Για μια λογοτεχνία της κατάφασης

0
134

 

Σωτηρία Καλασαρίδου.

 

Πώς η «κατάφαση» ως βασικός δίαυλος της σκέψης και καταλύτης της δράσης καταφέρνει να φιλτράρει τους αρνητικούς δείκτες που διαθλώνται σε ποικίλες εκφάνσεις της καθημερινότητας, μετατρέποντάς τους σε θετικά πρόσημα στην εξίσωση της ζωής; Η απάντηση του προαναφερθέντος ερωτήματος αποτελεί τον ιδεολογικό πυρήνα της νουβέλας του Βασίλη Παπαγεωργίου που τιτλοφορείται Ευφορία και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν τον Οκτώβριο του 2014. Ο κεντρικός ήρωας της ιστορίας πραγματοποιεί μια σύντομη διαδρομή με το ποδήλατό του σε φυσικά τοπία της νότιας Σουηδίας ένα απόγευμα στα τέλη του Αυγούστου, κάπου δηλαδή ανάμεσα στο μεταίχμιο του καλοκαιριού και του φθινοπώρου. Τι προσδοκά ο αναγνώστης, ποιο είναι το διακύβευμα της αφήγησης, ποιο το τίμημα και ποιο το κέρδος εντέλει για τον ήρωα από αυτή τη διαδρομή, που έχει τα χαρακτηριστικά του σύντομου, θα έλεγε κανείς, ταξιδιού;

Ο Παπαγεωργίου καταθέτει μια νουβέλα που κινείται στα όρια του ψυχογραφήματος, υιοθετώντας και ενσωματώνοντας ταυτόχρονα στοιχεία της ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας. Το βιβλίο ανάγει και αναδεικνύει την «κατάφαση» και τη θετική στάση απέναντι στη ζωή σε μείζονα συνθήκη της ψυχικής ισορροπίας του υποκειμένου, δίνοντας ταυτόχρονα υπόσταση ή ορίζοντας την ευφορία ως συστατική ψυχοπνευματική λειτουργία. Τα ζεύγη των αρνήσεων του αποφαντικού λόγου, τα αντιθετικά ζεύγη του απορηματικού λόγου, οι νοηματικές αντιφάσεις και οι λεκτικές αντινομίες στον Παπαγεωργίου συγκλίνουν στην ανάδειξη της θετικής έκφανσης των πραγμάτων και των λέξεων και οδηγούν στην συγκατάνευση με τέτοιον τρόπο, ώστε ο αποχρών λόγος καθαυτός να δύναται να ταυτίζεται με την κατάφαση ως έννοια και να γίνεται η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, χωρίς η κερδισμένη αρμονία να είναι κατ’ επίφαση αλλά επί της ουσίας. Σε αυτό το εγχείρημα υποστηρικτικό ρόλο διαδραματίζει και η αυτό-αποδόμηση του κειμένου. Χωρίς ευδιάκριτα μέρη, χωρίς κεφάλαια αριθμημένα ή απλά τιτλοφορούμενα και μόνο χωρισμένο σε παραγράφους με αμφίβολη τη νοηματική συνοχή, το κείμενο μοιάζει να έχει αποσυναρμολογήσει τον εαυτό του.

Υπέρ αυτής της αποδόμησης συνηγορεί και το εκπορευόμενο κειμενικό νόημα, το οποίο φαίνεται συμπαγές και μασίφ στην ουσία όμως ίπταται, κινείται με καταργημένη τη βαρύτητα, διαχέεται σε όλο το μήκος του κειμένου, υπερβαίνοντάς το στο τέλος. Αλλά και η γλώσσα που επιλέγεται για να οικοδομήσει το νόημα επιτείνει ή καλύτερα είναι μέρος αυτής της αποδόμησης: οι απότομες εναλλαγές χρόνου και άρα επιπέδου αφήγησης από περίοδο σε περίοδο, ο εγκιβωτισμός περιγραφών σε χρόνο Ενεστώτα παρελθουσών εμπειριών στην παροντική αφήγηση, παιχνιδίσματα της γλώσσας με εύρυθμες παρηχήσεις φωνηέντων και συμφώνων, οι οποίες δίνουν σε συγκεκριμένα σημεία την αίσθηση ενός έμμετρου λόγου, όπου κυριαρχούν οι συνηχήσεις, η χρήση του ασύνδετου σχήματος και μιας έντεχνης εικονοποιίας, είναι όλα στοιχεία που χαρίζουν τέρψη στον αναγνώστη. Οι φιλοτεχνημένες εικόνες των εξωτερικών χώρων, των τοπίων της φύσης, αλλά και των ρούχων και των χεριών του ήρωα και κυρίως της γυναίκας του και συνάμα alter ego του μας γεννούν μια σειρά εντυπώσεις και αισθήματα όχι μόνο της όρασης αλλά ολόκληρου του φάσματος των πέντε αισθήσεων.

Ένα ενδιαφέρον επιπρόσθετο στοιχείο είναι πως στο εξώφυλλο σε περίοπτη θέση ― σχεδόν δηλαδή κάτω από τον τίτλο ― το βιβλίο φέρει ως υπότιτλο: Με επτά εναρμονισμούς της Lo Snöfall. Πρόκειται για επτά εικαστικές παρεμβάσεις της Σουηδής εικαστικού Lo Snöfall που ενσωματώνονται μέσα στο κύριο σώμα της αφήγησης. Οι εν λόγω ασπρόμαυροι εναρμονισμοί, θυμίζοντας έντονα κάποια από τα βιβλία του Β. Γκ. Ζέμπαλντ (W.G.Sebald) και τις εικόνες με ταξιδιωτικά αντικείμενα, είναι και στο παρόν βιβλίο φορτισμένοι με την ιδιότητα του ντοκουμέντου: κασκόλ, παπούτσια διαφόρων ειδών, ένας σάκος ταξιδιωτικός και μισάνοιχτος με απαραίτητα αντικείμενα για το ταξίδι, τσάντες σε ποικίλα σχήματα και μεγέθη, ενσταντανέ με τη μορφή καρτ ποστάλ. Η λειτουργία τους φαίνεται να είναι διττή: πρόκειται για «κείμενα― εικόνες» που κυλούν σαν μια παράλληλη δεύτερη, σύντομη αφήγηση που κινείται στα όρια της αυτονομίας, αφού μας μιλούν και μας οικειώνουν με ταξίδια που έγιναν, αφήνοντας σε εμάς να αποδώσουμε με λέξεις όσα οπτικά μας διηγούνται. Κυρίως όμως τα οπτικά ντοκουμέντα του βιβλίου, τα ταξιδιωτικά αυτά αντικείμενα, ενισχύουν το γραπτό κείμενο, αφού καταξιώνουν την αφήγηση  προικοδοτώντας την με αληθοφάνεια.

Πέρα και πάνω από όλα βέβαια, με το παρόν έργο γινόμαστε συμμέτοχοι και κοινωνοί μιας ιδιάζουσας λειτουργίας της μνήμης στον βαθμό που αυτή λειτουργεί ως παλίμψηστο, όπου έχουν εγγραφεί οι αλλεπάλληλες παρελθούσες ταξιδιωτικές αναμνήσεις, και οι οποίες την ίδια στιγμή μας πείθουν ότι βρίσκονται μέσα στο κείμενο με την ιδιότητα της ζωντανής εμπειρίας. Το ταξίδι ως έννοια και σύμβολο κυοφορεί πολλαπλούς συμβολισμούς στο βιβλίο του Παπαγεωργίου: οι καλοκαιρινές διακοπές στην Ελλάδα, τα επαγγελματικά ταξίδια, ο τουρισμός σε ξένες πολιτείες, το ταξίδι της μνήμης, η περιπλάνηση του έρωτα, ο δρόμος της συμβίωσης και εν τέλει της ίδιας της ζωής. Η χαρτογραφημένη επικράτεια της μνήμης του ήρωα φαίνεται να λειτουργεί ως πυξίδα της πορείας στη σύντομη διαδρομή που πραγματοποιεί με το ποδήλατό του ο πρωταγωνιστής― αφηγητής ως ένας διαχρονικός πλάνης, ως άλλος ταξιδιώτης εις το διηνεκές. Έτσι δεν είναι λίγες οι φορές που τα δυσδιάκριτα όρια ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν του πρωταγωνιστή, ανάμεσα στην αποκρυσταλλωμένη εμπειρία του που μετουσιώθηκε σε ανάμνηση και την παρούσα συνθήκη, έρχονται να θολώσουν με οπτασίες και οράματα, κεντώντας έναν πολύχρωμο χωροχρονικό καμβά, ο οποίος σηματοδοτεί και μαρκάρει το μεταίχμιο ανάμεσα στη μελαγχολία και την ευφορία, διασφαλίζοντας την ψυχική υπόσταση του ήρωα και καταλήγοντας σε μια καταφατική θέαση της αγάπης, ουσιαστικά σε έναν ύμνο της ύπαρξης και της ζωής.

 

INFO: Βασίλης Παπαγεωργίου, Ευφορία, Σαιξπηρικόν

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here