Ο δικός μου Παπαδιαμάντης; (της Πόλυς Χατζημανωλάκη)

0
557

 

της Πόλυ Χατζημανωλάκη, “Αναγνωστικές διαδρομές στο έργο και στους τρόπους του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη” (*) 

Είναι μεγάλη η τιμή που μου έκανε το βιβλιοπωλείο Επίκεντρον να με προσκαλέσει περίπου με ανοιχτή ατζέντα να διαβάσω Παπαδιαμάντη (χωρίς εισαγωγικά), να «διαβάσω» Παπαδιαμάντη με εισαγωγικά, να συμβάλλω κάπως σε μια περιήγηση στον κόσμο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη – στο δικό μου κόσμο του Παπαδιαμάντη.
Σκέπτομαι τώρα, πως θα ήθελα πολύ να έχω να θυμάμαι ένα κόκκινο δωμάτιο, μια ντουλάπα, ένα βιβλίο με βυσσινί εξώφυλλο και εγώ πενταετής να χώνω το κεφάλι μου στην ντουλάπα – μην πάει ο νους σας στα μυθιστορήματα του C. S. Lewis με το λιοντάρι και την ντουλάπα, αλλά στο σπίτι κοντά στην πλατεία με τις τρεις λιμνούλες στη Μόσχα, την κατοικία του Ιβάν Τσβετάεβ, του ιδρυτή του Μουσείου Πούσκιν, όπου σε εκείνη την ντουλάπα φυλασσόταν ο τόμος με το βυσσινί εξώφυλλο των έργων του Πούσκιν, και όπου η πεντάχρονη Μαρίνα ακουμπούσε το κεφάλι στο ράφι της ντουλάπας και διάβαζε, διάβαζε στα σκοτεινά. Θα επιθυμούσα πολύ να μπορώ να ανασύρω από το παρελθόν το δικό μου κυρ Αλέξανδρο – αποσπάσματα από στήθους εξ απαλών ονύχων, όπου η αγραμπελιά,  η χιονανθής αγραμπελιά, η λευκάζουσα και μυροβολούσα εις τους φράκτας, λευχείμων μυροφόρος να εορτάζει την Ανάστασι και στο υπόβαθρο η αηδών να ακούεται μινυρίζουσα εις τον μυχόν του δάσους ενώ η αργυρά αμμόκονις των άστρων να λιγοστεύει επάνω όσον υψούται η σελήνη…

Αυτό δεν μπορώ να το κάνω – τον Παπαδιαμάντη τον συνάντησα  κι εγώ βεβαίως παιδί.  Πρωτοδιάβασα Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, στα τέλη της δεκαετίας του 60, από μια συλλογή ελληνικών διηγημάτων που μου χάρισε ο πατέρας μου όταν τελείωνα το δημοτικό, διπλάσια ηλικία δηλαδή από την Μαρίνα Τσβετάεβα. Συνυπήρχαν, ανάμεσα σε άλλα που δεν θυ­μάμαι πια, το «Στὸ Χριστό, στὸ Κάστρο» μαζί με το «Θάνατος παλληκαριοῦ» του Κωστή Παλαμά και «Τὸ ἁμάρτημα τῆς μη­τρός μου» του Γεωργίου Βιζυηνού. Ενώ θυμάμαι καλά τις εικόνες – τον Μήτρο το παλλικάρι να κάθεται στο κρεβάτι και να δέχεται – αφού το είχε ζητήσει – ζωντανός τα μοιρολόγια των γυναικών που είχε φωνάξει η μάνα του στο έργο του Παλαμά, θυμάμαι επίσης το πλάκωμα του μωρού στον ύπνο της μάνας στο διήγημα του Βιζυηνού – αυτό με στοίχειωσε χρόνια μετά όταν είχα μωρό το γιο μου και φοβόμουν μην ξεχαστώ και με πάρει ο ύπνος όσο τον είχα αγκαλιά, πόσα χρόνια μετά – η ιστορία με την συντροφία που πήγε να σώσει τους χωρικούς  που αποκλείστηκαν στο Κάστρο δεν με είχε συναρπάσει. Δεν θυμάμαι την εικονογράφηση ούτε νοερές εικόνες από το διήγημα – χρόνια μετά που πήγα στη Σκιάθο και έφτασα ως εκεί, στην εκκλησία της Γεννήσεως του Χριστού στο κάστρο  είδα και φωτογράφισα τις τοιχογραφίες – με τον άγιο Κήρυκο και την Μητέρα του την Ιουλίτα – ο άγιος Κήρυκος παιδάκι που συνετρίβη το τρυφερό κρανίο του στα βράχια για να απαρνηθεί το Χριστιανισμό ο μητέρα του

 

παρίσταται γλυκεῖα καὶ συμπαθεστάτη εἰκών, ὁ Ἅγιος Κήρυκος, τριετίζον παιδίον, κρατούμενον ἐκ τῆς χειρὸς ὑπὸ τῆς μητρός του, τῆς Ἁγίας Ἰουλίττης. Διὰ δώρων καὶ θωπειῶν ἐζήτει ὁ διώκτης Ἀλέξανδρος νὰ ἑλκύσῃ τὸ παιδίον, καὶ διὰ τοῦ παιδίου τὴν μητέρα. Ἀλλ᾽ ὁ παῖς καλῶν τὴν μητέρα του καὶ ὑποψελλίζων τοῦ Χριστοῦ τὸ ὄνομα, ἔπτυσε τὸν τύραννον κατὰ πρόσωπον, κ᾽ ἐκεῖνος ἐξαγριωθεὶς ἐκρήμνισε τὸ παιδίον ἀπὸ τῆς μαρμαρίνης κλίμακος, ὅπου συνέτριψε τὸ τρυφερὸν καὶ διὰ στεφάνους πλασθὲν κρανίον.– Αυτήν την αναφορά δεν την θυμάμαι στο κείμενο που διάβασα. Αναρωτιέμαι αν ήταν διασκευασμένο ή αν το απώθησε η μνήμη μου. Αργότερα επανήλθα στις αναγνώσεις του Παπαδιαμάντη, με τον τρόπο των κοινών θνητών, όχι των πριγκιπικό της Τσβετάεβα – η Φόνισσα ήταν το πρώτο σπουδαίο κείμενο που διάβασα σε μεγάλη ηλικία και αμέσως το αγάπησα. Θα επανέλθω στην μικρή παράγραφο που σας ανέφερα πιο πριν. Η αγραμπελιά η χιονανθής, η λευκάζουσα και μυροβολούσα εις τους φράκτας…Αυτό το κείμενο το παραθέτει ο Γιώργος Ιωάννου στο διήγημα Τζέλτεν από τη συλλογή «Η μόνη  κληρονομιά» που κυκλοφόρησε το 1974 και όπου βρίσκεται στη Λιβύη για να ιδρύσει ελληνικό Γυμνάσιο στις αρχές της δεκαετίας του 60. Μια μαύρη μια στεγνή περίοδος της ζωής του, ίσως το έχει μετανιώσει που πήγε, έρημος, ερήμωση – μοναξιά, ανησυχία για την τύχη της Ελλάδας αν βρεθούν κι εδώ πετρέλαια και την καταστρέψουν και αίφνης μέσα στη μαύρη απελπισία – ανοίγει ένα βιβλιαράκι με κείμενα του Σκιαθίτη και αντί να διαβάσω πήρα να προσεύχομαι λέει… και παραθέτει το απόσπασμα από το στην Αγιά Αναστασά – ένα από τα λεγόμενα Πασχαλιάτικα διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Καταλαβαίνουμε όλοι ότι αυτό  γίνεται σύμφωνα με την προτροπή του Ελύτη, που τότε στο Άξιον Εστί είχε γράψει το εμβληματικό πια

Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί, όπου και να θολώνει ο νους σας, μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα θα αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη.

 

Η προτροπή που ο νεαρός καθηγητής ο αποσπασμένος στη Λιβύη τηρεί κατά γράμμα – μα τόσο κατά γράμμα που δεν διαβάζει αλλά προσεύχεται. Η ανάγνωση δηλαδή του Παπαδιαμάντη, η μνημόνευση στις ακραίες της συνέπειες παρακάμπτει το νου το αναγνώστη και τον πλημμυρίζει συναίσθημα – οι λέξεις μετατρέπονται σε μαγικό ξόρκι, ο Παπαδιαμάντης ποιητής συνθέτει αριστοτεχνικά το μείγμα της μαγείας – θυμάστε τα μάγια που ξεβράζει η θάλασσα στο Φλώρα ή Λαύρα Ἦτον εἶδος τόπι, σφαῖρα ἀπὸ ὕφασμα πυκνὸν καὶ σφιχτόν. Πε­ριεῖχε πανὶ καὶ κλωστήν, καὶ πάλιν πανὶ καὶ παραμέσα πάλιν ἄλλο πανὶ καὶ κλωστήν – ὅμοια μὲ τὰ κυτία ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρουσιάζει εἰς τοὺς χάσκοντας θεατὰς ὁ θαυματοποιός, κυτία μικρά, καὶ κυτία μικρότερα ἀλλεπάλληλα ἐπ᾿ ἄπειρον. Τί εἴδους φίλτρα νὰ ἐσήμαινεν ἆρα τοῦτο;

Αυτό είναι άραγε η ύψιστη εκπλήρωση ενός κειμένου; Το μαγικό άγγιγμα, η μαγική και κατανυκτική παρηγορία που είναι δυνατόν να προκαλέσει;  Ο Παπαδιαμάντης ποιητής – ο άρχων της μαγείας – ανθολογείται και επειδή είναι αχανής πιστεύω όπως ο Όμηρος, το έργο του προσφέρεται για κάθε είδους προβολές. Ο καθένας έχει εμπρός του τον Παπαδιαμάντη που έχει ανάγκη, τον βλέπει με το τριμμένο του παλτό – σαν τον υπάλληλο του Γκόγκολ μόνο που στην δική μας προβολή ο Παπαδιαμάντης δεν επιθυμεί καινούργιο παλτό ούτε κάνει οικονομίες, αντιθέτως επιστρέφει μέρος του μισθού του στον εργοδότη του γιατί τον βρίσκει υπεραρκετό – Αυτό αντιστοιχεί στον αποτραβηγμένο, σιωπηλό, σκυφτό, κοσμοκαλόγερο και Άγιο των Γραμμάτων.

Και η ανθολόγηση – να πάρω για παράδειγμα  το Καμίνι – η ανθολόγησή του ως ποιητή (μιλώ τώρα για την ανθολόγηση του Ελύτη στην Μαγεία του Παπαδιαμάντη) αποσπά το πρώτο μέρος του διηγήματος, τις παιδικές αναμνήσεις με τη γιαγιά και την ονειροφαντασία με τους Κύκλωπες που δουλεύουν υπογείως, την ανθρώπινη ματαιότητα, την μαγική σπηλιά με τους θεσπέσιους ήχους των κυμάτων, εἰς τὸ ἄντρον τὸ εὐρὺ εἰσπηδᾷ τὸ διαυγές, ἁλμυρὸν νᾶμα, πλήττει τὴν μίαν πλευράν, πλήττει τὴν ἄλλην, χορεύει, σκιρτᾷ, καὶ φαίνεται ὡς νὰ ψάλλῃ μὲ ἰάμβους καὶ ἀναπαίστους, εἰς Δώριον ἦχον   έρχεται συνειρμικά και η ιστορία των τριών παίδων εν καμίνω ,  όλα γραμμένα στην εξαίσια ποιητική γλώσσα – και η ανθολόγηση τελειώνει. Λείπει δηλαδή το δεύτερο μέρος, ιστορία ταπεινών ανθρώπων γραμμένο στο ιδιόλεκτο του χωριού σχεδόν ακατανόητοι οι διάλογοι όπου ο Μανδράκιας,  φτωχός βοσκός, προσπαθεί να παντρέψει την κόρη του την Τσούλα – από το Κυρατσούλα μάλλον Σκιαθίτικο όνομα –με άνδρα πολύ  μεγαλύτερό της σε ηλικία και με παιδιά.

―Ἀπρόντο, τσούπα, τῆς εἶπε, ἀλέστα, καὶ μὴ τσινιάζῃς. Ντούρμα γαμπρὸς ἔρχεται γυρεύοντα· σὰν τ᾿ μπούφ᾿ τοὺ π᾿λί, σοῦ ᾽ρθε… Θιὸς τόνε στέλνει. Ἒμ προικιὰ δὲ γυρεύει, ἒμ κοριτσιάτικο σοῦ δίνει… Τί ἄλλο θέλεις, κορίτσι;… Τί κάνει πὼς ἔχει ἄνθρωπος δυὸ παιδάκια;… Τί σὲ πειράζει σένα; Ὅπως θέν᾿ ἔῃς τὰ γίδια θέν᾿ ἔῃς κὶ τὰ πιδιά… Θροφὴ θέλ᾿ν τὰ γίδια, θροφὴ κὶ τὰ πιδιά· φύλαμα τὰ γίδια, φύλαμα κὶ τὰ πιδιά… Ἕνα πρᾶμα εἶναι… Ταχιὰ νὰ στολιστῇς κὶ νὰ πᾶμε ντουγροὺ στοὺ καλύβ᾿ τ᾿ γαμπροῦ, νὰ σᾶς στεφανώσω.

(εδώ δεν έχει ασημόσκονη, ούτε μινυρισμούς της αηδόνος, ούτε αναπαίστους. Ο Παπαδιαμάντης κατά γράφει κατά λέξη τη γλώσσα που μιλούν οι άνθρωποι, όπως το κάνει ακόμα και όταν μιλούν παρεφθαρμένα, ακόμα και όταν τους έχει πιαστεί το στόμα)

Η κοπέλα υφίσταται τρομερές πιέσεις και στο τέλος φεύγει τρέχοντας από το σπίτι της δραπετεύει δηλαδή, σε μια ξέφρενη πορεία προς το γκρεμό. Εκεί – είναι και η λύση της ιστορίας – ευτυχές τέλος. Στο κάτω μέρος του γκρεμού την περιμένει ο Νίκος, ένας νεαρός ναυτικός που είχε συναντήσει παλαιότερα και της είχε χαρίσει ένα κοχύλι – τυχαία άραγε  η συσχέτιση του κοχυλιού με το γεωλογικό σχηματισμό της αρχής – του ποιητικού μέρους, από το οποίο μπορεί να ακούει μουσική, τη βουή της θάλασσας που ενισχύεται και με μια ανεμόσκαλα μεταξωτή που της πετά από το κάτω μέρος του γκρεμού, όπου ως εκ θαύματος εμφανίζεται, η κοπέλα κατεβαίνει και ο γάμος τελείται εις το χωρίον. Μια ιστορία εξέγερσης και ανυπακοής – μα πόσο ταιριαστή με την εξέγερση των τριών παίδων εν καμίνω του πρώτου μέρους, εύχομαι ο υπαινιγμός να σημαίνει κάτι, όπως είναι αποδεκτός ο υπαινιγμός του Ροτ για τον Ιώβ. Επιστρέφω στα σχήματα που επανέρχονται, μια ποιητική στερεομετρία – με τον τρόπο της ποιητικής του χώρου που προσπάθησε να τα αναγνωρίσει ο Γκαστόν Μπασελάρ. Το κοχύλι και σαν γεωλογικός σχηματισμός, και σαν θαλάσσιο όστρακο, και σαν απύλωτο στόμα από όπου πηγάζουν οι ομιλίες (του μπουφ του πλί – η χοάνη το στόμα του μπούφου) που προσπαθούν να παγιδεύσουν και να παραλύσουν την κοπέλα εμφανίζονται στο υπόβαθρο αντιστικτικά και  υπογραμμίζουν την ύπαρξη μιας βαθιάς μετα – φυσικής σχέσης τοπίου, αντικειμένων και πλοκής, της μοίρας των ανθρώπων.

Διηγήματα με έναν άλλον τρόπο ύφανσης, μοιάζουν με τα ποιητικά διανοήματα – τα ποιήματα της Έμιλυ Ντίκινσον. Διηγηματογράφος ναι, ο κυρ Αλέξανδρος  αλλά όχι μόνο . Είναι  ποιητής. Το τοπίο και οι άνθρωποι αλληλοσυσχετίζονται με ένα τρόπο συμβολικό, μέσα από σχήματα και διαδρομές. Σαν να πρόκειται για μια κειμενοχωροταξικοψυχολογική εγκατάσταση.  Νομίζω πως είναι απώλεια του νοήματος, απώλεια της ανάγνωσης η υποβάθμιση του ενός έναντι του άλλου. Του ποιήματος και του θαύματος της φύσης απέναντι στην ιστορία των ανθρώπων. Εξ ίσου παράλειψη θα ήταν η απομόνωση των χαρακτήρων , της ανθρώπινης ιστορίας, η αποκόλλησή της από τις γεωλογικές ιδιότητες, το μορφικό και το ποιητικό ανάγλυφο του νησιού.

Δεν είναι η πρώτη φορά στον ανθρώπινο πολιτισμό που ο χώρος συνδέεται με το μύθο, τις ιστορίες και την παράδοση. Και όχι με τον τετριμμένο τρόπο  της φυσιολατρικής ή ιστοριολατρικής αναγνώρισης της ιερότητας του χώρου. Μπορεί κανείς να δει στον Παπαδιαμάντη μια αναλογία με τα μονοπάτια των τραγουδιών των Αβορίγηνων της Αυστραλίας. Εκεί που οι άνθρωποι απέδιδαν μυθικές ιδιότητες στο χώρο, ο οποίος είχε τους χαρακτήρες του, τους ήρωες, τους θεούς, τις ιστορίες του και τα τραγούδια του και περνούσαν από τη μια περιοχή στην άλλη τραγουδώντας τα αντίστοιχα τραγούδια Παραπέμπω σε ένα εξαιρετικό βιβλίο, το οδοιπορικό του Μπρους Τσάτγουιν στην Αυστραλία όπου καταγράφει την εμπειρία του παρακολουθώντας τη λειτουργία του τραγουδιού και τις νομαδικές μετακινήσεις. Τα μονοπάτια των τραγουδιών λέγεται το βιβλίο – κυκλοφόρησε το 1987 δυο χρόνια πριν το θάνατό του- στην Ελλάδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Χατζηνικολή.
Το τραγούδι που αντιστοιχεί σε μια περιοχή, η αλλαγή από περιοχή σε άλλη και πώς ο οδοιπόρος μαθαίνει το άλλο – το ξένο τραγούδι – για να μετακινηθεί

Διαβάζω από ένα κείμενο που έχω γράψει στις “Πινακίδες από κερί”:

«Τα μονοπάτια των τραγουδιών (Songlines)  ή ονειρογραμμές των Αβορίγινων της Αυστραλίας έγιναν στους μη ειδικούς γνωστά από το ομώνυμο βιβλίο του Μπρους Τσάτγουιν και αναφέρονται στον τρόπο που χαράσσουν περπατώντας την καταγωγική τους μυθολογία. Ο τόπος δηλαδή είναι συνδεδεμένος με συγκεκριμένα τραγούδια και ο Αβορίγινας έχει την τάση να περιπλανάται τραγουδώντας το δικό του που τον συνδέει με τον τόπο του. Μύθος καταγωγής, δημιουργίας και ταυτόχρονα χάρτης του χωροχρόνου, του ονειροχρόνου θα λέγαμε. Ο Τσάτγουιν έζησε ένα διάστημα μαζί με τους Αβορίγινες στην Αυστραλία  και προσπάθησε όσο ήταν δυνατόν να τους καταλάβει. Η ιδέα του μονοπατιού του τραγουδιού  είναι μια μεταφορά που επινόησε για να φέρει κοντά τους δυο πολιτισμούς και να κάνει όσο γίνεται πιο κατανοητή στο βιβλίο του και βασίζεται στις λόγιες παραδόσεις της Βρετανικής ποίησης.

Ένα μικρό σχετικά μέρος του βιβλίου του Τσάτγουιν είναι αφιερωμένο στην παιδική του ηλικία, στην ποιητική ανθολογία της Βρετανικής ποίησης που μάθαινε να αποστηθίζει με τη θεία του την εποχή του Β΄Παγκοσμίου πολέμου όταν ήταν παιδί, τα μυστικά που κρύβουν τα μονοπάτια στα ποιήματα. Δημιουργούνταν εντός του εξ απαλών ονύχων ένα αρχαϊκό τρόπον τινά υπόβαθρο, μια μυστική επιστήμη, που με τη γλώσσα των μεταφορών και της ποίησης ανασκάπτει και φωτίζει άγνωστες διαδρομές και δημιουργεί χάρτες ακόμα και στους Αντίποδες.
Μύθοι τραγουδιστοί που περπατούνται, ανταλλαγές τραγουδιών ανάμεσα σε περιοχές, ένας πολύτιμος ιερός κόσμος που σχεδόν έχει χαθεί και που η ανθρώπινη προσπάθεια προσέγγισής του συγκινεί και συνεπαίρνει.
Ο ονειροχώρος, ο τόπος που είναι στοιχειωμένος από πνεύματα που τραγουδιώνται δεν είναι μόνο στους Αντίποδες ωστόσο. Προτείνω να διαβαστεί υποψιασμένα η Πεποικιλμένη του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Μια ιστορία που με αφορμή τα εννιάμερα από την Κοίμηση της Παναγίας, ο Αλέξανδρος (αφηγητής) που ζει με τις αδελφές του στη Σκιάθο αποφασίζει με ένα φίλο να εκπληρώσει το τάμα του και να περπατήσει μέχρι την Παναγιά την Κεχριά ώστε να ψάλει την Πεποικιλμένη.

Ο φίλος του με άλογο ο Αλέξανδρος με τα πόδια. Ξεκινούν χωριστά και κάποια στιγμή συναντώνται.  

Η διαδρομή είναι μια χαρτογράφηση της Σκιάθου «προαπολαμβάνει» την Πεποικιλμενη και περνά του Βαραντά το ρέμα, το Μεγάλο Ανήφορο,  τους  Σακαλάρους μέχρι τον Προφήτη Ηλία το πλάτωμα στο οροπέδιο. Εκεί ψάλλει το «ο ένσαρκος άγγελος»,
Ο τόπος «κροτίζει» λέει ο αφηγητής. Είναι, δηλαδή,  γεμάτος στοιχειά. Μια ιδιότητα του πεδίου των πνευμάτων ενσωματωμένη στον χώρο. Σαν να είναι αντηχείο από όπου θα ακουστούν οι απόκοσμες, θεσπέσιες φωνές που προκαλούν τον τρόμο. Και οι δυο προσκυνητές προχωρούν ψάλλοντας. Ο κυρ Αλέξανδρος την Πεποικιλμένη και ο Κωστής από ότι φαίνεται όσα τροπάρια ξέρει. Να επιβληθεί ο ψαλμός στον αντίλαλο – να τον σβήσει.

Ο αλαφροϊσκιωτος Κωστής ωστόσο «ακούει» τον αντίλαλο. Ο Αλέξανδρος δεν εκροτιζόταν, τουλάχιστον «όχι και τόσο» γιατί έχει στο νου του την Πεποικιλμένη.

Η συνέχεια της διαδρομής είναι μια ακολουθία συγχίσεων, συσκοτισμών, ασάφειας για το δρόμο που μεν Κωστής  δεν γνωρίζει γιατί δεν έχει εκεί δουλειές ο δε Αλέξανδρος έχει λησμονήσει γιατί έχει να πάει εκεί δέκα χρόνια. Όλα έχουν αλλάξει, έχουν μετακινηθεί τα όρια, οι ιδιοκτησίες. Μια σύγχυση όπως τότε με τα Δαιμόνια στο Ρέμα που είχε χαθεί στην παιδική του ηλικία, μια αλληγορία και πάλι όλης του της ζωής όπως όταν έλεγε το Δαντικό «έχει χαθεί δι’ εμέ η ευθεία οδός»

Το κέντρο βάρους της διαδρομής είναι «Η πεποικιλμένη», το πάθος του να την πει, που τον σώζει μέχρι να φτάσει, ένα ξεχείλισμα απώλειας και ένας επανασυντονισμός στο κέντρο.»

 

Αυτό το εκπληκτικό φαινόμενο του τόπου που «κροτίζει». Ήχοι δηλαδή σαν αντηχείο που αντιστοιχούν σε δαιμόνια, σε κάτι που έχει συμβεί και φοβίζει τον περαστικό. Ο τόπος κοίλος, κούφιος σαν αντηχείο – με τους τρομαχτικούς κρότους ή τη βουή. Σας θυμίζω την περίπτωση της Δρακοσπηλιάς, στη Φωνή του Δράκου – μια περιοχή μαγεμένη όπου ένας αράπης λέει καθόταν έξω από τη σπηλιά, μπροστά σε ένα πηγάδι και μετρούσε τους θησαυρούς του. Αυτός ήταν το ζώδιο του πηγαδιού. Και περνούσε ο κόσμος και έλεγε γεια σου πηγαδάκι με το ζώδιο σου, ή γεια σου κρύο πηγάδι με το ζώδιο σου – τα ζώδια ήταν στοιχειά, περίεργα ζώα, φαντάσματα ζώων που στοίχειωναν τα σπίτια.

 

Τὰ φαντάσματα ταῦτα, στοιχειά, ἐξωτικά, λογιῶν-τῶν-λογιῶν κρούσματα* δὲν ἔπαυαν νὰ ἐμφανίζωνται τὴν νύκτα, νὰ ἐπισκέπτωνται μελαγχολικῶς τὰ ἐρείπια, νὰ περιφοιτῶσιν εἰς τὰς κατεδαφισμένας οἰκίας, αἵτινες ἐστέγασαν ποτὲ ζωὰς καὶ ψυχάς, καὶ τώρα ἐκάλυπτον μυστήρια ἄγνωστα ὑπὸ τοὺς σωροὺς τῶν λίθων. Ἑκάστη παλαιὰ οἰκία εἶχε τὸ ζῴδιόν της. Τὸ ζῴδιον τοῦτο ἐλάμβανε τὴν μορφὴν ἐκείνου τοῦ σφαγίου, τὸ ὁποῖον εἶχε θυσιασθῆ κατὰ τὴν θεμελίωσιν τῆς οἰκίας τῆς κτιζομένης ἑκάστοτε, μετὰ τὸν ψαλέντα ἁγιασμόν. Ἐὰν τὸ σφαγὲν ζῷον ἦτο πετεινός, ὁ πετεινὸς ἔβγαινε συχνὰ τὴν νύκτα, ἐξαφνίζων τοὺς ἐνοίκους, ἐνόσῳ ἡ οἰκία ἦτον ὀρθία ἀκόμη, καὶ ἐξακολουθοῦσε καὶ τώρα νὰ βγαίνῃ παραπονετικῶς, λαλῶν μὲ φωνὴν θρηνώδη ἐπάνω εἰς τὰ ἐρείπια. Ἐὰν τὸ θυσιασθὲν ἦτο ἀρνίον, ἓν πρᾶγμα λευκόν, πρᾷον, ἥμερον, ὁμοιάζον μὲ ἀρνίον, δὲν ἔπαυε νὰ βγαίνῃ ἀκόμη γύρω εἰς τὰ θεμέλια τῆς οἰκίας, βελάζον θλιβερῶς. Ἐὰν τὸ θῦμα ἦτο μοσχάριον, ἕνα βοϊδάκι μικρόν, μαυροκόκκινον ἐπαρουσιάζετο τριγύρω εἰς τὰ ἐρείπια. Ἐμούγκριζε μὲ σιγανὴν φωνήν, καὶ πολλάκις, ἐνόσῳ ἡ οἰκία ἐκατοικεῖτο, τὸ μούγκρισμά του προεσήμαινε κακὸν διὰ τοὺς οἰκοκυραίους.

Απόσπασμα από το διήγημα τα Κρούσματα – που αναφέρεται στα φαντάσματα που ενδεχομένως κάποιοι είδαν στο Κάστρο – την παλιά πρωτεύουσα του νησιού που εγκαταλείφθηκε μετά τον 18 αιώνα, όταν έπαψε να υπάρχει ο φόβος των πειρατών και οι κάτοικοι εγκαταστάθηκαν στην πολίχνη της Σκιάθου. Τι σημασίες, τι ψυχικό φορτίο είχε εκείνο το Κάστρο, γιατί οι κάτοικοι ενώ δεν έμεναν πια εκεί το είχαν έγνοια, κάποιοι πήγαιναν να δουν τα σπίτια που είχαν αφήσει – δυο νησιώτες αστόχαστα πήγαν εκεί να κόψουν ξύλα (στο διήγημα στο Χριστό στο Κάστρο) Μια νεκρή πολιτεία είναι σήμερα το κάστρο – μπορείς να το επισκεφτείς, ένα τρισδιάστατο αρχιτεκτονικό χωρίς οροφή – χάρτης του εαυτού της. Μπορείς  να δεις τις εκκλησιές που αναφέρει ο Παπαδιαμάντης στα διηγήματά του, να δεις τον Άγιο Δημήτριο όπου κάπου κοντά είναι ο τάφος του Καραχμέτη, την Παναγία την Πρέκλα – ρεμβασμός στο Δεκαπενταύγουστο εκεί που εκείνος ο γέρων Φραγκούλης που έσμιγε και χώριζε με τη γυναίκα του γιατί δεν μπορούσε να κατασταλάξει ανάμεσα στη γοητεία του έρωτος και του ασκητισμού

Ἀνάμεσα εἰς συντρίμματα καὶ ἐρείπια, λείψανα παλαιᾶς κατοικίας ἀνθρώπων ἐν μέσῳ ἀγριοσυκῶν, μορεῶν μὲ ἐρυθροὺς καρπούς, εἰς ἔρημον τόπον, ἀπόκρημνον ἀκτὴν πρὸς μίαν παραλίαν βορειοδυτικὴν τῆς νήσου, ὅπου τὴν νύκτα ἑπόμενον ἦτο νὰ βγαίνουν καὶ πολλὰ φαντάσματα, εἴδωλα ψυχῶν κουρασμένων, σκιαὶ ἐπιστρέφουσαι, καθὼς λέγουν, ἀπὸ τὸν ἀσφοδελὸν λειμῶνα, ἀφήνουσαι κενὰς οἰμωγὰς εἰς τὴν ἐρημίαν, θρηνοῦσαι τὸ πάλαι ποτὲ πρόσκαιρον σκήνωμά των εἰς τὸν ἐπάνω κόσμον ― ἐκεῖ ανάμεσα ἐσώζετο ἀκόμη ὁ ναΐσκος τῆς Παναγίας τῆς Πρέκλας. Δὲν ὑπῆρχε πλέον οἰκία ὀρθή, δὲν ὑπῆρχε στέγη καὶ ἄσυλον, εἰς ὅλον τὸ ὀροπέδιον ἐκεῖνο, παρὰ τὴν ἀπορρῶγα ἀκτήν. Μόνος ὁ μικρὸς ναΐσκος ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὸ προαύλιον τοῦ ναΐσκου ὁ Φραγκούλης Κ. Φραγκούλας εἶχε κτίσει μικρὸν ὑπόστεγον, καλύβην μᾶλλον ἢ οἰκίαν, λαβὼν τὴν ξυλείαν, ὅσην ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ, καί τινας λίθους ἀπὸ τὰ τόσα τριγύρω ἐρείπια, διὰ νὰ στεγάζεται προχείρως ἐκεῖ καὶ καπνίζῃ ἀκατακρίτως τὸ τσιμπούκι του, μὲ τὸν ἠλέκτρινον μαμέν*, ἔξω τοῦ ναοῦ, ὁ φιλέρημος γέρων.

Αυτή την εισαγωγή παράγραφο από το διήγημα την έδειξε κάποιος στον Νίκο Αγγελίδη – τον ζωγράφο – που δεν μπορεί δυστυχώς να είναι μαζί μας απόψε είναι στο Ναύπλιο – για να τον κάνει να παραδεχτεί ότι όντως υποσυνείδητα πρέπει  τον είχε εμπνεύσει όταν ζωγράφισε το Μνημείο Παπαδιαμάντη – τον πίνακα που μου έκανε την τιμή να μου επιτρέψει να βάλω στο εξώφυλλο του βωβού ξύλου.

Απομακρυνθήκαμε από τη Δρακοσπηλιά αλλά δεν μας εμποδίζει κανείς να επιστρέψουμε Μια σπηλιά λοιπόν με ένα πηγάδι με τον αράπη και το θησαυρό όπου αν μπεις ακούγεται μια βουή που μπορεί να σε τρελάνει – να σε κάνει να «χτυπηθείς» να χάσεις τη φωνή σου και πάθεις παραλυσία. Η φωνή του Δράκου, η βουή, το στοιχειό και ο κίνδυνος που απειλεί τους περαστικούς. Διάφορα πλάσματα, χωριατόπουλα, τσομπανόπουλα και βοσκοπούλες, είχαν «χτυπηθεί» διότι ευρέθησαν εις κακήν ώραν σιμά στο Κρύο Πηγάδι. Η Καμπαναχμάκαινα, ποιμενίς προβάτων, και μήτηρ δέκα παιδιών, είχε πάθει την νύκτα από αφωνίαν και παραλυσίαν.

 

Η δρακοσπηλιά και η παρακινδυνευμένη είσοδος του μικρού Κώτσου, του ήρωα του διηγήματος σε αυτήν αποκαλύπτουν μια πρωτοφανή είσοδο στο προσκήνιο του υποσυνείδητου – αυτού που έχεις μέσα σου κρυμμένο και σε παιδεύει και σε απασχολεί. Η ιστορία, για όσους δεν την έχουν διαβάσει είναι τα πάθη του μικρού Κώτσου που ο ναυτικός πατέρας του τον θεωρεί νόθο και εγκαταλείπει παίρνοντας διαζύγιο τη μάνα του. Τούτο γιατί οι μέρες κυήσεως δεν ταιριάζουν με τις μέρες απουσίας του ναυτικού και το παιδί μεγαλώνει με τη μάνα του και την θεία του, το στήριγμα της οικογένειας την Κρατήρα. Ο μικρός υφίσταται την κατακραυγή το bullying των παιδιών που τον φωνάζουν μούλο – νόθο δηλαδή και διάφορες άλλες αδικίες από τις όποιες  οι δάσκαλοι δεν τον προστατεύουν. Σκοτώνεται στα δεκαπέντε του όπως έχει σκαρφαλώσει κατά τη συνήθειά του σε ένα δέντρο – εκεί που κάποιος του φωνάζει και χάνει την ισορροπία του. Κάποτε ο Κώτσος, κρυφά από τη θεία του που του είχε απαγορεύσει να μπει στη σπηλιά – επιχειρεί να την εξερευνήσει, να κλέψει το θησαυρό του δράκου, αφού διαλάθει της προσοχής του Αράπη. Και τι ακούει εκεί, τους μύχιους φόβους του, αυτό που τον τυραννά. Μούλο – την βρισιά με την οποία των φωνάζουν τα παιδιά. Στις αρχές του μήνα – σε μια ομιλία στο βιβλιοπωλείο Εν πλω στο κέντρο της Αθήνας είχα παρουσιάσει την περίπτωση του Κώτσου από τη Φωνή του Δράκου, καθώς και άλλες δυο περιπτώσεις Συμβολικών Δρακοντοκτονιών όπως ο αυτή του Γιωργή και τον Δράκο εαυτό του στο Έρως  Ήρως, και του Μανώλη του Ταπόη από το Γουτού Γουπατού με τον Δράκο Τσηλότατο. Περιπτώσεις ηρώων σε διηγήματα του Παπαδιαμάντη όπου βρίσκονται σε πολύ δύσκολη θέση, ή επειδή παντρεύεται με άλλον η αγαπημένη τους, ή επειδή έχουν να αντιμετωπίσουν έναν Νταή έναν κακόβουλο μάγκα ή γιατί η κοινωνική τους θέση ή σωματική τους διάπλασή τους έχει περιορίσει σε μειονεξία και δυστυχία. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η επιρροή του κακού εντός εισαγωγικών εκφράζεται με την απώλεια ή τον κίνδυνο απώλειας της φωνής  και το Κακό που πρέπει να αντιμετωπίσουν είναι ένας Δράκος σαν αυτόν που είχε να αντιμετωπίσει ο Αη Γιώργης.

Από εδώ μπορούμε να τραβήξουμε μια διαδρομή στα αχνάρια της βωβότητας- του κακού που μπορεί να σε βρει όταν χτυπηθείς από ένα πνεύμα – το φάντασμα μιας καντίνας (μιας Τουρκάλας αρχόντισσας) που καθόταν στα παλιά ερείπια – του Κάστρου πάλι – εκεί που κατοικούσαν παλιά Τούρκοι και την είδε μια γυναίκα η Γιάνναινα και χτυπήθηκε. Χτυπήθηκε – η ιστορία της Γιάνναινας στο διήγημα η Χτυπημένη – που έπεσε ξερή στο κρεβάτι χωρίς να μιλά – μὲ τὴν γλῶσσαν παραλυθεῖσαν δὲν ἐδυνήθη ν᾽ ἀρθρώσῃ κραυγήν, ἀλλ᾽ ἔμεινε τραυλὴ διὰ βίου.Αυτή η τραυλότης, το παραπάτημα της ομιλίας, την κάνει να χάσει ολοκληρωτικά την πορεία της και στη ζωή. Οι περιγραφές στο διήγημα είναι συγκλονιστικές. Στην αρχή οι φωνές της ἦσαν ἀκατάληπτοι, και τη διαβάζει ο ιερέας της Κεχρεάς ως να είχε δηλαδή καταληφθεί από δαιμόνια. Η συσκότιση αυτή του νου είναι πλήρης, γιατί αποκαλύπτεται ότι, ακόμα και όταν αποκτά βαθμιαία μια υποτυπώδη δυνατότητα επικοινωνίας με το περιβάλλον της, τα τραύματα δεν επουλώνο­νται: πέπλος βαθὺς ἡπλώθη ἐπὶ τῆς διανοίας της, ὅμοιος μ᾽ ἐκεῖ­νον ὅστις ἔκρυπτε τοὺς χαρακτῆρας τῆς μορφῆς τῆς Καντίνας.
Η δύναμη του λόγου, της ομιλίας για την ακρίβεια, οι ηρωίδες που διαθέτουν το χάρισμα στο έπακρο – η Χαδούλα η Φόνισσα για παράδειγμα που κατάφερε να πείσει  τη γυναίκα του θύματος που είχε δολοφονήσει ο γιος της να την ακολουθήσει μαζί της στη Χαλκίδα και να βοηθήσει στην αποφυλάκισή του
με την ευγλωττίαν της την περιπαθή, με την στωμυλίαν της την γυναικείαν, με τα χίλια ψεύματα όσα ήξευρεν –ήτο δε τότε η Φραγκογιαννού 55 ετών, αλλ’ ακμαία γυνή και με ζωηρούς χαρακτήρας– κατώρθωσε να πείση την γραίαν, την χήραν του φονευθέντος (σημειώσατε ότι η μήτηρ και η κόρη έδωκαν και ξενίαν ακόμη εις την μητέρα του φονέως), να την πείση, λέγω, καταβάλλουσα τα έξοδα του ταξιδίου αυτή, ν’ απέλθωσιν ομού εις την Χαλκίδα, με σκοπόν να ενεργήσωσιν από κοινού πλησίον της Εισαγγελίας, του Δικαστηρίου και των Ενόρκων υπέρ της απαλλαγής ή της αθωώσεως του υποδίκου.

Οι πολυλογούδες εκείνη μάλιστα η Πολυλογού με το όνομα – που άλεθε με το μύλο και έτρεχε η γλώσσα της ροδάνι στο Έρωτας στα χιόνια και είχε κλέψει την καρδιά του μπάρμπα Γιαννιού, η άλλη η Λιαλιώ στη Νοσταλγό που με την ευγλωττία της κατάφερε καταρχάς να πείσει τον Μαθιό – τον δεκαοχτάχρονο με τους ξανθούς ιούλους να την περάσει εκεί πέρα – απέναντι – πίσω στο πατρικό της

Ο Μαθιός – πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νεαρή ηλικία:

Δὲν ἦτο ναύτης, ἀλλ᾽ ἤξευρε νὰ κωπηλατῇ, ὡς ἀνατραφεὶς πλησίον τοῦ κύματος. Εἶχεν ἔλθει εἰς τὸ μέσον τοῦ ἔτους, ἐγκαταλείψας τὸ γυμνάσιον τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, ὅπου τέως ἐμαθήτευε, μὴ δεχθεὶς τὴν ἐπιβληθεῖσαν αὐτῷ ποινὴν ἕνεκα λογομαχίας τινὸς πρὸς ἕνα τῶν καθηγητῶν, ὅστις τοῦ ἐφαίνετο πλέον τοῦ δέοντος ἀγράμματος. Ἦτο μόλις δεκαοκτὼ ἐτῶν, ἀλλ᾽ ἐφαίνετο δεκαεννέα ἢ εἴκοσι μὲ τοὺς πυκνοὺς ἤδη ἰούλους τοῦ καστανοῦ γενείου καὶ τοῦ μύστακος.

Αναφέρεται το επεισόδιο με τον καθηγητή στη Χαλκίδα που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει το σχολείο – και να επιστρέψει στο νησί – να επιστρέψει κατόπιν στο Βαρβάκειο

Σημειώνω – υπενθυμίζοντας την δραπέτευση της Τσούλας στο Καμίνι – την αναφορά στην ιστορία των τριών παίδων εν Καμίνω – τους Αγίους της Μη συμμορφώσεως – όπως τους ονομάζει ο Ανδρέας Εμπειρίκος – αυτούς που δεν υπάκουσαν τις εντολές του Ναβουχοδονόσορα. Και πώς ο Παπαδιαμάντης επικροτεί την ανυπακοή της κοπέλας – την μη συμμόρφωση την εξέγερση.
Διαφωνεί με τον καθηγητή του και τον διώχνουν από το Γυμνάσιο – αρνείται να τελειώσει την Φιλοσοφική Σχολή – Γράφει για τον ξεπεσμένο Δερβίση -εκείνο τον ανέστιο, τον πλάνη τον φερέοικο που περιφερόταν στην Αθήνα των Ολυμπιακών Αγώνων το 1896 διωγμένος ποιος ξέρει – ήταν Σούφι; –

Είχεν αναφανεί. Πότε; Προ ημερών, προ εβδομάδων. Πόθεν; Από την Ρούμελην, από την Ανατολήν, από την Σταμπούλ. Πώς; Εκ ποίας αφορμής; Ποίος;

Ήτον Δερβίσης; Ήτον βεκτασής, χόντζας, ιμάμης; Ήτον ουλεμάς, διαβασμένος; Υψηλός, μελαψός, συμπαθής, γλυκύς, άγριος. Με το σαρίκι του, με τον τσουμπέν του, με τον δουλαμάν του.

Ήτο εις εύνοιαν, εις δυσμένειαν; Είχεν ακμάσει, είχεν εκπέσει, είχεν εξορισθεί; Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ. Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει.

 

Θα μπορούσαμε να περιπλανηθούμε επ’ άπειρον στο αχανές έργο του Παπαδιαμάντη. Αχανές όπως τα Ομηρικά κείμενα είπα πιο πριν – που πολύ τον αγαπά τον Όμηρο και δεν διστάζει να χρησιμοποιεί παραθέματα από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια – εικόνες μάχης ή κυμάτων ή ιστορίες από τον Κάτω Κόσμο. Πιστεύω μάλιστα πως στο μυρολόγι της φώκιας  πέραν των άλλων χρησιμοποιεί στο υπόβαθρο την περιγραφή του περάσματος στον κάτω κόσμο, στη χώρα των Κιμμερίων που κατέβηκε ο Οδυσσέας εκεί που είναι το Κοχύλι και ο λόφος του Κοιμητηρίου. Ο γεωλογικός σχηματισμός, η χοάνη, το κοχύλι άλλη μια φορά, το αντηχείο του θανάτου και η ανταλλαγή – εκεί θα πνιγεί η Ακριβούλα – από εκεί βγαίνουν τα λάφυρα του θανάτου -μακάβριο θέαμα για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με τον θάνατο

Δεξιά της κατήρχετο ὁμαλώτερος, πλαγιαστός, ὁ κρημνὸς τοῦ γηλόφου, ἐφ᾿ οὗ ἦτο τὸ Κοιμητήριον, καὶ εἰς τὰ κλίτη τοῦ ὁποίου ἐκυλίοντο ἀενάως πρὸς τὴν θάλασσαν τὴν πανδέγμονα τεμάχια σαπρῶν ξύλων ἀπὸ ξεχώματα, ἤτοι ἀνακομιδὰς ἀνθρωπίνων

σκελετῶν, λείψανα ἀπὸ χρυσές γόβες ἢ χρυσοκέντητα ὑποκά­μισα νεαρῶν γυναικῶν, συνταφέντα ποτὲ μαζί των, βόστρυχοι ἀπὸ κόμας ξανθάς, καὶ ἄλλα τοῦ θανάτου λάφυρα.

 

Θα ήθελα ωστόσο – αν μου επιτραπεί μια και θεωρώ ότι είμαι εδώ με ανοιχτή ατζέντα – να μην σας εξαντλήσω παραπάνω με άλλα και άλλα ερμηνευτικά σχόλια.  Όχι μόνο γιατί έχει ρωγμές – όπως επισημαίνει ο Γιώργος Αριστηνός – το έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη μπορεί και συνομιλεί με τη νεωτερικότητα. Έχω την αίσθηση – και αποδείξεις – ότι υπάρχουν μέσα του διαμάντια όχι μόνο ποίησης αλλά και  Ποιητικής, σχόλια για το ρόλο του συγγραφέα – μπαίνω στον πειρασμό να σας παραπέμψω στην ιστορία της Σεραϊνιώς που πήρε το τηλεσκόπιο του πατρός της και άρχισε να κοιτά τον κόσμο με ένα τηλεσκόπιο. Στα Άγια και τα Πεθαμένα. Ένα διήγημα για την όραση, την προόραση – το να βλέπεις το μέλλον με τα κόλλυβα στο προσκεφάλι σου το Σάββατο των ψυχών – αλίμονο αν βάλεις λάθος κόλλυβα, αν βάλεις τα πεθαμένα τι βλέπεις…

Πρόσωπα, προσωπάκια πολλά, χλωμά, μικρούτσικα, με σφαλιστά μάτια. Είδε κοράσια μικρά, αδελφάς της, εξαδέλφας της, θυγάτρια γειτονισσών, όλας αποθαμένας. Είδε στεφάνους από νεκρολούλουδα, στεφάνους παρθενικούς, με θυμιάματα και με ακτίνας. Και ένα στεφάνι, το στεφάνι το ιδικόν της, της έφευγεν από την κόμην την καστανήν και ανέβαινε προς τον ουρανόν, εν μέσω αίγλης και μαρμαρυγής και δόξης αφάτου.

    Τα κόλλυβα, τα οποία της είχε δώσει η Ζήσαινα, μη ήσαν πεθαμένα;

    Τέλος, είδε και έν πρόσωπον ζωντανόν∙ ένα νέον, περί του οποίου είχεν εκφρασθεί άλλοτε ότι θα τον επροτίμα ως γαμβρόν ο πατήρ της.

    Είδε το πρόσωπον τούτο, αλλ’ ωσάν εις ταξίδι και ως να ήσαν έτοιμοι προς χωρισμόν. Αυτή τάχα ήτον έτοιμη να φύγει κι εκείνος έμενεν∙ έλεγεν ότι ήθελε μείνει δι’ ολίγον καιρόν. Και της έδιδε μαζί της ως εφόδιον έν μαραμμένον και φυλλοροούν γαρόφαλον από την ιδίαν γάστραν της. Και αυτή έγινε περίεργη να μετρήσει τα μαραμένα φύλλα του και τα εύρε σαράντα.

Συγκλονιστικό – καλύτερο και από τον Πόε – θα έλεγα (ομοιάζει με τον εαυτό του λέει ούτως ή άλλως και όχι με τον Πόου) αλλά θα ήθελα να παραπέμψω στο γεγονός του τηλεσκοπίου του πατρός με το οποίο βγαίνει στο παράθυρο και παρατηρεί την αντίζηλον, το Μαλαμώ. Και τι θέλει να δει:

Το μυστικό του κεντηματος. (διαβάζω από το Βωβόν ξύλον)

« Ἔξω εἰς τὸ μπαλκονάκι ἐκεῖνο ἐκάθητο ἓν πρόσωπον, καὶ ἔκυ­πτεν ἐπὶ τῶν γονάτων του, καθὼς ἔκυπτεν ἡ Σειραϊνώ, καὶ κάτι εἶχεν ἐπὶ τῆς ποδιᾶς του, καθὼς αὐτὴ εἶχε τὸ κέντημά της.

Δὲν ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τίποτε. Ἦτο τόσον μακράν! Ἀλλ᾽ ἐφαίνετο νὰ ἔχῃ πολὺ ἐνδιαφέρον, μεγάλην ἐπιθυμίαν. Ἂς εἶ­χεν ὄμματα ἀετίνας, ἂς ἠμποροῦσε νὰ ἰδῇ καθαρὰ εἰς τόσην ἀπόστασιν!

Η αντιζηλία, λοιπόν, για το κέντημα. Η αντιζηλία για την απο­τύπωση του κόσμου. Η μεγάλη κλίμακα, όλη η εσχατιά της πο­λίχνης μια ποδιά, ένας καμβάς και η μικρή κλίμακα, το κέντημα όπου πάνω του πρέπει να αποδοθεί σύμφωνα με την κεντήστρα όλος ο κόσμος:

Ἕως τώρα, παραδεδεγμένα κεντήματα διὰ τὰς κόρας ὅλου τοῦ χωρίου ἦσαν οἱ κλάρες, τὰ λουλούδια, τὰ πουλάκια, τὰ ρόιδα, τ᾽ ἀστεράκια, τὸ φεγγάρι καὶ ὁ ἥλιος.

Ἀλλὰ πῶς νὰ φθάσῃ τις ν᾽ ἀνέλθῃ εἰς τὸ ἰδεῶδες τῶν παραμυ­θιῶν; Πῶς νὰ ζωγραφήσῃ κεντητὰ «τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾽ ἄστρα, τὴ γῆς μὲ τὰ λούλουδα, τὴ θάλασσα μὲ τὰ καράβια»;

Το αχερόχρωμο πανί της Καλόγριας του Λόρκα, δηλαδή, και το ιδεώδες της αφήγησης. Η ολική αποτύπωση. Θα μπορέσει η κεντήστρα να καταφέρει να κατεβάσει στην ποδιά της όλον τον

κόσμο; Γι’ αυτό και το άγχος, η μέτρηση, η αρίθμηση, η ενδελεχής και άπληστη παρατήρηση. Όλα τα πλοία, όλα τα κατάρτια. Το βλέμμα στραμμένο εκτός, με πάθος και πείσμα, η προσδοκία ότι θα συμβεί το θαύμα. Ότι το κέντημα θα γίνει βιβλίον ανοιχτόν, όπως ο κήπος του μπαρμπα-Γιαννιού όπου κατέβαινε εκεί όλος ο ουρανός με τα αστέρια και η θάλασσα με τα ψάρια.

Το αιώνιο πρόβλημα της δημιουργίας, της αφήγησης και της γραφής σε δυο γραμμές. Και δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τα κοινότοπα πια και γνωστά για την υφαντική και την αφήγη­ση. Από την εποχή του μύθου της Αηδόνας και της Πρόκνης γνωστά, μέχρι να φτάσουν να τα ξαναπούν οι νεωτερικοί θεω­ρητικοί: οι κοπέλες στα κεντήματά τους και στα υφαντά τους κεντούν ιστορίες.

Και ποιο είναι το μυστικό του συγγραφέα; η αντιπρότασή του;

Είναι το μικρό κομμάτι γαλάζιο, a little tint of blue, που ο Όσκαρ Γουάιλντ στην Μπαλάντα της φυλακής του Ρέντινγκ βάζει τους φυλακισμένους να βλέπουν από το παράθυρο του κελιού τους και να το λένε ουρανό.

καὶ ἂν δὲν ἠμποροῦσε νὰ κεντᾷ ὅλον τὸν οὐρανόν, τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν, μὲ ὅλα τὰ ἄστρα, τὰ λούλουδα καὶ τὰ καρά­βια, κατώρθωσε τοὐλάχιστον νὰ κεντήσῃ γωνίαν οὐρανοῦ μὲ ἄστρα, γωνίαν γῆς μὲ λούλουδα, καὶ γωνίαν θαλάσσης μὲ ὀλίγα καράβια.

Αυτό θυμίζει τις «μινιατούρες του πραγματικού»,  τον τρόπο με τον οποίο ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, ο Γερμανοεβραίος φιλόσο­φος, έβλεπε την πραγματικότητα, όταν εξόριστος στο Παρίσι συνέθεσε την «Πραγματεία επί των στοών του Παρισιού»: Με­λέτη της ιστορίας, αποτύπωση μια εποχής αποσπασματικά, με παραθέματα, συλλέγοντας φωτογραφίες, κάνοντας μινιατούρες. Στην ίδια γραμμή σκέψης με αυτήν του Σαρλ Μπωντλαίρ –κα­θόλου τυχαίο– που έγραφε στο «Η καρδιά μου γυμνωμένη» για τη μικρή φόρμα: Να δημιουργείς κάτι μεγάλο μέσα στο μικρό σημαίνει πως ταυτοχρόνως αποφεύγεις να συντριβείς και ανα­δημιουργείς τον κόσμο στα μέτρα του ανθρώπου. Το άπειρο σε σμίκρυνση.

Ίσως αυτή να είναι και η άποψη του Αλέξανδρου Παπαδια­μάντη για τη γραφή και την αφήγηση. Το διήγημα ως επιλογή μορφής σε σχέση με το μυθιστόρημα.

Ἂς ἦτο καὶ τόση μόνον γωνία οὐρανοῦ, ὅσην ἀνατείνουσα αὐτὴ τὸ ὄμμα ἐθεώρει ἀπὸ τὸ μπαλκονάκι της, τόση γωνία γῆς, ὅση κατήρχετο εἰς τὸν κρημνὸν κάτω ἀπὸ τὸ σπιτάκι της, καὶ τόση γωνία θαλάσσης, ὅσην περιέκλειε τὸ μικρὸν λιμανάκι, μὲ τὰ δύο ἢ τρία καραβάκια του, μὲ τὰς τέσσαρας βρατσέρας, τὰ τρία κότερα καὶ τὴν εἰκοσάδα τῶν λέμβων τῶν ἁλιευτικῶν.

Τὸ κατόρθωμα ἦτο μέγα.

Αυτό είναι η τέχνη, αυτό είναι η δημιουργία, αυτό κατόρθωσε το Μαλαμώ. Αυτό κατάφερε να « δει», αυτό ήταν το μάθημα που βρήκε κοιτώντας με το τηλεσκόπιο, η Σεραϊνιώ.

Στην κλίμακα του μικρού το όλον, στην κλίμακα του κεντή­ματος το σύμπαν…»

 

Τελειώνω τα δικά μου λόγια για τον Παπαδιαμάντη εδώ και θα ήθελα να προτείνω  ίσως αν θέλετε να το κάνετε σπίτι σας επιστρέφοντας, να διαβάσετε ένα διήγημα μαγικού ρεαλισμού – ισάξιο με αυτόν του Μαρκές.

Δεν είναι τυχαίο μάλιστα που κάποτε ανέβηκε στο θέατρο μαζί με ένα διήγημα του Μαρκές με το οποίο έχει πολλές αναλογίες  – δεν έχω δει την παράσταση της τότε 27χρονης Γιολάντας Μαρκοπούλου ωστόσο –

Σας διαβάζω τώρα ένα απόσπασμα από το κείμενο του  Μαρκές:

Τα πρώτα παιδιά που είδαν τον σκοτεινό όγκο να πλησιάζει από τη θάλασσα, καμώθηκαν πως ήτανε, λέει εχθρικό καράβι. Ύστερα είδανε ότι σημαίες δεν είχε, μήτε κατάρτια είχε και είπανε πως ήτανε φάλαινα. Μα σαν ξεβράστηκε στην στεριά, παραμέρισαν τα πυκνά φύκια, τις κεραίες από τις τσούχτρες και τα απομεινάρια των ψαριών και των ναυάγιων και τότε είδανε πως ήτανε ένας πνιγμένος.

Παίζαν μαζί του όλο το απόγιομα, τον θάβανε στην άμμο, κι ύστερα τον ξεθάβανε, όταν κάποιος τα είδε κατά τύχη και ξεσήκωσε το χωριό. Οι άντρες που τον κουβάλησαν σπίτι πρόσεξαν πως ζύγιζε περισσότερο από κάθε πεθαμένον που είχαν δει, ζύγιζε σχεδόν όσο ένα άλογο, και είπαν μεταξύ τους ότι μπορεί να επέπλεε πάραν πολύ καιρό, και το νερό να είχε μπει στα κόκκαλά του. Σαν τον απόθεσαν στο πάτωμα, είπαν πως ήταν ψηλότερος από όλους τους άλλους άντρες επειδή ίσα που είχε τόπο για αυτόν μέσα στο σπίτι, μα σκέφτηκαν ότι μερικοί πνιγμένοι να είχανε την ικανότητα να μεγαλώνουν και μετά το θάνατο από φυσικού τους. Είχε τη μυρωδιά της θάλασσας γύρω του, και μονάχα το σχήμα του σε έκανε να υποθέσεις πως ήτανε το πτώμα ενός ανθρώπου, γιατί το δέρμα του ήτανε καλυμμένο από μια κρούστα όλο λάσπη και λέπια…

(Ο πιο όμορφος πνιγμένος του κόσμου, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, απόσπασμα) …………………………………………………………………………………………………………..

Ὅταν εὑρέθη ὁ πνιγμένος, ἀκριβῶς κάτω ἀπὸ τὸν βράχον τοῦ Κοιμητηρίου, ἀνάμεσα εἰς τὴν Μεγάλην Ἄμμον κ᾿ εἰς τὸν Ταρσανᾶν, ὀλίγον ἀκόμη ἤθελε νὰ βασιλέψῃ ὁ ἥλιος, ἢ μᾶλλον νὰ κρυφθῇ ὀπίσω ἀπὸ τὸ γεῖτον βουνὸν ἀντικρύ…

Ὁδοιπόροι διαβᾶται, ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς ἐπανερχόμενοι, περνῶντες τὴν μακρὰν ἄμμον, πέραν τοῦ δυτικοῦ ναυπηγείου, καὶ κάτω ἀπὸ τὸν περίβολον τοῦ Κοιμητηρίου τῆς πολίχνης, εἶδαν νεκρὸν πνιγμένον, πτῶμα φουσκωμένον, μισοσφιγμένον ἀπὸ τὴν ἅλμην, καὶ ὄχι πολὺ ὀδωδός.

Ποῖος ἦτο; Ξένος τις, ἄγνωστος; Ὄχι. Ἦτο πατριώτης, γνωστός· ὅλοι οἱ ἰδόντες τὸν ἀνεγνώρισαν. Ἠτον ὁ Κωσταντής, υἱὸς τοῦ Σταματάκη, ἀπὸ τὸν Ἐπάνω Μαχαλᾶν.

Ὁ ἄνθρωπος ἀφῆκε τὴν τελευταίαν πνοὴν ὑπὸ τὸ κῦμα, ὅπου ἐβυθίσθη κατ᾿ ἀρχάς, εἶτα τὸ νεκρὸν σῶμα ἀνέδυ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, κ᾿ ἔβαλε πλώρην, καθὼς εἶπεν ὁ ἀδελφός του, φερόμενον ὑπὸ τῶν κυμάτων, κατὰ τὴν νοτιάν· καὶ ἀρμένισεν, ἀρμένισε πολλὰ μίλια ἐωσότου ἔφθασεν εἰς τὸ θαλάσσιον τρίστρατον, τὸν πλατὺν πορθμόν, τὸν μεταξὺ τοῦ Ἀρτεμισίου, τῆς Σηπιάδος, ἄκρας του Παγασαίου κόλπου, καὶ τῶν Σποράδων. Ἐκεῖ ἐταλαντεύθη πολύ, συρόμενον πότε ἀπὸ τὰ ρεύματα, πότε ὠθούμενον ἀπὸ τ᾿ ἀπόγεια τῆς ξηρᾶς καὶ ἀπὸ τῆς θαλασσίας αὔρας, τέλος ἔβαλε πλώρην κατὰ τὸν λεβάντην καὶ τὸν σορόκον. Διαπόντιος νεκρός, χωρὶς ποτὲ νὰ γίνῃ ὑποβρύχιος. Τὰ κύματα ὡς νὰ ὤκτειρον τόν ποτε ναύτην, μαλακὰ μαλακὰ τὸν προέπεμπτον εἰς τὸν πένθιμον δρόμον του. Τὰ ψάρια τοῦ ἀφροῦ ἐπήδων τριγύρω του, ἐδοκίμαζον νὰ τὸν πλησιάσουν, καὶ πάλιν, ὡς νὰ ἠλαύνοντο ἀπὸ ἀόρατον δύναμιν, ἔφευγον μακράν του. Τὰ δελφίνια τὸν παρέκαμπτον εὐλαβῶς, αἱ φώκαι ἐκρύπτοντο εἰς τὰ ὑποβρύχια ἄντρα των, τὰ σκυλόψαρα ὑπεχώρουν εἰς τὴν διάβασίν του. Ὁ θαλασσοπόρος νεκρός, ὡς νὰ εἶχεν ἀκόμη πυξίδα καὶ πηδάλιον εἰς αὐτὸ τὸ σκέλεθρόν του, δὲν ἔχασε ποτὲ τὴν κατεύθυνσίν του. Διέπλευσεν ἀκόμη ὀκτὼ ἢ δέκα μίλια, ὅλον τὸ νότιον πλάτος τῆς μικρᾶς νήσου του, καὶ εἶτα ἐστράφη πάλιν. Ἔβαλε πλώρην κατὰ τὸν βορρᾶν, καὶ ἤρχισε νὰ εἰσπλέῃ τὸν λιμένα τῆς πατρίδος του…

(Νεκρός Ταξιδιώτης, Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, απόσπασμα)

Αυτό το ταξίδι του νεκρού που διαπόντιος χωρίς να γίνει υποβρύχιος – είναι ένα κείμενο – που χωρίς η ανάγνωση να γίνεται προσευχή – αξίζει να διαβάζεται την Μεγάλη Παρασκευή – την μέρα που γίνεται η τελετουργική περιφορά μέσα στα άνθη του Επιτάφιου – με τον αγαπημένο νεκρό της Χριστιανοσύνης.

 

(*) Ομιλία στο Βιβλιοπωλείο Επίκεντρο 22/04/19

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here