«Κοιτάζω όσα ένιωσα» (της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου)

0
166

 

 της Κατερίνας Παναγιωτοπούλου

Με την τέταρτη ποιητική του συλλογή, Άνθρωποι που γελάνε (Κριτική, 2018), ο Αργύρης Παλούκας παραμένει σταθερός στο ύφος που έχει καλλιεργήσει και στα προηγούμενα τρία βιβλία του (Το ξέφτι, Μανδραγόρας, 2007, Το αλάτι πίσω από τ’ αυτί, Κέδρος, 2009, Θέλω το σώμα μου πίσω, Μεταίχμιο, 2011). Για την ακρίβεια, αφού διανύει μια πορεία από την απόλυτη συμπύκνωση (Το ξέφτι), την ποιητική πρόζα (Το αλάτι πίσω από τ’ αυτί) και μια σχεδόν ενδιάμεση φόρμα (Θέλω το σώμα μου πίσω), επιστρέφει στην πρώτη. Ωστόσο, στους Ανθρώπους που γελάνε, η συμπύκνωση μοιάζει περισσότερο ταιριαστή στη γραφή του. Κυρίως διότι τα ίδια τα νοήματα επιβάλλουν, με τη χρησμική τους υπόσταση, τη συντομία.

Στα ποιήματα της συλλογής αναγνωρίζεται ως τίτλος ο πρώτος στίχος· είναι ακριβής, διεισδυτικός, το νόημά του είναι καθαρό. Ενδεικτικά, στο ποίημα «Κοιτάζω όσα ένιωσα», το ρήμα «κοιτάζω» αναγνωρίζεται με την έννοια του εστιάζω, εγκύπτω, προσηλώνομαι. Επίσης, στο ποίημα «Τα χέρια μου έχουν απομείνει», το ρήμα «απομείνει» αποκαλύπτει και πιστοποιεί την έλλειψη.

Πρέπει να σημειωθεί ότι στην ποίηση του Παλούκα οι τίτλοι μοιάζει να έχουν καταργηθεί ήδη από το δεύτερο βιβλίο του (Το αλάτι πίσω από τ’ αυτί), το οποίο εξελίσσεται πεζόμορφο με ενιαία αφήγηση. Η δομή και το περιεχόμενο του εν λόγω βιβλίου, καθώς και ο συνθετικός του χαρακτήρας, φαίνεται να οδήγησαν στην κατάργηση των τίτλων, αφού, μέσα και από τα επόμενα βιβλία του αναδύεται η ελευθερία του ποιητή να εκφράζεται χωρίς την αναγκαιότητα του τίτλου, υπακούοντας περισσότερο σε ένα εσωτερικό αίτημα αδιαμεσολάβητης προσέγγισης του εαυτού, δηλαδή χωρίς τον εξαναγκασμό για τεχνικές προδιαγραφές.

Στους Ανθρώπους που γελάνε, ο λόγος του Αργύρη Παλούκα είναι λιτός και αφαιρετικός, κάποιες φορές ανελέητα απιχνασμένος και αποφθεγματικός, αλλά χωρίς έπαρση. Μέσα από το βιβλίο διακρίνεται η προσπάθεια διαχείρισης της απώλειας πέρα από το περίγραμμα του κοσμικού γίγνεσθαι, σε ένα ευρύτερο κάδρο, με εξωκοσμικές προεκτάσεις. Ο ποιητής θα μιλήσει για την έλλειψη που προκαλεί μελαγχολία, χωρίς όμως να τη σκορπίσει διαφεύγοντας μέσα σε έναν κόσμο συμβόλων.

Ο ποιητής μέσα από την ειλικρίνεια του στίχου του μας μεταφέρει την αλήθεια των ανθρώπινων συναισθημάτων, χρησιμοποιώντας θαυμάσιες παρομοιώσεις όπως «η ζωή που ξασπρίζει αργά αργά σαν ρούχο που κάποιος ξέχασε να μαζέψει», «Ξεθάρρεψες, ψυχή μου, σαν τις ακακίες κι έβγαλες φύλλα μέσα στο χειμώνα», «Οι επιθυμίες σωριάζονται σαν άλογα εκεί που τρέχουν».

Το εξώφυλλο της συλλογής προσφέρεται ως ένα επιπλέον ποίημα, κάτι που ενισχύεται και από το γεγονός ότι δεν αναφέρεται η πηγή του. Ένα ποίημα που αποτυπώνεται χωρίς λέξεις παρά μόνο με τρεις φευγαλέες σκιές πάνω στον πέτρινο τοίχο με το χρώμα της θλιμμένης σέπιας, αφού αυτό που ενδιαφέρει τον ποιητή δεν είναι η παράθεση στοιχείων, αλλά ό,τι έχει συντελεστεί ήδη και αναδύεται στην επιφάνεια, μισό φωτισμένο μισό σκιασμένο, ως αίσθημα. Αυτές οι σκιές, απ’ όσο φανερώνει η κίνησή τους, θα μπορούσαν να είναι και χαρούμενες, επιβεβαιώνοντας τον τίτλο του βιβλίου. Γιατί, κόντρα στην επίγνωση του θανάτου, το χαμόγελο, που δεν χάνεται από τις φωτογραφίες, υπάρχει και σε αρκετά ποιήματα του βιβλίου.

 

info: Αργύρης Παλούκας, Άνθρωποι που γελάνε, Εκδ. Κριτική, Αθήνα 2018, σελ. 40

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here