβλημένη από την ελληνική πολιτεία αποσιώπηση της πολεμικής αυτής εμπειρίας, χωρίς την απόδοση τιμών ούτε στους επτά νεκρούς ούτε στους επιζώντες, με τη δικαιολογία ότι «τότε δεν βρισκόμασταν σε πόλεμο». Στις σελίδες που ακολουθούν στη συνέχεια, ο συγγραφέας αναφέρεται στον παροπλισμό του ως αξιωματικού του Π.Ν., στις σπουδές του στο Πολυτεχνείο και τη σταδιοδρομία του στον κόσμο των επιχειρήσεων και στην Ελληνική Ένωση Προστασίας Θαλασσίου Περιβάλλοντος (Helmepa).
Θανάσης Πέτρου, 1941: Αυστηρά συσκότισις, Ίκαρος
Πιστός στο πρόγραμμά του να αφηγηθεί ολόκληρη την ιστορία του ελληνικού «σύντομου» 20ού αιώνα μέσα από το ιδίωμα των graphic novels, ο κομίστας Θανάσης Πέτρου παρουσιάζει το πέμπτο βιβλίο της σειράς, που τοποθετείται στην περίοδο της Κατοχής στη Θεσσαλονίκη. Έχοντας παρακολουθήσει τους ήρωές του από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο (Οι όμηροι του Γκαίρλιτς) στη Μικρασιατική Εκστρατεία (1922) και, από εκεί, στην Καταστροφή και την προσφυγιά (1923), μέχρι τις περιπέτειες του Μεσοπολέμου και τη δικτατορία Μεταξά (1936) –όλα κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ίκαρος– μεταφέρεται τώρα στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Θεσσαλονίκη. Εκεί, ο ήρωάς του θα αποκτήσει οικογένεια, μαζί με την οποία θα βιώσει τον πόλεμο και την είσοδο των γερμανικών στρατευμάτων στην πόλη, την πείνα και τη μαύρη αγορά, τον απόηχο του αντάρτικου και τα κύματα των θρακιωτών προσφύγων, τη συγκρότηση των πρώτων πυρήνων αντίστασης και τη σταδιακή εμφάνιση των θεσσαλονικιών ταγματασφαλιτών, τα μαρτύρια και το διωγμό των εβραίων, τις ένοπλες συγκρούσεις γερμανοντυμένων και ανταρτών, τις εμφύλιες συρράξεις που θα συνοδεύσουν την απελευθέρωση της πόλης από τον ΕΛΑΣ. Μέσα από την αφήγηση του δημιουργού κάνουν την εμφάνισή τους ο Τσιτσάνης και το ουζερί του, ο Πούλος, ο Δάγκουλας, ο Κισά Μπατζάκ και άλλα καθάρματα που αποτέλεσαν φόβο και τρόμο για τους κατοίκους της πόλης, η καταστροφή του Χορτιάτη και η μάχη του Κιλκίς, ανάμεσα στον ΕΛΑΣ και τους ταγματασφαλίτες. Με γραφή ιστορικά ενήμερη, ο δημιουργός κατορθώνει να ανασυστήσει με το πενάκι του την καθημερινή ζωή της πόλης σε αυτή τη σκοτεινή περίοδο, προσφέροντας στους αναγνώστες του 1941 ένα συναρπαστικό μάθημα δημόσιας ιστορίας. Ο ήρωάς του μέσα στην Κατοχή θα βιώσει τον εμφύλιο μέσα στο ίδιο του το σπίτι, αφού τα παιδιά του έχουν επιλέξει το μεν τον δρόμο της αντίστασης μέσα από την ΕΠΟΝ, το δε της συνεργασίας με τους Γερμανούς. Αφήνει έτσι την αφήγησή του μετέωρη, για να τη συνεχίσει, όπως μπορεί να υποθέσει ο αναγνώστης, με ένα επόμενο graphic novel για τον Εμφύλιο, που θα περιμένουμε με ανυπομονησία…
Ντανιέλ Γκερέν, Φασισμός και μεγάλο κεφάλαιο, Εκδόσεις των Συναδέλφων
Η ανάρρηση αυταρχικών ηγετών στην εξουσία, ιδιαίτερα η δεύτερη προεδρία Τραμπ, και η διόγκωση των δυνάμεων της ακροδεξιάς στην Ευρώπη, έχουν προκαλέσει, εκτός των άλλων, και την αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για τον ιστορικό φασισμό. Χάρη σε αυτό το ανανεωμένο ενδιαφέρον, βλέπει το φως της δημοσιότητας και στη χώρα μας, μεταφρασμένο από τον Τάσο Γουδέλη, το ανά χείρας έργο του αναρχικού στοχαστή του μεσοπολέμου Daniel Guerin (1904-1988), γραμμένο στα 1936, εποχή του θριάμβου του γερμανικού ναζισμού και της εδραίωσης του ιταλικού φασισμού. Το έργο επανακυκλοφόρησε εμπλουτισμένο το 1945, όταν ο πόλεμος τελείωνε, χωρίς όμως να αλλάξει ο βασικός κορμός του, που, όπως σημείωνε ο συγγραφέας, είχε στόχο τη μελέτη του φασισμού στην «αμιγή του μορφή», χωρίς, δηλαδή, τους όποιους μετασχηματισμούς επέβαλλαν οι καταναγκασμοί της εμπόλεμης κατάστασης. Ο Γκερέν επιδιώκει, όπως λέει, να προσδιορίσει τη φύση του φασισμού, γι’ αυτό και εξετάζοντας την ιταλική και τη γερμανική περίπτωση δεν ενδιαφέρεται για μια συγκριτική προσέγγιση που θα αναδείκνυε τις (υπαρκτές) διαφορές των δύο μορφών φασισμού, αλλά για εκείνη που αναδεικνύει τα κοινά τους χαρακτηριστικά. Έτσι, στη μελέτη του, ο συγγραφέας εξετάζει τις απαρχές και τους χρηματοδότες του φασισμού, αναδεικνύοντας τις σχέσεις του με το μεγάλο κεφάλαιο και τις υπηρεσίες που του προσέφερε· τις στρατιές των πληβείων που συντάσσονται με τα φασιστικά κινήματα και αποτελούν τον στρατιωτικό βραχίονά τους· τον μυστικιστικό χαρακτήρα της φασιστικής και ναζιστικής ιδεολογίας και τη θρησκευτικού τύπου σχέση που διαμορφώνεται ανάμεσα στον ηγέτη και τις μάζες· τη δημαγωγική ρητορική του και την επιθετική τακτική του απέναντι στο εργατικό κίνημα και τις αδύναμες αντιδράσεις του· την αντεργατική δράση του και την εκκαθάριση των πληβειακών στοιχείων που επιδίωκαν την εμβάθυνση της φασιστικής «επανάστασης» σε αντιπλουτοκρατική κατεύθυνση· τέλος, εξετάζει την οικονομική και αγροτική του πολιτική, καθώς και τον ρόλο των μεσαίων τάξεων στη μεσοπολεμική Ιταλία και Γερμανία. Πολιτικά και οικονομικά ο φασισμός δεν είναι «προοδευτικός», προειδοποιεί ο συγγραφέας, αντιθέτως, το αυταρχικό κράτος μπορεί να μετεξελιχθεί παίρνοντας τη μορφή στρατιωτικής δικτατορίας. Είναι φαινόμενο με οικουμενικό χαρακτήρα, που οξύνει τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις, επιταχύνοντας την πτώση στη βαρβαρότητα. Ακριβώς γι’ αυτό, το έργο του Γκερέν δεν έχει μονάχα ιστορική αξία αλλά αποτελεί μια αξιόλογη συμβολή στον πολιτικό στοχασμό του παρόντος.
Β. Γούναρης – Ι. Στεφανίδης (επιμ.), Η Μακεδονία στο ελληνικό κοινοβούλιο, Ίδρυμα της Βουλής
Περιφέρεια με ιστορική βαρύτητα, γεωπολιτική και οικονομική δυναμική, υπό διαρκή απειλή, εσωτερική και εξωτερική, διαρκώς παραμελημένη από το αθηναϊκό κέντρο: Αυτήν τη στερεοτυπική εικόνα, που δεν μας είναι άγνωστη, φιλοτεχνούν, εδώ και πάνω από έναν αιώνα, οι αντιπρόσωποι των μακεδονικών επαρχιών με τον κοινοβουλευτικό τους λόγο, έτσι όπως αποτυπώνεται στις μελέτες του παρόντος συλλογικού τόμου, αποτέλεσμα ερευνητικού προγράμματος του Ιδρύματος της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία και του Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα, για τη μελέτη του τρόπου με τον οποίο παρουσιάζεται η Μακεδονία και τα σχετικά με αυτήν ζητήματα στις κοινοβουλευτικές συζητήσεις μέχρι το 1989. Στις συμβολές που περιλαμβάνονται στον τόμο, ο Κωνσταντίνος Παπανικολάου ιχνηλατεί την περίοδο 1897-1911, όταν τη Βουλή απασχολεί πρωτίστως το Κρητικό Ζήτημα, ενώ η Μακεδονία βρίσκεται σε δεύτερο πλάνο, λόγω και των ασαφών ορίων των ελληνικών διεκδικήσεων. Στη συνέχεια, η Ελευθερία Μαντά εξετάζει την περίοδο των πολέμων και του Διχασμού (1912-1922), όπου κυριαρχεί ο άκρατος αντιβουλγαρισμός, μαζί με το ενδιαφέρον για την οικονομία της Μακεδονίας, εκ μέρους πρώην μακεδονομάχων βουλευτών. Ο Κωνσταντίνος Διώγος μελετά την περίοδο μετά την άφιξη των προσφύγων και την εκπροσώπησή τους στο Κοινοβούλιο, που έρχεται σε σύγκρουση με τους βουλευτές εκείνους, αντιβενιζελικούς κυρίως, αλλά και βενιζελικούς, που υπερασπίζονται τα συμφέροντα των γηγενών, ενώ ο Ανδρέας Μπουρούτης μελετά τον λόγο των εκπροσώπων μιας τέτοιας ομάδας γηγενών, των ισραηλιτών βουλευτών, έως τη δικτατορία του Μεταξά. Το ζήτημα της ασφάλειας και της γεωπολιτικής σημασίας της Μακεδονίας, μαζί με τον φόβο του «σλαβοκομμουνισμού», κυριαρχεί στον λόγο των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων των νομών της Μακεδονίας κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, όπως δείχνει ο Βασίλης Κολλάρος, ενώ ο Κωνσταντίνος Δουκάκης εξετάζει την περίοδο της ανασυγκρότησης μέσα από τις προγραμματικές δηλώσεις, αλλά και τις σχετικές συζητήσεις, όπου κυριαρχούν αναπτυξιακά ζητήματα και οικονομικά αιτήματα, μαζί με το ζήτημα της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας. Στο όνομα αυτών των ζητημάτων στο στόχαστρο τίθεται η Αριστερά, την παρουσία και τον λόγο των βουλευτών της οποίας σε μια μακρά περίοδο (1926-1967) μελετά ο Δημήτρης Λυβάνιος, παρατηρώντας τις μετατοπίσεις από την ταξική ρητορική των πρώτων χρόνων στον εθνικό λόγο της ΕΔΑ. Τέλος, η Βασιλική Μπουραντά εξετάζει την Θεσσαλονίκη και τα προβλήματά της στον πολιτικό λόγο των βουλευτών της κατά την περίοδο 1974-1989.
Δημήτρης Λυβάνιος, Τοπίο στην ομίχλη: Η γιουγκοσλαβική Μακεδονία, 1919-1949, Επίκεντρο
Τις σημαντικότερες πολιτικές εξελίξεις στην περιοχή της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας, από το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι την επαύριον της αποπομπής του Τίτο από την Κομινφόρμ, εξετάζει στην παρούσα μελέτη του ο συγγραφέας, καθηγητής Ιστορίας στο ΑΠΘ. Στο πρώτο μέρος μελετάται η θέση της περιοχής στη λεγόμενη «πρώτη Γιουγκοσλαβία» (1919- 1941), η σερβική πολιτική έναντι των Σλαβομακεδόνων, καθώς και η βουλγαρική κατοχή κατά την περίοδο 1941-1944. Επιπλέον, διερευνώνται τα πρώτα κρίσιμα χρόνια της Λ.Δ. Μακεδονίας ως ομόσπονδης συνιστώσας της «Νέας» Γιουγκοσλαβίας, οι σχέσεις της με το Βελιγράδι, τα προβλήματα που το νέο καθεστώς αντιμετώπισε αλλά και δημιούργησε, καθώς και ο αντίκτυπος που είχε στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία η ρήξη του Τίτο με τον Στάλιν. Τέλος, καταγράφονται ορισμένες παρατηρήσεις σχετικά με την ανάδυση της μακεδονικής εθνικής ιδεολογίας και την πολιτικοκοινωνική της λειτουργία στην περιοχή. Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει 11 τεκμήρια από τα βρετανικά αρχεία, που αναφέρονται κυρίως στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία και στο ευρύτερο πλαίσιο του βουλγαρο-γιουγκοσλαβικού ανταγωνισμού για την περιοχή, καθώς και στις βρετανικές προσλήψεις γι’ αυτόν. Οι πηγές αυτές φωτίζουν ενδιαφέρουσες πτυχές της εσωτερικής κατάστασης στη Λαϊκή Δημοκρατία της Μακεδονίας, συμπεριλαμβανομένων και των ιδεολογικών ζυμώσεων μετά το 1944 και παρουσιάζονται για πρώτη φορά. Η πληροφόρηση που παρέχεται είναι ικανοποιητική, καθώς οι Βρετανοί συνέλεγαν πληροφορίες από ένα ευρύ φάσμα πηγών, από φίλιες αλλά και από εχθρικές δυνάμεις, ενώ οι πολιτικές σκοπιμότητες της βρετανικής εξωτερικής πολιτικής δεν φαίνεται να έχουν επηρεάσει σημαντικά την πληροφόρηση που περιλαμβάνεται στα τεκμήρια αυτά. Τέλος, στον τόμο περιλαμβάνεται χρονολόγιο των πολιτικών και διπλωματικών εξελίξεων από το 1870, καθώς και βιογραφικά σημειώματα για τους βασικούς πρωταγωνιστές της περιόδου 1919-1949.
Robert M. Hayden, Από τη Γιουγκοσλαβία στα Δυτικά Βαλκάνια, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Χωρίς να αναπαράγει νοσταλγικές εικόνες, ο συγγραφέας, στον παρόντα τόμο, που αποτελεί συναγωγή παλαιότερων άρθρων, αναλύει τη σταδιακή ανάδειξη του εθνικισμού σε κυρίαρχο αφήγημα στη Γιουγκοσλαβία, επισημαίνοντας πως η διάσπαση της χώρας δεν ήταν εξαρχής προδιαγεγραμμένη για τους πολίτες της. Ανθρωπολόγος και ταυτόχρονα ακαδημαϊκός νομικός, που έχει κάνει επιτόπια έρευνα στη Γιουγκοσλαβία και, επιπλέον, μιλά άπταιστα τη γλώσσα που συνηθίζαμε να αποκαλούμε σερβοκροατική, εξετάζει, αρχικά, τις διεργασίες αποδόμησης της ειρηνικής συνύπαρξης και ανάμειξης των λαών της Γιουγκοσλαβίας, μέσα από την επιτυχή χρήση, εκ μέρους των σερβικών και κροατικών ελίτ, των εικόνων των φασιστικών κομμάτων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που είχε ως αποτέλεσμα την ανάσταση των Τσέτνικ και των Ουστάσι ως θετικών συμβόλων και τη διάλυση των βασικών παραδοχών γύρω από τη γιουγκοσλαβική «αδελφότητα και ενότητα», ειδικότερα μέσα από το παράδειγμα της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης. Στη συνέχεια, επιχειρεί να ερμηνεύσει τις διαδικασίες μαζικής βίας που εκτυλίχθηκαν κατά τη διάρκεια των πολέμων του 1991-1995, που καθιέρωσαν στο διεθνές λεξιλόγιο τον όρο «εθνοκάθαρση» και είχαν ως αποτέλεσμα βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών, που συνοδεύτηκαν, κάποτε, από φρικτά εγκλήματα. Παρόλα αυτά, ο συγγραφέας θεωρεί υπερβολική την κατηγορία περί «γενοκτονίας» στην περίπτωση της Βοσνίας, την προώθηση της οποίας αποδίδει σε μια «επιτηδευμένη εκστρατεία δημοσίων σχέσεων» από τους βόσνιους μουσουλμάνους, ενώ, παράλληλα, μελετά τις χρήσεις τέτοιων φορτισμένων όρων από τους πολιτικούς δρώντες ανάλογα με τις επιδιώξεις τους. Ακόμη, διερευνά τη χρήση μαζικής σεξουαλικής βίας στους γιουγκοσλαβικούς πολέμους, εξετάζοντας το πότε οι εμπόλεμοι καταφεύγουν σε αυτήν και πότε όχι. Στη συνέχεια, ο συγγραφέας μελετά τον ρόλο των οργανώσεων προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την πολιτικά προσανατολισμένη δράση τους, που τροφοδότησε τις εθνικιστικές εντάσεις, αλλά και την ίδρυση και λειτουργία του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την Πρώην Γιουγκοσλαβία, που συνέβαλε στη συντήρηση των εντάσεων ανάμεσα στους πληθυσμούς της περιοχής – θεωρεί, μάλιστα, πως όλα αυτά αποτελούν μηχανισμούς πλουτισμού των υποστηρικτών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Τέλος, εξετάζει ζητήματα σχέσεων εθνών και κράτους, όπως το βοσνιακό πείραμα δημιουργίας μιας δημοκρατίας χωρίς δήμο ή ο μύθος περί ενιαίου βοσνιακού λαού που κανείς δεν φαίνεται να πιστεύει. Στο Επίμετρο, ο συγγραφέας προχωρεί σε μερικές συγκριτικές παρατηρήσεις για την Ευρωπαϊκή Ένωση και την αμφισβήτηση της ενότητάς της στα 2012 (όταν και γράφεται το βιβλίο) και τη Γιουγκοσλαβική Ομοσπονδία του 1983, λίγα χρόνια πριν την κατάρρευσή της, διατυπώνοντας μερικούς εύστοχους παραλληλισμούς, για να καταλήξει πως το να προσποιούμαστε ότι τα «Δυτικά Βαλκάνια» είναι διαφορετικά από την υπόλοιπη Ευρώπη είναι απλώς παράλογο… Η μετάφραση είναι των Δημήτρη Χαριτάτου και Παναγιώτη Γέρου.
Gurbetelli Ersöz, Κέντησα την καρδιά μου στα βουνά, Άγρα
Η Γκουρμπετελλί Ερσόζ, η «Ξενιτοπούλα» που στο βουνό υιοθέτησε το ψευδώνυμο Ζεϋνέπ, γεννημένη σε ένα χωριό στα βάθη της Ανατολίας, σπούδασε χημικός, αλλά δούλεψε ως δημοσιογράφος, για να γίνει αρχισυντάκτρια της κουρδικής εφημερίδας Özgür Gündem, η πρώτη γυναίκα που κατέκτησε μια τέτοια θέση στην ιστορία του τουρκικού τύπου. Οι συνεχείς διώξεις, που θα οδηγήσουν στην απαγόρευση της εφημερίδας, έχουν ως συνέπεια τη σύλληψη και φυλάκισή της το 1993. Μέλος του ΡΚΚ από τα πανεπιστημιακά της χρόνια, το 1995 θα βγει στο βουνό για να ενταχθεί στο κουρδικό αντάρτικο, όπου θα δράσει μέχρι τις 8 Οκτωβρίου 1997, όταν θα σκοτωθεί από τα πυρά ενός τεθωρακισμένου, μέρος κι αυτό της γερμανικής βοήθειας προς το τουρκικό κράτος. Σε όλο αυτό το διάστημα, «από τύχη», όπως σημειώνει στον πρόλογό του ο μεταφραστής, ιστορικός Μουράτ Ισσί, «δεν συμμετείχε ποτέ στις ένοπλες συγκρούσεις, ούτε χρησιμοποίησε το όπλο της εναντίον κάποιου ανθρώπου». Παρόλα αυτά, το ημερολόγιο που κράτησε αυτά τα δύο χρόνια, το ημερολόγιο μιας κούρδισσας αντάρτισσας, αποτελεί μια σπάνια μαρτυρία από πρώτο χέρι, όπου καταγράφεται, κάποτε σε λυρικούς τόνους, η καθημερινότητα του αντάρτικου, ιδιαίτερα εκείνη των γυναικών στις μάχιμες μονάδες, μαρτυρώντας την απαρχή της συγκρότησης αυτόνομων μονάδων ανταρτισσών. Παράλληλα, χάρη στη δημοσιογραφική της σκευή, στις σελίδες του παρουσιάζονται εκτενώς οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στην Τουρκία, σε μια περίοδο μεταβατική, όπως εκ των υστέρων αποδείχθηκε, που σηματοδοτούσε το πολιτικό τέλος ενός ολόκληρου κόσμου. Ταυτόχρονα, το ημερολόγιο, ως πεδίο προσωπικής έκφρασης, είναι διάστικτο από πόνο, οργή και θλίψη, αλλά και δίψα για εκδίκηση για τον μαρτυρικό θάνατο του αδελφού της, έγνοια για την αντάρτισσα αδελφή της και λατρεία για τον ηγέτη του κόμματος, τον Αμπντουλλάχ Οτζαλάν. Το ημερολόγιο, από τη φύση του, αποτελεί έναν πολυεπίπεδο «δημόσιο χώρο», όπου συναντιούνται η ατομική και η συλλογική προσπάθεια, παρατηρεί ο Μουράτ Ισσί. Ακριβώς γι’ αυτό, το κείμενο της «Ζεϋνέπ» αποτελεί μια πολύτιμη μαρτυρία που εμπλουτίζει την κουρδική ιστοριογραφία και συμβάλλει στη γνώση μας για την Τουρκία και το Κουρδιστάν.
Eric Bogosian, Επιχείρηση Νέμεσις, Παπαδόπουλος
Σε μια γενοκτονία που εκτυλίχθηκε πριν από έναν αιώνα στα βάθη της Μικράς Ασίας, όχι πολύ μακριά από τον τόπο όπου διαδραματίζεται σήμερα, 110 χρόνια μετά, η γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού, μεταφέρει τον αναγνώστη του ο αμερικανός συγγραφέας και δραματουργός Έρικ Μπογκόσιαν: εκεί όπου ο αρμενικός λαός εκτοπίστηκε και στη συνέχεια σφαγιάστηκε μαζικά ή αφέθηκε να εξολοθρευθεί από την πείνα και την έρημο. Σχεδόν ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι εξανδραποδίστηκαν και εξοντώθηκαν κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ύστερα από εντολές της οθωμανικής κυβέρνησης, που είχε σχηματίσει το Κομιτάτο Ένωση και Πρόοδος. Η αρμενική γενοκτονία θεωρείται από πολλούς ότι αποτέλεσε ένα πρότυπο για τον Χίτλερ, στον οποίο αποδίδεται, άλλωστε, η φράση: «Ποιος θυμάται τους Αρμενίους;» Αφού αναφερθεί στο αρμένικο μιλλέτ και τη θέση του εντός της Αυτοκρατορίας, ο συγγραφέας παρακολουθεί τις εξελίξεις που πυροδότησε η είσοδος της οθωμανικής πολιτείας στη νεωτερικότητα, τις επαναστατικές οργανώσεις των Αρμενίων και τις σφαγές του 1894, τον ρωσοτουρκικό ανταγωνισμό και τη γενοκτονία του 1915. Στη συνέχεια, μεταφέρει τον αναγνώστη του στο Βερολίνο, τον Μάρτιο του 1921, προκειμένου να παρακολουθήσει τον ήρωά του, Σογομόν Τεχλιριάν, ένα νεαρό Αρμένη που στη γενοκτονία έχασε όλη του την οικογένεια, σε ένα ξέφρενο ανθρωποκυνηγητό, με στόχο να εντοπίσει και να εκτελέσει τον Ταλαάτ πασά, μέλος της τριανδρίας που κυβερνούσε την Αυτοκρατορία, φυγά πλέον στη Γερμανία. Παρακολουθώντας τη δίκη του Τεχλιριάν, η οποία θα μετατραπεί σε δίκη των Νεότουρκων και της γενοκτονικής τους πολιτικής, ο Μπογκοσιάν ξετυλίγει το κουβάρι που θα οδηγήσει, μέσα σε λίγα χρόνια, στην εξόντωση των υπαίτιων για τη γενοκτονία των Αρμενίων – θα μπορούσε να διαβάσει κανείς την ιστορία που αφηγείται ο συγγραφέας και ως μια υπόμνηση για το μέλλον… Η μετάφραση (από την Χριστίνα Θεοχάρη) δεν διευκολύνει τον αναγνώστη ή την αναγνώστρια, που θα χρειαστεί να επιστρατεύσει την οξύνοιά του προκειμένου να αντιληφθεί ότι οι «συνθηκολογήσεις» αφορούν τις διομολογήσεις, ότι ο «αδελφός εξ αίματος» είναι μάλλον ο αδελφοποιτός κ.ο.κ.
Thea Halo, Γενοκτονία: Ο θεμέλιος λίθος της σύγχρονης Τουρκίας, Γκοβόστης
Η συγγραφέας Θία Χάλο έχει συνδέσει το όνομα της με την προώθηση της υπόθεσης της γενοκτονίας των Ποντίων, μέσα από τη μαρτυρία της μητέρας της, που δημοσίευσε στο βιβλίο Ούτε το όνομά μου (Γκοβόστης, 2001). Στην ανά χείρας μελέτη της, που πρωτοεκδόθηκε στις ΗΠΑ το 2017 και μετέφρασε στα ελληνικά η Μαρίνα Φράγκου, η ελληνοαμερικανίδα συγγραφέας διευρύνει την οπτική της γωνία, προκειμένου να συμπεριλάβει σε μια συνεκτική αφήγηση τη γενοκτονία των χριστιανικών μειονοτήτων της Ανατολίας. Πρόκειται για την τάση, που παρατηρεί στον πρόλογό του ο καναδός καθηγητής Adam Jones, μια «κεντρική» γενοκτονία –εδώ η γενοκτονία των Αρμενίων– να «απλώνεται σαν κηλίδα» και να επεκτείνεται στις σφαγές και τις διώξεις των Ποντίων, των ρωμιών της Ιωνίας, των Ασσυρίων κ.ά. μη μουσουλμανικών ομάδων. Έτσι, η συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέσα από την οπτική των μειονοτήτων της, ξεκινώντας από την περίοδο των μεταρρυθμίσεων στα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι την άνοδο στην εξουσία της Επιτροπής Ένωση και Πρόοδος και από την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι την ανταλλαγή των πληθυσμών, μια δεκαετία (1913-1923) κατά την οποία εκτυλίχθηκε η εξόντωση και ο διωγμός των χριστιανικών πληθυσμών. Στην αφήγησή της επιχειρεί να φωτίσει τα γεγονότα που οδήγησαν στη γενοκτονία των χριστιανικών μειονοτήτων, αλλά και τους λόγους που έκαναν την ηγεσία των Νεότουρκων να επιλέξει την εξόντωση και τον διωγμό τους. Στη συνέχεια, η συγγραφέας επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα αν επρόκειτο όντως για γενοκτονία και να αντικρούσει όσους απαντούν αρνητικά, εξετάζοντας, παράλληλα, τις μορφές που πήρε η άρνηση της γενοκτονίας, ενώ αναφέρεται εκτενώς στην απόφαση της Διεθνούς Ένωσης Μελετητών Γενοκτονιών να αναγνωρίσει ως γενοκτονία την εξόντωση και τον διωγμό των Ελλήνων του Πόντου και της Ανατολίας και των Ασσυρίων, πλάι σε εκείνη των Αρμενίων. Πολιτική και νομική μάλλον παρά ιστορική η έννοια της γενοκτονίας, η αναγνώρισή της έχει να κάνει περισσότερο με την ισχύ της διεκδίκησής της –όπως είδαμε ήδη παραπάνω ότι έκαναν οι Αρμένιοι manu militari– παρά με την εφαρμογή κάποιων αντικειμενικών τεκμηρίων. Η σχετική πολιτική διαμάχη γύρω από τη γενοκτονία που διεξάγει το Ισραήλ στη Γάζα και την άρνηση των δυτικών συμμάχων του να την αναγνωρίσουν ως τέτοια είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα για την πολιτική και όχι ακαδημαϊκή φύση του διακυβεύματος.
Richard Stites, Οι τέσσερις καβαλάρηδες, Αλεξάνδρεια
Στις επαναστάσεις της δεκαετίας του 1820, ανάμεσα στις οποίες και την Ελληνική, στρέφεται η μελέτη του επιφανούς ιστορικού Ρίτσαρντ Στάιτς (1931-2010) που μετέφρασε στα ελληνικά ο Μενέλαος Αστερίου. Μέσα από το εύρημα τεσσάρων αξιωματικών που έφιπποι καλπάζουν προς την ελευθερία στη μεταναπολεόντεια Ευρώπη, όπως το θέλει ο υπότιτλος, αφηγείται τους αγώνες για πολιτική ελευθερία και σύνταγμα στην Ισπανία, τη Νάπολη και τη Ρωσία, και για εθνική ανεξαρτησία στην Ελλάδα. Οι ήρωες του Στάιτς σε αυτή την ιστορία των επαναστάσεων είναι ο συνταγματάρχης Ραφαέλ ντελ Ριέγο, ο στρατηγός Γκουλιέλμο Πέπε, ο στρατηγός Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο συνταγματάρχης Σεργκέι Μουράβιοφ-Αποστόλ, που όλοι τους επεδίωκαν να ανατρέψουν την παλαιά τάξη πραγμάτων, αλλά τα εγχειρήματα που ανέλαβαν κατέληξαν σε αποτυχία και οι ίδιοι μεταβλήθηκαν σε τραγικούς μάρτυρες. Η μελέτη του Στάιτς, που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του, αποτελεί μια συγκριτική προσέγγιση των επαναστατικών γεγονότων της δεκαετίας του 1820, που δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στα διεθνικά στοιχεία των επαναστάσεων αυτών και των καθεστώτων που δημιούργησαν ή προσπάθησαν να δημιουργήσουν: κοινές διανοητικές πηγές, παρόμοιες πρακτικές (ανταρτοπόλεμος, μυστικές εταιρείες, ιδιοποίηση χριστιανικών συμβόλων), διακίνηση ιδεών και ανθρώπων πέρα από σύνορα, σχηματισμός μιας διεθνούς κοινότητας επαναστατών που μετακινείται από τον έναν αγώνα στον άλλον. Ο συγγραφέας, που ήταν ιστορικός του ρωσικού πολιτισμού, αφηγείται τις τέσσερις εθνικές εμπειρίες διαδοχικά, ξεκινώντας από την Ανδαλουσία, για να καταλήξει, μέσω Νάπολης και Παραδουνάβιων Ηγεμονιών, στις χιονισμένες ρωσικές στέπες. Κάνοντάς το, όμως, αυτό, ανασυστήνει μια «απρόσμενη γεωγραφική ζώνη, που ξεκινάει από το Γιβραλτάρ και διασχίζει τη Μεσόγειο, φτάνει ώς το Αιγαίο και από εκεί στη Μαύρη Θάλασσα», ορίζοντας μια άλλη ζώνη μέσα από την οποία μπορούμε να δούμε την ευρωπαϊκή εμπειρία, διαφορετική από το «κέντρο» που σχεδόν αντανακλαστικά θεωρούμε τη βορειοδυτική Ευρώπη, όπως παρατηρεί στον πρόλογό της η ιστορικός Νάσια Γιακωβάκη. Ταυτόχρονα, ο Στάιτς, με το έργο του αυτό, ανασύρει τις φιλελεύθερες επαναστάσεις του 1820 και από μεμονωμένα επεισόδια μέσα στις εκάστοτε εθνικές ιστορίες τις αναδεικνύει σε μια σημαντική περίοδο της ευρωπαϊκής ιστορίας, συμβάλλοντας έτσι στην ανανέωση του τρόπου με τον οποίο τη μελετάμε και την κατανοούμε.
Γιάννης Μηλιός, Έθνος και ιμπεριαλισμός, Εκτός Γραμμής
Με δύο έννοιες που απασχόλησαν επί μακρόν και συνεχίζουν και σήμερα να απασχολούν τη μαρξιστική (αν και όχι τόσο τη μαρξική) φιλολογία καταπιάνεται ο συγγραφέας στον ανά χείρας τόμο, προκειμένου να τις εξετάσει στην αλληλεξάρτησή τους με τον καπιταλισμό. Έχοντας συχνά διχάσει τους μαρξιστές θεωρητικούς, αλλά και το ίδιο το εργατικό κίνημα, άλλοτε θεωρήθηκε ότι ο εθνικισμός τροφοδοτεί τον ιμπεριαλισμό και άλλοτε αντιμετωπίστηκε ως όπλο των λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών απέναντι στις ιμπεριαλιστικές πολιτικές. Εκκινώντας από τις παραδοχές ότι, αφενός, το έθνος αποτελεί ιστορικό αποτέλεσμα του εθνικισμού και ότι, αφετέρου, το καπιταλιστικό κράτος αποτελεί συμπύκνωση ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού και έκφραση των συμφερόντων του κοινωνικού κεφαλαίου του, στο πρώτο μέρος της πραγμάτευσής του εξετάζει την ανάλυση του Χομπσμπάουμ για τον εθνικισμό και προχωράει σε μια κριτική συζήτηση των σύγχρονων θεωρητικών προσεγγίσεων για το εθνικό φαινόμενο, αναδεικνύοντας τόσο την απελευθερωτική δυναμική όσο και τις τάσεις ολοκληρωτισμού που εμπεριέχει. Στο δεύτερο μέρος προσεγγίζονται κριτικά οι κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο συλλαμβάνουν το ζήτημα της αυτοδιάθεσης των εθνών (Λένιν, Λούξεμπουργκ, Κάουτσκι κ.ά.) Στη συνέχεια παρουσιάζονται οι μεταπολεμικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό, με έμφαση στις έννοιες της «εξάρτησης» και του «παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος», αλλά και οι πολιτικές θεωρήσεις του ιμπεριαλισμού, εξετάζοντας κριτικά θεωρίες περί μητρόπολης – περιφέρειας, άνισης ανταλλαγής (Σαμίρ Αμίν κ.ά.), την αντίθεση ιμπεριαλιστικής υποταγής και εθνικής ανεξαρτησίας κ.λπ., ενώ εξετάζονται και οι περισσότερο γεωπολιτικές και κρατοκεντρικές θεωρίες για τον ιμπεριαλισμό (Βέμπερ, Σουμπέτερ κ.ά.) Στο τελευταίο μέρος της μελέτης του, ο συγγραφέας αποτιμά την όλη συζήτηση, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα τις βασικές έννοιες της μαρξικής θεωρίας περί καπιταλισμού, στο πλαίσιο της οποίας εντάσσει τις έννοιες που μελετά, εξετάζοντας τις θεωρίες περί μονοπωλιακού καπιταλισμού, το διεθνές εμπόριο και τη χρηματοπιστωτική σφαίρα, καθώς και ζητήματα περιοδολόγησης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχηματισμών. Ο συγγραφέας προσφέρει έτσι ένα θεωρητικό πλαίσιο για την κατανόηση των διεθνών και των ταξικών συγκρούσεων που βρίσκονται στο επίκεντρο της διαμόρφωσης του σύγχρονου κόσμου, ενώ, ταυτόχρονα, παρέχει στον ενδιαφερόμενο αναγνώστη ένα χρήσιμο εγχειρίδιο για την κατανόηση και την πραγμάτευση των κομβικών υπό συζήτηση εννοιών.
Έμμα Γκόλντμαν, Ζώντας τη ζωή μου, Βιβλιοπέλαγος
Η ολοκλήρωση της έκδοσης της αυτοβιογραφίας της Έμμα Γκόλντμαν, με τη μετάφραση και του δεύτερου τόμου της από τη Ροζίνα Μπέρκνερ, έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό στην πενιχρή ελληνόγλωσση αναρχική βιβλιογραφία. Πολιτική ακτιβίστρια, φεμινίστρια και μια από τις σημαντικότερες μορφές του ριζοσπαστικού αναρχισμού στην Αμερική των αρχών του 20ού αιώνα, η Έμμα Γκόλντμαν (1869-1940) γεννήθηκε στο Κόβνο της Ρωσικής Αυτοκρατορίας (σημερινό Κάουνας της Λιθουανίας) και μετανάστευσε στη Νέα Υόρκη σε ηλικία 16 ετών. Η εκτέλεση τεσσάρων εργατών για τη σφαγή στο Σικάγο, τον Μάιο του 1886, υπήρξε το έναυσμα για τη ριζοσπαστικοποίησή της και την πολιτική της δραστηριοποίηση στο πλαίσιο του ογκούμενου εργατικού κινήματος στις ΗΠΑ. Η πολιτική της σκέψη επηρεάστηκε από αναρχικούς στοχαστές όπως ο Μπακούνιν και ο Κροπότκιν αλλά και οι αμερικανοί Χένρι Ντέιβιντ Θόρω και Ραλφ Ουάλντο Έμερσον. Η γνωριμία της με τον αναρχικό συγγραφέα Αλεξάντερ Μπέρκμαν, σύντροφο σε όλη τη ζωή της, θα την οδηγήσει σε έντονο πολιτικό ακτιβισμό, με συνέπεια τη φυλάκισή τους για απόπειρα δολοφονίας ενός βιομηχάνου και αργότερα για την κινητοποίηση ενάντια στη στράτευση και τη συμμετοχή των Αμερικανών στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κάτι που θα της στοιχίσει την απέλασή της στη Ρωσία. Εκεί θα γοητευτεί από την Οκτωβριανή Επανάσταση, θα στηρίξει τους μπολσεβίκους, αλλά σύντομα θα απογοητευτεί από τον αυταρχισμό και την περιστολή των ελευθεριών, καθώς και από την αγριότητα του αιματηρού εμφυλίου πολέμου. Τον Δεκέμβριο του 1921, μετά την καταστολή της εξέγερσης της Κροστάνδης, η Έμμα Γκόλντμαν και ο σύντροφός της θα εγκαταλείψουν τη σοβιετική Ρωσία και μέσω Βερολίνου θα εγκατασταθούν στο Λονδίνο. Το 1928 άρχισε να γράφει την αυτοβιογραφία της, που θα ολοκληρώσει μετά από δυο χρόνια, τα οποία πέρασε σε μια αγροικία στη νότια Γαλλία. Σε αυτήν καταγράφει όχι μονάχα τα ιστορικά και κοινωνικά γεγονότα των προηγούμενων 40 χρόνων, αλλά επίσης εξιστορεί τη διαδρομή μιας αγωνίστριας που προσπαθεί να συνδυάσει τις πολιτικές της πεποιθήσεις με την ανθρώπινη υπόστασή της, την αγάπη, τον έρωτα, τη χαρά. Ο ανά χείρας δεύτερος τόμος της αυτοβιογραφίας της καλύπτει την περίοδο από το 1912, πριν την απέλασή της από τις ΗΠΑ, μέχρι και το 1930, δεν περιλαμβάνει, δηλαδή, την συμμετοχή της στην Ισπανική Επανάσταση στο πλευρό των αναρχοσυνδικαλιστών της CNT-FAI και την απογοήτευσή της από τη συμμετοχή τους στην κυβέρνηση των Δημοκρατικών.
Κώστας Γαβρόγλου, Η δίκη του Γαλιλαίου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
Ο Γαλιλαίος θεωρήθηκε και θεωρείται ακόμη μάρτυρας και διαμορφωτής της νεότερης επιστήμης, ο φυσικός φιλόσοφος που άλλαξε την αριστοτελική άποψη για την κίνηση και προετοίμασε τη μεγάλη σύνθεση του Νεύτωνα. Υποστηρίζοντας τη θεωρία που πρωτοδιατύπωσε ο Κοπέρνικος, ότι η Γη γυρίζει γύρω από τον Ήλιο και περιστρέφεται γύρω από τον άξονά της και όχι το αντίστροφο, σύρθηκε σε δίκη από την Ιερά Εξέταση και καταδικάστηκε το 1633. Η δίκη και η καταδίκη του για απόψεις που αργότερα αποδείχθηκαν σωστές συμβάλλουν στη γοητεία που συνεχίζει να ασκεί ακόμη και σήμερα, μολονότι δικαιώθηκαν μονάχα εν μέρει, αφού οι νόμοι που διατύπωσε ο Κέπλερ μικρή σχέση είχαν με όσα υποστήριζε ο Γαλιλαίος. Ο συγγραφέας, ιστορικός των επιστημών ο ίδιος, καλεί τον αναγνώστη του να αντιμετωπίσει την υπόθεση της δίκης του Γαλιλαίου πέρα από το μανιχαϊστικό σχήμα του «φωτισμένου επιστήμονα» τον οποίο αντιμάχεται μια «σκοταδιστική Εκκλησία» και να εξετάσει τα γεγονότα μέσα στο ιστορικό τους πλαίσιο. Για τις παραδεδεγμένες αντιλήψεις της εποχής, ο λόγιος από την Πίζα υποστήριζε κάτι «παράλογο». Ο συγγραφέας αναρωτιέται κατά πόσον για όσα υποστήριζε είχε αποδείξεις και αν ο τρόπος που επιχειρηματολογούσε ήταν ο ενδεδειγμένος για το πλαίσιο της εποχής. Από την άλλη, η Εκκλησία, που τον παρέπεμψε σε δίκη με βάση την επικρατούσα, τότε, νομιμότητα, ήταν αδικαιολόγητη; Ο ιστορικός δεν προσπαθεί εδώ να «δικαιώσει», μετά από τόσους αιώνες την… Ιερά Εξέταση. Επισημαίνει στον αναγνώστη του ότι ένα από τα πολλά προβλήματα για την κατανόηση αυτής της υπόθεσης είναι η δυσκολία να αντιληφθούμε πώς σκέφτονταν οι λόγιοι της εποχής, να κατανοήσουμε την κοινωνική και πολιτική λειτουργία της Εκκλησίας και να αντιληφθούμε τους νομικούς περιορισμούς της ελευθερίας της έκφρασης – δηλαδή να ιστορικοποιήσουμε τη δίκη και, κυρίως, την ακολουθία των γεγονότων που κατέληξαν στη δίκη. Το ανά χείρας έργο δεν αποτελεί βιογραφία του Γαλιλαίου. Βασισμένο στα τεκμήρια σχετικά με τη δίκη, με αναφορές στην αλληλογραφία του, στα πρακτικά της Ιεράς Εξέτασης, σε εκθέσεις επιτρόπων της κ.λπ., επιχειρεί να διαυγάσει τα ερωτήματα που τέθηκαν παραπάνω και να αναδείξει εκείνες τις πτυχές της υπόθεσης που θα εμπλουτίσουν την, συχνά στερεοτυπική, εικόνα για το δίπολο επιστήμη – θρησκεία που κυριαρχεί.
François Dosse, Φιλοσοφικές φιλίες, Πόλις
Μπορεί να μοιάζει βγαλμένο από εφηβικά λευκώματα μιας άλλης εποχής, αλλά το ερώτημα «Τι είναι στ’ αλήθεια η φιλία;» αποτελεί ένα ζήτημα που έχει απασχολήσει τη φιλοσοφία από την εποχή του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, του Κικέρωνα, αλλά και του Μονταίνιου, φτάνοντας μέχρι τις μέρες μας. Στο ανά χείρας δοκίμιο, ο γάλλος ιστορικός των ιδεών και δεινός βιογράφος Φρανσουά Ντος επιχειρεί, ειδικότερα, να εξετάσει τη φύση και τις εκδηλώσεις της φιλοσοφικής φιλίας, μέσα από το παράδειγμα επτά φιλικών ντουέτων που καθόρισαν με τη σκέψη, αλλά και την πράξη τους το διανοητικό τοπίο της μεταπολεμικής Γαλλίας. Ζαν Πωλ Σαρτρ με Ρεϊμόν Αρόν και Μωρίς Μερλώ Ποντύ, Ζιλ Ντελέζ με Μισέλ Φουκώ και Φελίξ Γκουαταρί, Κορνήλιος Καστοριάδης και Κλωντ Λεφόρ, Ζακ Ντεριντά με Πωλ Ρικέρ και Εμμανουέλ Λεβινάς: πρόκειται για ζεύγη όπου η φιλία διαπλέκεται αξεδιάλυτα με τη διανοητική πορεία και την πολιτική στάση· πορείες και στάσεις συχνά αποκλίνουσες, με αποτέλεσμα η φιλία να δώσει τη θέση της σε ανειρήνευτες δημόσιες διαμάχες ή σε μια ψυχρότητα που θα καταφέρει να αναθερμάνει μονάχα ο θάνατος. Πράγματι, στα περισσότερα από τα φιλοσοφικά ζεύγη που εξετάζει ο συγγραφέας, οι δύο φίλοι, σε κάποια στιγμή απομακρύνθηκαν μεταξύ τους. Μονάχα το δίδυμο Ντελέζ και Γκουαταρί, καθώς και η σχέση του Ντεριντά με τον Λεβινάς, διατήρησαν αδιατάρακτα το φιλικό τους κλίμα, παρά τις σημαντικές διαφορές τους. Μάλιστα, χρωστάμε στον Ντεριντά μερικές από τις πλέον εμπνευσμένες αναλύσεις περί φιλίας, που κάνει, μεταξύ άλλων, μπροστά στο φέρετρο του Λεβινάς. Φιλίες φιλοσοφικές, φιλίες αποκλειστικά ανδρικές: έλειψαν οι γυναίκες φιλόσοφοι από τη γαλλική πνευματική ζωή ή μήπως οι γυναίκες φιλόσοφοι είναι εκ φύσεως άφιλες; Η απουσία των γυναικών από την αφήγηση του γάλλου ιστορικού κάνει πάταγο, περιορίζοντας τους φιλοσόφους σε άνδρες φιλοσόφους και τη φιλία σε ανδρική φιλία… Παρά την υπονόμευση του αντικειμένου του με τον τρόπο αυτό, το βιβλίο, που μετέφρασε σε ρέοντα ελληνικά, χωρίς υποχωρήσεις ως προς τις φιλοσοφικές έννοιες που χειρίζεται, ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης, ολοκληρώνεται με μια «ουβερτούρα» (όπως την αποκαλεί ο Ντος) για «Μια κουλτούρα της φιλίας», ένα βαθυστόχαστο μικρό δοκίμιο για τη φιλία, για το εγώ που είναι ανοιχτό προς τον άλλο και μετασχηματίζεται μέσα από την επαφή μαζί του…
Αλμπέρτο Προυνέτι, Δεν είναι γεύμα σε δεξίωση, Ψηφίδες
Το ελληνόφωνο αναγνωστικό κοινό έχει γνωρίσει τον Alberto Prunetti από το λογοτεχνικό του έργο, την τριλογία Αμίαντος και Στον κύκλο των βλάσφημων (Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2021 και 2024, αντίστοιχα) και 108 μέτρα (Απρόβλεπτες Εκδόσεις, 2020). Με τη μελέτη του αυτή έρχεται να συστηθεί και πάλι, όχι πια με τη λογοτεχνική του ιδιότητα αλλά ως θεωρητικός και ερευνητής της λογοτεχνίας στην οποία εντάσσεται το έργο του και ο ίδιος ως συγγραφικό υποκείμενο, της working class λογοτεχνίας, όπως την ονομάζει, χρησιμοποιώντας στα ιταλικά αμετάφραστο τον βρετανικό όρο, προκειμένου να συμπεριλάβει ένα φάσμα ποικίλων εμπειριών του κόσμου της εργασίας –από την επισφαλή προσωρινή εργασία και την ανεργία, μέχρι την κακοπληρωμένη διανοητική εργασία, την σεξεργασία κ.ά.– αναδεικνύοντας τον πλουραλισμό και τη διαθεματικότητα του είδους, αλλά και του κοινωνικού υποκειμένου στο οποίο αναφέρεται. Τον πιο περιοριστικό όρο «εργατική λογοτεχνία», αντιθέτως, τον προορίζει για εκείνη τη λογοτεχνία η οποία αναφέρεται στην εργατική τάξη στην ιστορική της μορφή. Στη μελέτη του, που «δανείζεται» τον τίτλο της από τη ρήση του Μάο Τσετούνγκ: «Η επανάσταση δεν είναι γεύμα σε δεξίωση, δεν είναι λογοτεχνικό έργο, πίνακας, κέντημα … είναι μια βίαιη πράξη με την οποία μια τάξη ανατρέπει μια άλλη», επισημαίνει ότι η working class λογοτεχνία δεν αποτελεί ένα περιθωριακό είδος αλλά, σε κάποιο βαθμό, έχει κατακτήσει τον εκδοτικό χώρο και τα λογοτεχνικά βραβεία. Έχοντας καταγωγή από τον κόσμο της εργασίας, πολιτισμικά δεν τον εγκατέλειψε ποτέ: «Όταν εμφανίστηκα για πρώτη φορά στην υποδοχή ενός εκδοτικού οίκου, με πέρασαν για τον καυστηρατζή», παρατηρεί καυστικά, θέλοντας να επισημάνει την επισφαλή θέση που κατέχουν οι προερχόμενοι από «working class περιβάλλοντα» συγγραφείς στην πολιτιστική βιομηχανία. Έτσι, στις σελίδες της μελέτης του, ο συγγραφέας διερευνά τόσο τα κοινωνικά υποκείμενα της λογοτεχνίας όσο και εκείνα της συγγραφής· αυτοβιογραφείται και προχωράει σε μια αναστοχαστική προσέγγιση του έργου του, με κριτήρια που εφαρμόζει και στην ανάλυση του έργου άλλων συγγραφέων του είδους, ενώ επιχειρεί να χαρτογραφήσει τη working class λογοτεχνία και τη συγγραφή της μέσα από μια σειρά κοινών χαρακτηριστικών που εντοπίζει. Η μελέτη, που μετέφρασε ο Βαγγέλης Ζήκος, πλαισιώνεται από το επίμετρο του Χρίστου Μάη για την (πολιτιστική) επιστροφή της εργατικής τάξης.
Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη, Ταχύτητα και αγάπη, Ασίνη
Ο νέος εμπορικός κινηματογράφος της δεκαετίας του 1980, η τελευταία αναλαμπή της ελληνικής κινηματογραφικής «βιομηχανίας», που περίπου στα μέσα της δεκαετίας έδωσε τη θέση του στο σύστημα της βιντεοπαραγωγής, είναι το αντικείμενο της ανά χείρας μελέτης. Η σύντομη αυτή άνθιση του εμπορικού κινηματογράφου, που η κυριαρχία της τηλεόρασης είχε περιθωριοποιήσει πλήρως μετά τη μεταπολίτευση, σημειώνεται στα 1979-1984, και σε αυτήν συμβάλλουν νεότεροι πρωταγωνιστές, όπως ο Στάθης Ψάλτης ή ο Νίκος Παπαναστασίου, ή και παλαιότεροι, όπως ο Κώστας Βουτσάς και ο Σωτήρης Μουστάκας. Αντλώντας από την παράδοση του παλιού εμπορικού κινηματογράφου, έχει στενή σύνδεση με την καθημερινότητα των θεατών, ενώ επιπλέον διακρίνεται για την έντονη αθυροστομία και τον αντλημένο από την επιθεώρηση πολιτικό σχολιασμό, συνήθως δεξιόστροφο, μετά την εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ και τις πρωτόγνωρες συνθήκες που δημιούργησε. Ο ογκούμενος καταναλωτισμός, η ξενομανία και οι φόβοι για τη νέα πραγματικότητα που δημιουργεί η ένταξη στην ΕΟΚ και οι προσδοκίες ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας αποτυπώνονται σε αυτές τις ταινίες, τις τελευταίες του σελιλόιντ, μετατρέποντάς τις σε μια στρεβλή μεν αλλά ενδεικτική εικόνα των κοινωνικών αλλαγών που πυροδότησε η Αλλαγή. Η σύντομη αυτή άνθιση του 1979-1984, όμως, δεν ήταν παρά μια έγχρωμη «φούσκα», που κουβαλούσε όλες τις κακοδαιμονίες του παλιού εμπορικού σινεμά, με στόχο το γρήγορο κέρδος, κι έτσι σύντομα θα ακολουθήσει μια εξαιρετικά φθίνουσα πορεία. Στη μελέτη της η συγγραφέας, που έχει ήδη ασχοληθεί με την Ελληνική βιντεοταινία (1985-1990): Ειδολογικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις (Ασίνη, 2014), εξετάζει ένα σύνολο 165 κινηματογραφικών ταινιών, επιχειρώντας μια νηφάλια και πολυπρισματική προσέγγιση. Σχολιάζει κριτικά τα είδη και τις θεματικές αυτού του κινηματογράφου, αλλά και την αδιάκοπη δημοτικότητά του, μελετά την παραγωγή, τα σενάρια, το έμψυχο δυναμικό, ταινιών που βρίθουν από «εισαγόμενους Λαλάκηδες, Πόντιους, θηλυκά θηριοτροφεία, ρόδες, τσάντες και κοπάνες σε συνέχεια, κλάματα, ροκάκιες και καμαριέρες, πρωτάρηδες, παρθενοκυνηγούς, καθάρματα», που γυρίστηκαν με ταχύτητα, στα γρήγορα και συχνά πρόχειρα, αλλά το κοινό τις υποδέχθηκε, στην αρχή τουλάχιστον, με αγάπη. Εξετάζοντας υπό το πρίσμα του δίπολου παράδοσης – νεωτερικότητας τις κοινωνικές αναπαραστάσεις που αναδεικνύονται από το πλούσιο υλικό της, η μελέτη αυτή αποτελεί μια σημαντική συμβολή στην ιστορικοποίηση της εμπειρίας της δεκαετίας του 1980, μιας δεκαετίας που άλλαξε άρδην τη χώρα.




















