«Περιμένοντας σε μια μεγάλη αίθουσα αναμονής που την έλεγαν Ευρώπη» (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

1
387

της Δήμητρας Ρουμπούλα

«Το μυθιστόρημα είχε έναν σκοπό. Ήθελε να προειδοποιήσει για την άβυσσο στην οποία πλησίαζε η Γερμανία και, κατ΄ επέκταση, η Ευρώπη. Ήθελε, έστω και την τελευταία στιγμή, να κεντρίσει με τα κατάλληλα μέσα – κι αυτό, εν προκειμένω, σήμαινε με όλα τα μέσα – την ακοή και τις αισθήσεις του αναγνώστη».

Αυτά έγραφε ο Έριχ Κέστνερ (Δρέσδη 1899 – Μόναχο 1974) στον πρόλογο σε μια από τις κουτσουρεμένες επανεκδόσεις του «Φάμπιαν», εκείνης του 1956, 25 χρόνια μετά από την πρώτη έκδοση, το 1931 και εν μέσω της καταρρέουσας Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, του κορυφαίου μυθιστορήματός του και ενός από τα σπουδαιότερα έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του Μεσοπολέμου, στις σελίδες του οποίου αναγνωρίζουμε και σήμερα στοιχεία επικαιρότητας.

Όταν ο Έριχ Κέστνερ ήταν αυτόπτης μάρτυρας της καύσης των βιβλίων του από τους ναζί στην Πλατεία της Όπερας του Βερολίνου, στις 10 Μαΐου 1933, και ο «Φάμπιαν» ήταν ανάμεσα σ΄ αυτά, ήξερε ότι οι συνθήκες για τον ίδιο και που περιγράφονται στο μυθιστόρημά του δεν θα είναι καλύτερες. Παρόλο που ο «Φάμπιαν» είχε περιοριστεί δραστικά από τις πρώτους εκδότες, λόγω των γυμνών ερωτικών σκηνών του και βεβαίως των πολιτικών αναφορών του, εξακολουθούσε να είναι ένα «επικίνδυνο», «ανήθικο» βιβλίο, ένα «εκδοτικό σκουπίδι». Οι ναζί έπρεπε να βάλουν ένα τέλος στη λογοτεχνική σταδιοδρομία αυτού του δημοφιλή, κυρίως για τα παιδικά βιβλία και τα ποιήματά του, αλλά και για τον «Φάμπιαν», συγγραφέα όπως και τόσων άλλων συναδέλφων του. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους συγγραφείς, ο Κέστνερ επέλεξε να παραμείνει στη Γερμανία, γράφοντας με ψευδώνυμο απολιτικά έργα, αβλαβή σενάρια για τον κινηματογράφο και ποιήματα. Παρά το συρρικνωμένο λογοτεχνικό του ανάστημα, συνελήφθη δύο φορές από την Γκεστάπο και το 1943 αντιμετώπισε καθολική απαγόρευση των έργων του.

Θα ήταν άραγε διαφορετική η τύχη του αν ο «Φάμπιαν» είχε δημοσιευτεί στην αρχική του μορφή; Ο επιμελητής Sven Hanuschek της αποκαταστημένης γερμανικής έκδοσης, όπως και του αρχικού τίτλου «Στο χείλος της αβύσσου», μόλις το 2013, μετά από 82 χρόνια, εκτιμά ότι αν το μυθιστόρημα είχε κυκλοφορήσει από το 1931 στην παρούσα μορφή του, θα οδηγούσε σε ακόμα βαρύτερες κυρώσεις για τον συγγραφέα.

Η απελευθερωμένη από τις παραμορφώσεις της έκδοση, αυτή που έχουμε στα χέρια μας από τις εκδόσεις «Πόλις», με όλα τα διαγραμμένα μέρη να έχουν συμπεριληφθεί, μαζί με τους προλόγους του συγγραφέα σε τέσσερις επανεκδόσεις και το εξαιρετικά κατατοπιστικό επίμετρο του Hanuschek, μας δίνει την δυνατότητα να βιώσουμε την αναγνωστική εμπειρία που ο συγγραφέας επιθυμούσε και κυρίως να κρίνουμε «πόσο επικίνδυνη μπορούσε να είναι κάποτε η λογοτεχνία».

Το βιβλίο αυτό, στην αρχική ριζοσπαστική και απαιτητική μορφή του, αποτελεί μια σημαντική λογοτεχνική μαρτυρία για τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, μερικά χρόνια μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και δύο μόλις χρόνια πριν από την άνοδο των ναζί στην εξουσία. Οι συνθήκες που επικρατούσαν αντανακλώνται σε πολλές σκηνές του μυθιστορήματος και αντικατοπτρίζουν την εικόνα ενός κατακερματισμένου και σε αποσύνθεση κόσμου, βυθισμένου στην ηθική και πνευματική παρακμή. «Ανατολικά βασιλεύει το έγκλημα, δυτικά η διαστροφή, βόρεια η φτώχεια, στο κέντρο η απάτη, και σε όλα τα σημεία του ορίζοντα απλώνεται η παρακμή».

Ο Γιάκομπ Φάμπιαν είναι ένας άνεργος διδάκτορας Φιλολογίας, διαφημιστής τσιγάρων, αμειβόμενος με ελάχιστα χρήματα,  που χάνει όμως τη δουλειά του. Την ιστορία του αφηγείται το βιβλίο, το οποίο στην πρώτη του, λογοκριμένη, έκδοση είχε τίτλο «Η ιστορία ενός ηθικολόγου». Ο 32χρονος κεντρικός ήρωας δεν είναι ηθικολόγος, αλλά ένας ηθικός άνθρωπος. «Θέλω να βοηθήσω τους ανθρώπους να γίνουν έντιμοι και λογικοί», λέει. Περιφέρεται σαν αργόσχολος στους δρόμους του Βερολίνου, μπαινοβγαίνει σε μπαρ, καμπαρέ, πορνεία, περίεργες λέσχες του σεξ και διάφορα στέκια και διαμερίσματα. Δείχνει σαν να μην τον αγγίζει τίποτα, παρατηρεί, αφουγκράζεται, αποθαρρύνεται και μελαγχολεί. «Παρακολουθώ και περιμένω. Περιμένω να νικήσει η αξιοπρέπεια. Όταν συμβεί αυτό, τότε θα μπορέσω κι εγώ να προσφέρω τις υπηρεσίες μου στην ανθρωπότητα. Προς το παρόν όμως περιμένω, όπως ο άθεος το θαύμα». Τα πάντα γύρω του είναι βουτηγμένα στον βούρκο και τη σήψη. Όλα έχουν εκπορνευτεί. Η διαφθορά κυριαρχεί, η έκπτωση των αξιών σοκάρει. Η ανεργία, ο πληθωρισμός και η ανέχεια τσακίζουν όνειρα και ζωές. Οι άνθρωποι βυθίζονται στο αλκοόλ και τις καταχρήσεις σαν να μην υπάρχει αύριο. Ο κοινωνικός και πολιτικός βίος βρίσκονται στο χείλος της αβύσσου.  Οι ναζί σηκώνουν ολοένα και περισσότερο κεφάλι, δολοφονούν στη μέση του δρόμου τους αντιπάλους τους και προκλητικά απειλούν: «Η μέρα που θα σας κοπεί το γέλιο έρχεται». Ο Κέστνερ περιγράφει απίστευτες σκηνές διάβρωσης και παρακμής με έναν απλό, πειστικό και σαρκαστικό λόγο που σπάει κόκκαλα.
Τι γυρεύει ο Φάμπιαν, ο «εξπέρ της ματαιότητας» και μοναχικός τύπος, σ΄αυτή τη πόλη, «σ΄ αυτό το τρελοκομείο με τα πέτρινα κουτιά;». «Την καταστροφή της Ευρώπης μπορούσε να την περιμένει κι εκεί όπου είχε γεννηθεί», εκεί όπου ζούσε η μάνα του και όπου και ο ίδιος γρήγορα θα καταλήξει. Είναι σαφές τι προβλέπει, τι φοβάται ότι θα ΄ ρθει. Όμως παραμένει «σε μια μεγάλη αίθουσα αναμονής που την έλεγαν Ευρώπη».  Ο επιστήθιος φίλος του, ο Λαμπούντε, αναφωνεί: «Αν σκέφτονται όλοι όπως εσύ, αποκλείεται να σταθεροποιηθεί η κατάσταση (…) Μόνο που εγώ δεν κάθομαι να κοιτάζω, προσπαθώ να ενεργώ με βάση τη λογική». Ο μεν Λαμπούντε βλέπει τη λύση στην πολιτική δράση και ηγείται μιας αριστερής ομάδας. Αντίθετα ο Φάμπιαν δεν είναι στρατευμένος πολιτικά και πιστεύει «σαν χειρουργός που ανέτεμνε την ίδια του την ψυχή» στην ατομική αλλαγή. Είναι ευαίσθητος και φιλάνθρωπος, έχει αξίες  και συμπεριφέρεται με αλτρουισμό. Παρόλο που είναι άνεργος αρνείται να εργαστεί σε μια ακροδεξιά εφημερίδα – «ήθελε να δηλητηριάζει μέρα τη μέρα τη συνείδησή του για διακόσια μάρκα το μήνα; Όχι δεν μπορούσε να το κάνει». Άλλη φορά προσκαλεί στο τραπέζι του έναν ζητιάνο την ώρα που οι άλλοι θέλουν να τον πετάξουν έξω από την παμπ  ή προσφέρει ζεστασιά και φαγητό σε έναν άστεγο στη νοικιασμένη κάμαρά του, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της αδιάκριτης σπιτονοικοκυράς.

Οι δύο φίλοι κινούνται στον κόσμο της νύχτας και συγχρωτίζονται με ανθρώπους που δεν έχουν ηθικές αναστολές. Πνευματώδεις, με υψηλή μόρφωση και αιχμηρό λόγο, αντιστέκονται στην αλλοτρίωση. Ο Κέστνερ τούς βάζει να μπερμπαντέβουν, να γίνονται μάρτυρες μιας ανταλλαγής πυροβολισμών ανάμεσα σε έναν κομμουνιστή εργάτη και έναν εθνικοσοσιαλιστή ή να διασχίζουν τους βερολινέζικους δρόμους και με ειρωνικό χιούμορ να κατεδαφίζουν εθνικά ιερά μνημεία, αφήνοντας άναυδους όσους τους ακούνε. Η Πύλη του Βρανδεμβούργου γίνεται στα μάτια τους πύργος ελέγχου της κυκλοφορίας, το Πανεπιστήμιο ίδρυμα για βλαμμένα παιδιά – «Ναι, η βλακεία είναι πολύ διαδεδομένη εδώ» – και η Εθνική Βιβλιοθήκη μετατρέπεται σε Δημαρχείο.

Ο Φάμπιαν, αν και κατάγεται από φτωχή οικογένεια, έχει όλα τα εφόδια να πετύχει. Όμως οι συνθήκες δεν ευνοούν κάτι τέτοιο. Παραμένει εγκλωβισμένος στην οικονομική και κοινωνική συγκυρία. Ακόμη και ο έρωτας υπόκειται στη συνθήκη που ορίζει η παρακμιακή εποχή. Η γλυκιά Κορνέλια γλιστράει εύκολα μακριά του, στην αγκαλιά ενός πλούσιου άνδρα. Ο Λαμπούντε, από την άλλη, του επιφυλάσσει τη χειρότερη εμπειρία της ζωής του. Ο καλύτερός του φίλος, καταγόμενος από μια εύπορη οικογένεια, αυτοκτονεί εξαιτίας ενός τραγικού αστείου, εκ μέρους ενός «ατάλαντου που καταφέρνει να εκδικηθεί έναν χαρισματικό»: Ο βοηθός του καθηγητή του στο πανεπιστήμιο, τον πληροφορεί ψευδώς ότι η διατριβή του για τον Λέσινγκ απορρίφθηκε. Απογοητευμένος από την απόρριψη τόσο από το πανεπιστήμιο, όσο και από τις αποτυχίες της πολιτικής του ομάδας, όπως αναφέρει στο αποχαιρετιστήριο γράμμα προς τον Φάμπιαν, ο Λαμπούντε, πρόσωπο που σύμφωνα με τους μελετητές παραπέμπει στον Βάλτερ Μπένγιαμιν, βάζει τέλος στη ζωή του. «Μη μου θυμώνεις, καλέ μου φίλε. Η Ευρώπη μπορεί να επιβιώσει ή να καταστραφεί και χωρίς εμένα… Δεν έχω πια το κουράγιο να με περιγελούν οι επαγγελματίες της πολιτικής που, με τις ψευτοθεραπείες τους, οδηγούν στον θάνατο μια ολόκληρη ήπειρο». Η διατριβή του, όπως θα αποκαλυφθεί ήταν μια από τις καλύτερες και πιο πρωτότυπες φιλολογικές μελέτες.

Σε μια πόλη όπου κανείς ηθικός και αξιοπρεπής άνθρωπος «δεν μπορεί να γίνει αυτό που θέλει» και αυτοί που κυριαρχούν είναι οι μετριότητες, ο Φάμπιαν αδυνατεί να παραμείνει. «Το μέλλον είχε αποφασίσει να με ρίξει στη μηχανή του κιμά». Ένα αόρατο ψαλίδι-φάντασμα έχει κόψει όλα τα σχοινιά που τον κρατούν στο Βερολίνο. Η απώλεια του καλύτερού του φίλου, ο χωρισμός του από την Κορνίλια, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα και μαζί η ανεργία τον αναγκάζουν να επιστρέψει στη γενέτειρά του, όπου κατοικεί η μάνα του. Γίνεται σαφές πόσο στενά συνδέεται το μυθιστόρημα με τη βιογραφία του Κέστνερ – πόσο ο ήρωας είναι το alter ego του συγγραφέα. Η γενέτειρα του Φάμπιαν μοιάζει πολύ με την Δρέσδη όπου γεννήθηκε ο συγγραφέας, ο οποίος είδε τον εαυτό του, όπως και ο ήρωάς του, περισσότερο ως άνθρωπο της λέξης παρά της δράσης. «Η ικανότητά σας να τραβάτε το ενδιαφέρον με λέξεις είναι εντυπωσιακή», λέει κάποιος στον Φάμπιαν.

Ο Κέστνερ επιφυλάσσει ένα κακό αλλά συμβολικό τέλος για τον ήρωά του: μη έχοντας την ικανότητα να επιβιώνει, όπως συνήθως συμβαίνει με τους ηθικούς ανθρώπους, σε μια μάταιη προσπάθεια να φανεί αντάξιος των αξιών του και να σώσει ένα παιδί, πνίγεται ο ίδιος γατί «δεν ήξερε κολύμπι». Σαν να γίνει οδηγία προς τους αναγνώστες, ο συγγραφέας τιτλοφορεί το σχετικό κεφάλαιο «Μάθετε κολύμπι!».

Εύλογα θα σκεφθεί ο αναγνώστης πως ισχύει και σήμερα, παντού και πάντα, ότι «πνίγονται» όσοι «δεν ξέρουν κολύμπι». Με αυτή τη πικρή γεύση στο φινάλε, το βιβλίο  αποτελεί τελικά μια περιγραφή της κατάρρευσης, σε ατομικό και κοινωνικό επίπεδο. Ο «Φάμπιαν» μπορεί να διαβαστεί και ως το πορτρέτο μιας κοινωνίας που βυθίζεται στα χειμαρρώδη νερά του φασισμού και της οπισθοδρόμησης  όταν έχει χαθεί ηθικά. Αλλά σίγουρα και ως ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα μεγάλων πόλεων της εποχής, όπου η πόλη διαδραματίζει ίσο ρόλο με τους χαρακτήρες: η κίνηση, η ζωή, ο υπόκοσμος, οι πανσιόν με ανήλικα γυμνασιοκόριτσα, τα πορνεία σε άλλοτε αριστοκρατικούς δρόμους, οι εθισμένοι στην αποχαύνωση άνθρωποι, οι μικροαστοί που μεταπηδούν από τη μια στιγμή στην άλλη στο λούμπεν προλεταριάτο, τα πιστολίδια στους δρόμους ανάμεσα σε «προλετάριους με στολή» και σε «προλετάριους με πολιτικά» («ποιος τους έκανε εχθρούς;»), και ό,τι άλλο περιείχε ο βάλτος του τέλους της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης που σήμαινε ένα ανθρώπινο σούρουπο. Το αριστούργημα του Κέστνερ, το οποίο όταν το τελειώνεις θέλεις να το διαβάσεις πάλι από την αρχή, κάτι που συμβαίνει σπανίως, αξίζει να διαβαστεί μαζί με το αριστούργημα του Άλφρεντ Ντέμπλιν «Βερολίνο Αλεξάντερπλατς».

Η συγγραφική μαεστρία, το απαράμιλλο ευφυές  χιούμορ και η σατιρική διάθεση, ο σαρκαστικός λόγος, η γλωσσική μα ποιητική απλότητα, το αφηγηματικό ύφος – «ο συγγραφέας παίζει με όλες τις διαθέσιμες τεχνικές, στην προσπάθειά του να απεικονίσει την κοινωνία σε όλες τις πνευματικές και αντι-πνευματικές εκφάνσεις της» (Sven Hanuschek) – συναντούν την άψογη μετάφραση της Άντζης Σαλταμπάση, σε μια υπέροχη έκδοση, εκδοτικό γεγονός για την χρονιά που πέρασε.

 

info: «Στο χείλος της αβύσσου», Έριχ Κέστνερ, εκδ. «Πόλις», μτφρ. Άντζη Σαλταμπάση

 

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here