Ο Σοστακόβιτς, ο Στάλιν και η Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ (της Έλενας Χουζούρη)

1
349

της Έλενας Χουζούρη

Ο Solomon Volkov στο βιβλίο του «Σοστακόβιτς και Στάλιν» [εκδ. Κέδρος] περιγράφει το εξής περιστατικό: « Στο Αρχαγκέλσκ , μια παγωμένη χειμωνιάτικη ημέρα, ο Σοστακόβιτς στάθηκε στην ουρά μπροστά από ένα κιόσκι εφημερίδων. Η ουρά προχωρούσε αργά και ο Σοστακόβιτς έτρεμε από το κρύο. Αγόρασε την πιο έγκυρη εφημερίδα εκείνης της εποχής, την Pravda, της 28ης Ιανουαρίου 1935, την άνοιξε στην τρίτη σελίδα και αντίκρισε ένα [ανυπόγραφο] άρθρο με τίτλο: «Θολούρα αντί για μουσική» και με υπότιτλο: «Σχετικά με τη Λαίδη Μάκβεθ του Μντσενσκ». Το διάβασε και τον κατέλαβε τρόμος».  Το περιβόητο πια αυτό άρθρο ήταν γραμμένο από τον ίδιο τον Στάλιν, ο οποίος κυριολεκτικά κατακεραύνωνε την νέα  όπερα του τριαντάχρονου Ντιμίτρι Σοστακόβιτς. Τίποτα δεν είχε αρέσει στον…πατερούλη. Τα τύμπανα τον ξεκούφαναν, οι τριγμοί, τα σκουξίματα και τα…μουγκρητά τον αποσυντόνισαν. Μα μουσική είναι αυτό το συνονθύλευμα; Ας αφήσουμε τις άκρως ρεαλιστικές ερωτικές σκηνές που μπορεί να του ξύπνησαν ενοχικές μνήμες από την εποχή που σπούδαζε σε θρησκευτική σχολή και να τον έκαναν να… κοκκινίσει. Όπως θα περίμενε κανείς το άρθρο του Στάλιν ακολούθησε μια ομοβροντία ισοπεδωτικών κριτικών και η όπερα του Σοστακόβιτς κατηγορήθηκε από όλους τους σοβιετικούς κριτικούς και για νατουραλισμό και για φορμαλισμό!.  Ποια είναι όμως η περιβόητη αυτή όπερα του Σοστακόβιτς που τον έφερε για μια ακόμη φορά αντιμέτωπο με τον Στάλιν και γιατί την θυμηθήκαμε; Ο λόγος είναι ότι η …αιρετική για τα  συντηρητικά  ήθη που προωθούσε ο Στάλιν,  όπερα ανεβαίνει στην καθ’ημάς Λυρική Σκηνή σε σκηνοθεσία της γνωστής γαλλίδας ηθοποιού Φανύ Αρντάν, και με μια πλειάδα Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών. Ο Σοστακόβιτς εμπνεύστηκε την όπερα από μια πρωτόλεια νουβέλα του Νικολάι Λεσκόφ που είχε δημοσιευτεί το 1854 στο περιοδικό που εξέδιδε ο Ντοστογιέφσκι. Αν και η νουβέλα δεν απέσπασε καλές κριτικές και σχεδόν ξεχάστηκε, όταν, πολύ αργότερα, την ανακάλυψε σε νεαρή ηλικία, ο Σοστακόβιτς φαίνεται ότι εντυπωσιάστηκε από τις τολμηρές, για την εποχή, ερωτικές σκηνές και από τα σκοτεινά πάθη που κανοναρχούν τους  ήρωες και τους οδηγούν στο έγκλημα. Αυτή η έντονη άλλωστε ατμόσφαιρα του διάχυτου ερέβους είναι και το κοινό στοιχείο με την σαιξπηρική Λαίδη Μάκβεθ. Στην ρωσική της εκδοχή το στοίχημα δεν είναι η εξουσία αλλά ο έρωτας και η εκτός ορίων διεκδίκηση του. Και μάλιστα από μια παντρεμένη γυναίκα: Την Κατερίνα Ισμαήλοβα , η οποία σε σχέση  με την μεταγενέστερη της τολστοϊκή Άννα Καρένινα, ακολουθεί ακόμα πιο αιρετικούς  αλλά το ίδιο αυτοκαταστροφικούς δρόμους, ενώ η ιστορία της  μας ταξιδεύει επίσης στη Γαλλία της Μαντάμ Μποβαρύ. Παντρεμένη με έναν ευκατάστατο έμπορο τον οποίο  δεν αγαπάει, πλήττει και βαριέται στην πληκτική επαρχία που ζει. Ένας νεοφερμένος νεαρός εργάτης θα της εμπνεύσει ερωτικό πάθος και δεν θα διστάσει να σχετιστεί ερωτικά μαζί του όταν ο σύζυγος της θα φύγει για ένα ταξίδι. Το μαθαίνει όμως ο πεθερός της και η Κατερίνα τον δολοφονεί με ποντικοφάρμακο. Οι δύο εραστές δολοφονούν και τον σύζυγο όταν επιστρέφει και κρύβουν το πτώμα του σε μια αποθήκη. Παντρεύονται αλλά η μοίρα που εμφανίζεται  με τη μορφή ενός μεθύστακα μουζίκου, ό οποίος ανακαλύπτει το πτώμα, τους τιμωρεί. Συλλαμβάνονται και μαζί με μια ομάδα άλλων καταδίκων παίρνουν το δρόμο για τη Σιβηρία. Και τότε παίζεται το φινάλε του μελοδράματος.

Ο Σοστακόβιτς δίνει ιδιαίτερο βάρος στο ερωτικό πάθος των δύο εραστών που αναπαρίσταται μέσα από έντονες ερωτικές σκηνές, οι οποίες φαίνεται ότι…σκανδάλισαν ακόμα και δυτικούς κριτικούς. Στο περίφημο πάντως άρθρο της Πράβντα, ο…ανώνυμος, πλην πασίγνωστος,  αρθρογράφος σημείωνε: «Η μουσική στενάζει, λαχανιάζει, γρούζει, για να δηλώσει όσο πιο φυσικά γίνεται τις ερωτικές σκηνές. Κι «ο έρωτας» πασαλείφει ολόκληρη την όπερα στην πιο χυδαία μορφή του». Και παρακάτω προσδίδοντας και ιδεολογικά χαρακτηριστικά στην μουσική της όπερας ο αρθρογράφος επισημαίνει: «Είναι μια μουσική σκόπιμα γυρισμένη τα μέσα έξω, έτσι ώστε σε τίποτα να μην θυμίζει την κλασική μουσική, να μην έχει τίποτα το κοινό με τους συμφωνικούς ήχους, με τις απλές, προσιτές μουσικές φράσεις…πρόκειται για αριστερίστικη θολούρα, αντί για απλή, ανθρώπινη μουσική» Και ο «μέγας» κριτής της τέχνης και της λογοτεχνίας συλλήβδην κατέληγε: « Οι κίνδυνοι της επικράτησης αυτής της τάσης στην σοβιετική μουσική είναι φανεροί. Η αριστερίστικη ασκήμια στην όπερα βγαίνει από την ίδια την πηγή με την αριστερίστικη ασκήμια στην ζωγραφική, στην ποίηση, στην παιδαγωγική, στην επιστήμη. Οι μικροαστικοί «νεωτερισμοί»  καταλήγουν σε ένα χάσμα που δεν έχει καμιά σχέση με τη γνήσια τέχνη, την επιστήμη, την αληθινή λογοτεχνία». Το περίφημο αυτό άρθρο λειτούργησε σαν αιχμή του δόρατος για την σοβιετική κουλτούρα για αρκετές δεκαετίες, ωστόσο, όπως μας πληροφορεί ο Volkov, ο κόσμος της τέχνης και της διανόησης- εκτός από τους κριτικούς- σχεδόν αγνόησαν τον Στάλιν και το άρθρο του, στηρίζοντας τον Σοστακόβιτς, ακόμα και ο αγαπημένος του καθεστώτος, Μαξίμ Γκόρκι.

«Η Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ» ανέβηκε για πρώτη φορά σε ένα από τα παλαιότερα θέατρα της Ρωσίας, το Μιχαηλόφσκι ή Μικρό Λυρικό Θέατρο του Λένινγκραντ στις 22 Ιανουαρίου 1934 και λίγο αργότερα στο Θέατρο Τέχνης Στανισλάφσκι της Μόσχας, όπου και την παρακολούθησε  ο Στάλιν. Παρά τις αντιδράσεις του πατερούλη το σοβιετικό κοινό υποδέχτηκε με ενθουσιασμό την όπερα και στις δύο ρωσικές μεγαλουπόλεις. Ωστόσο το κείμενο του Στάλιν θα επιδράσει αρνητικά για την περαιτέρω  πορεία του έργου αλλά και στον ίδιο τον Σοστακόβιτς που δεν θα επιχειρήσει να γράψει άλλη όπερα.  Μόλις το 1963 η όπερα θα ανέβει πάλι στο Θέατρο Στανισλάφσκι, όχι με τον αρχικό της τίτλο αλλά με το όνομα της ηρωίδας της: Κατερίνα Ισμαήλοβα.  Με την αρχική της μορφή και τον αρχικό της τίτλο η όπερα θα παρουσιαστεί και πάλι στη Ρωσία μόλις το 1996, για να κάνει μια σπουδαία καριέρα σε όλα τα μεγάλα λυρικά θέατρα του κόσμου.

Για την Φανύ Αρντάν εικάζω ότι είναι μια μεγάλη πρόκληση να δεχτεί την πρόταση της καθ’ ημάς Λυρικής Σκηνής να σκηνοθετήσει την πολυσυζητημένη «Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ» του Σοστακόβιτς, με δεδομένο ότι είναι μόλις η τρίτη  φορά που σκηνοθετεί όπερα. Η ίδια σημειώνει: «Η Λαίδη Μάκβεθ είναι το άγριο είδωλο μας, ατίθασο και ελεύθερο. Πώς ζει ένα κομμάτι του εαυτού μας που αντιστέκεται στους νόμους μέσα σε μια κοινωνία συμβατική και ομοιόμορφη….Αγαπώ την Κατερίνα Ισμαήλοβα. Δεν είναι μόνο ένας χαρακτήρας του Λεσκόφ, σε μια όπερα του Σοστακόβιτς, αλλά επίσης είναι κι ένα πρόσωπο πάντοτε παρόν, ακόμα και στην δική μας εποχή».  Στην φιλόδοξη και τολμηρή αυτή παραγωγή της ΕΛΣ, συμμετέχουν μια πλειάδα ξένων και Ελλήνων καλλιτεχνών. Εκτός από την ίδια την Φανύ Αρντάν, την μουσική διεύθυνση έχει αναλαβει ο διεθνώς καταξιωμένος και επί χρόνια καλλιτεχνικός διευθυντής της ΚΟΑ, αρχιμουσικός Βασίλης Χριστόπουλος, τα σκηνικά υπογράφει ο βραβευμένος Γερμανός σκηνογράφος Τομπίας Χοάιζελ, τα κοστούμια συνυπογράφουν επίσης δύο σπουδαίες ενδυματολόγοι, η Μιλένα Κανονέρο και η Πέτρα Ράινχαρτ.  Για την κινησιολογία της όπερας η Φανύ Αρντάν επέλεξε την κολλεκτίβα των Γάλλων καλλιτεχνών [ΛΑ] ΟΡΝΤ, που δημιουργήθηκε το 2014 στο Παρίσι, γνωστή για τις χορογραφίες της με κοινότητες μη επαγγελματιών μέσω του διαδικτύου.

Τον απαιτητικό ρόλο της Κατερίνας Ισμαήλοβα ερμηνεύει η Ρωσίδα υψίφωνος Σβετλάνα Σοζντατέλεβα, και του Σεργκεί ο Ρώσος τενόρος Σεργκέι Σεμισκούρ. Τους πλαισιώνουν μια σειρά νεότεροι αλλά ήδη καταξιωμένοι, Έλληνες και Ελληνίδες μονωδοί .

info: Η «Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ» ανεβαίνει στις 12 Μαίου και για πέντε  συνολικά παραστάσεις: 12, 15,17,19, 22 Μαίου.

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here