C.Milosz : ο ρόλος των διανοουμένων σε ζόρικες εποχές (της Ξένης Δ. Μπαλωτή)

0
327

Ξένη Δ.Μπαλωτή.

Ο Πολωνός συγγραφέας C.Milosz πέθανε το 2004, πήρε Νόμπελ το 1980, το βιβλίο του «Αιχμάλωτη σκέψη» δημοσιεύτηκε το 1953 και κυκλοφόρησε στη χώρα μας μόλις εφέτος, δηλ. με 64 χρόνια καθυστέρηση!

Εν προκειμένω, δύο υποθέσεις μπορούν να διατυπωθούν: ή το βιβλίο είναι ακόμη επίκαιρο ή πρόκειται για εκδοτικό χιούμορ ως συμβολή στον εορτασμό για την πρώτη εκατονταετηρίδα της Ρώσικης Επανάστασης του 1917!

Σε κάθε περίπτωση, είναι ευπρόσδεκτο γιατί ο C.Milosz έθεσε έγκαιρα ένα ζήτημα που παραμένει διαχρονικά ανοικτό : το ρόλο των διανοουμένων μέσα στην κοινωνία, την συμβολή τους στην υπεράσπιση της ελευθερίας του λόγου και της σκέψης, αλλά και την συνεργασία τους με ολοκληρωτικά καθεστώτα.

Ο C.Milosz είναι μάλλον άγνωστος στη χώρα μας και όμως ανήκει στην κατηγορία των μεγάλων της πολιτικής λογοτεχνίας. Γεννήθηκε (1911) από πολωνούς γονείς στη Λιθουανία που τότε ανήκε στην τσαρική Ρωσική Αυτοκρατορία και που την επομένη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου πέρασε στην Πολωνία, πριν το τέλος του Β’ Παγκοσμίου την ξαναπροσφέρει στην κομμουνιστική, αυτή τη φορά, Ρωσία. Το 1990, όταν κατάρρευσε η Σοβιετική Ένωση και η Πολωνία όπως και οι Βαλτικές χώρες έγιναν ανεξάρτητα κράτη, ο C.Milosz ζούσε ήδη στις ΗΠΑ ως αμερικανός πολίτης, από το 1970. Όμως, επέστρεψε στην Κρακοβία και εκεί πέθανε.

Η συμβίωσή του με τρία διαφορετικά πολιτικά συστήματα (τσαρικό, δημοκρατικό και κομμουνιστικό), του επέτρεψε να κάνει καίριες συγκρίσεις που τον οδήγησαν σε απόλυτα συνειδητές επιλογές ζωής και τεκμηριωμένες από τη δική του οπτική.

«Οι Πολωνοί και οι Ρώσοι δεν είχαν ποτέ καλές σχέσεις μεταξύ τους» γράφει στην «Αιχμάλωτη σκέψη», γι’αυτό θεμελίωσε το δικό αίσθημα εθνικής ταυτότητας στην μητρική του γλώσσα, την πολωνική. «Η γλώσσα είναι η μόνη πατρίδα, είναι ό,τι πιο σημαντικό υπάρχει για εμένα», επαναλάμβανε συχνά.

Την περίοδο του Μεσοπολέμου σπούδασε φιλολογία και δίκαιο στο Βίλνιους και ως αντίδραση στις φασιστικές ιδέες που είχαν αρχίσει να διαδίδονται στην Πολωνία, ίδρυσε με φίλους του, το 1931, το φιλολογικό περιοδικό «Zagary», έκφραση της πολωνικής «Πρωτοπορίας». Εκεί, άρχισε να δημοσιεύει ποιήματά του. Το πρώτο του δημοσιεύτηκε το 1933. Καθόλου τυχαία η χρονολογία. Μόλις, ο Α.Χίτλερ είχε γίνει καγκελάριος της Γερμανίας. Η ναζιστική κατοχή που βίωσε η πατρίδα του τον έφερε στην αντίσταση και στην αριστερά, ενώ η σοβιετική κατοχή που ακολούθησε, το 1945, τον «μύησε» στις πρακτικές της! Έμαθε τι σημαίνει «διαλεκτικός υλισμός», διαπίστωσε την ακριβή έννοια του μαρξιστικού τσιτάτου «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού» και κλήθηκε να υπηρετήσει τον «σοσιαλιστικό ρεαλισμό».

Λογικά και οι τρεις προαναφερόμενες έννοιες της μαρξιστικής φιλοσοφικής σκέψης θα είναι άγνωστες στους μη μυημένους. Άλλωστε, αυτό συμβαίνει πάντα με τη φιλοσοφία. Οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι «ο φιλόσοφος είναι ένα είδος αιθεροβάμονα, του οποίου οι υψιπετείς σκέψεις δεν έχουν καμία επίπτωση στην καθημερινή ζωή.»

Όμως, δεν είναι έτσι! Όταν η σκέψη έγινε πράξη, όσοι απαξίωσαν την μαρξιστική φιλοσοφία κατάλαβαν το λάθος τους. Τότε, ο φιλόσοφος έγινε τοτέμ και η ελευθερία της σκέψης ταμπού!

Ο καθημερινός άνθρωπος, στις τ. κομμουνιστικές χώρες, κλήθηκε να διαπιστώσει πως ο «διαλεκτικός υλισμός» είναι η νέα πίστη, που έχει το δικό της ευαγγέλιο στο οποίο όφειλε να πιστεύει και να διαδίδει. Κάτι που ήταν εξαιρετικά εύκολο να επιτευχθεί σε μία κατεξοχήν καθολική χώρα όπως είναι η Πολωνία! Αυτό η Σοβιετική Ρωσία το γνώριζε και γι’αυτό οι καλλίτεροι συνεργάτες της ήταν οι πρώην καθολικοί. Άνευ σημασίας ήταν γι’αυτούς ότι ο κομμουνισμός αντικατέστησε τον χριστιανισμό, αυτό που μετρούσε ήταν ότι μπορούσαν να πιστεύουν κάπου τυφλά, κατά το πίστευε και μη ερεύνα, να έχουν ένα ευαγγέλιο, ακόμη και με την εκδοχή μανιφέστου. Δεν έχει σημασία αν δεν το πολυκαταλάβαιναν. Το μεν όπιο είναι πάντα παραισθησιογόνο, η δε κατήχηση υποχρεωτική και γι’αυτό είχε την στήριξη του κρατικού μηχανισμού.

Αυτή την ταύτιση κομμουνισμού, θρησκείας και παραδείσου, έστω επίγειου, την έχει άριστα περιγράψει και ο δικός μας Κορν.Καστοριάδης.

Όσο για τον «σοσιαλιστικό ρεαλισμό», είναι η μία και μοναδική τεχνοτροπία που καλύπτει όλο το φάσμα της ανθρώπινης υπόστασης, που απαγορεύει την υποκειμενική ματιά και επιβάλει στους πνευματικούς δημιουργούς να βλέπουν μόνο «την αλήθεια που υπηρετεί την κοινωνία». Κάθε άλλο βλέμμα είναι ύποπτο, προδοτικό και φρακτιονιστικό!

Η μονοδιάστατη δε σκέψη των πνευματικών ανθρώπων ήταν επιτακτική, αλλά και με προνόμια για όσου συμβιβάζονταν. Το καθεστώς τους προσέφερε π.χ. κατοικία, υψηλές οικονομικές απολαβές και περίοπτες θέσεις εργασίας στις Δυτικές χώρες. Έτσι π.χ ο C.Milosz βρέθηκε, το 1946, να ανήκει στο διπλωματικό σώμα της Πολωνίας και να υπηρετεί διαδοχικά στις Πρεσβείες της στις ΗΠΑ και στο Παρίσι.

Εκεί, στη Δύση, διαπίστωσε πως ναι μεν όλα δεν είναι τέλεια, πως μπορεί ακόμη και εκεί ο κομφορμισμός να επικρατήσει, αλλά υπήρχε τουλάχιστον μία μεγάλη διαφορά: όποιος δεν ήθελε να υπηρετήσει το σύστημα, μπορούσε να του γυρίσει την πλάτη. Στη χώρα του και στις υπόλοιπες χώρες του κομμουνιστικού μπλοκ παρόμοια κίνηση εκτιμάτο ως «θανάσιμο αμάρτημα» και καθώς το δόγμα ήταν θρησκεία, η παραπομπή στην κόλαση, γκουλάγκ με τη νέα ορολογία, ήταν προδιαγεγραμμένη.

Η ενσυνείδητη επιλογή του C.Milosz να ζητήσει πολιτικό άσυλο στη Γαλλία, το 1951, εξ ορισμού δεν ήταν εύκολη γιατί έπρεπε, μεταξύ άλλων, να απαρνηθεί τη γλώσσα του και μαζί μ’αυτήν το αναγνωστικό του κοινό, με ότι δηλ. τρέφεται κάθε λογοτέχνης ! Ο Karl Jaspers, στη γαλλική έκδοση του βιβλίου, αναφέρει ότι ο C.Milosz δεν ξεπέρασε ποτέ το σχίσμα του με την μητρική του γλώσσα, ακόμα και όταν τα έργα του κυκλοφορούσαν μεταφρασμένα σε πολλές άλλες γλώσσες.

Αυτόν ακριβώς τον εσωτερικό του αγώνα περιγράφει στο βιβλίο του «Αιχμάλωτη σκέψη», χωρίς να αυτοβιογραφείται γιατί σκοπός του είναι να περιγράψει τον κόσμο που εγκατέλειψε, το σοβιετικό σύστημα, να διατυπώσει προβληματισμούς για τη θέση των διανοουμένων και των αντικαθεστωτικών στο πλαίσιο κάθε ολοκληρωτικού καθεστώτος, για την περίπτωσή του το σταλινικό, αλλά και να εξηγήσει πώς λειτουργεί το σύστημα αιχμαλώτισης της ελεύθερης σκέψης έτσι ώστε να διαμορφωθεί ένας επίσημος και ενιαίος πολιτικός λόγος, στις χώρες που βρίσκονται υπό την επιρροή του. Γι’αυτό και ο πλήρης τίτλος του έργου του είναι: «Δοκίμιο για τις λαϊκές λογοκρατορίες» δηλ. πώς ο λόγος υποτάσσεται στο κράτος.

Ο C.Milosz αναπτύσσει το θέμα του μέσα από ιστορικούς παραλληλισμούς της Ρωμαϊκής Αρχαιότητας με τον 20ο αι. και την παρουσίαση 4 συγκεκριμένων πορτραίτων διανοουμένων που υποτάχθηκαν στον μηχανισμό του ολοκληρωτισμού.

Εάν είχε επιβεβαιωθεί η εκτίμηση του Κορν. Καστοριάδη πως «τα γεγονότα του 1989 σφράγισαν τελειωτικά τη χρεωκοπία του μαρξισμού-λενινισμού», ίσως να μπορούσαμε να θεωρήσουμε το βιβλίο του C.Milosz μόνο ιστορική καταγραφή μίας εποχής. Αυτή θα ήταν η ωραία πλευρά της ιστορίας. Όμως, η παγκόσμια άνοδος του δεξιού εξτρεμισμού, το άλλο πρόσωπο του ολοκληρωτισμού, καθιστούν το βιβλίο, δυστυχώς, εξαιρετικά επίκαιρο.

Λαμβάνοντας υπόψη ότι η «Αιχμάλωτη σκέψη» δημοσιεύτηκε το 1953, σε πλήρη εξέλιξη του Ψυχρού Πολέμου και ότι ο συγγραφέας του επιθυμούσε να διαφωτίσει την κοινή γνώμη για τους κινδύνους κάθε ολοκληρωτισμού, επέλεξε να μετονομάσει τον κομμουνισμό σε «Νέα Πίστη», την εξουσία του κομμουνιστικού κόμματος σε «Κέντρο» και τους κανόνες που επέβαλε σε όλες τις πτυχές της καθημερινής ζωής σε «Μέθοδο». Διαβάζοντας το βιβλίο με αυτή τη νέα ορολογία, πρέπει να είναι κάποιος μόνο «στρατευμένος διανοούμενος» για να παραβλέπει πρόσωπα και καταστάσεις. Κάτι που δεν παρέβλεψε ο C.Milosz, γι’αυτό στιγμάτισε ιδιαίτερα τον J.P.Sartre και όλους όσοι επέλεξαν να χωρίσουν τους ολοκληρωτισμούς σε καλούς και κακούς.

Άλλωστε, πώς μπορεί να γίνει αυτό; Πώς να παραβλεφθεί η πάγια τακτική του κομμουνιστικού συστήματος να διατηρεί σε πλήρη νομιμότητα, σε κάθε χώρα η οποία βρισκόταν υπό την επιρροή του εθνικιστικές ομάδες;[1]

Τις συνέπειες αυτής της τακτικής τις βιώνουμε στις ημέρες μας και κατανοούμε γιατί τα ακμάζοντα ακροδεξιά κόμματα παρουσιάζουν υψηλά εκλογικά ποσοστά στις χώρες της πρ. ανατολικής Ευρώπης. Στην Πολωνία ιδιαίτερα, τα γεγονότα των τελευταίων ημερών είναι μία από τις καλλίτερες αποδείξεις.[2]

Η υποταγή των διανοουμένων στο «Κέντρο», τις περισσότερες φορές, κατέληγε σε μία σχιζοφρενική κατάσταση γιατί αποδέχονταν να εκτελούν οδηγίες που η προσωπική τους σκέψη απέρριπτε! Ο C.Milosz μεταφέρει την απελπισία ενός ποιητή: «Δεν μπορώ να γράψω όπως θα ήθελα. Μόλις φτάνω στην μέση μίας πρότασης την υποβάλω στην μαρξιστική κριτική. Σκέφτομαι τι θα πει ο ένας και ο άλλος και καταλήγω να την τελειώσω διαφορετικά από την αρχική μου πρόθεση.»

Γιατί λοιπόν οι διανοούμενοι αποδέχονταν τη δική τους εκδοχή του «Χρυσοθήρα», που βλέπει το σπίτι του να πέφτει στο γκρεμό και ωστόσο πιστεύει ότι θα γίνει πλούσιος;  Σύμφωνα πάντα με τον C.Milosz, οι λόγοι είναι πολλοί: υποταγή σημαίνει ότι «επιτρέπεται στο διανοούμενο να έχει δραστηριότητες και συνεπώς να διατηρεί την ισορροπία του», αποφεύγει τον κίνδυνο του «αποξενωμένου διανοούμενου διατηρώντας την επικοινωνία με το πλατύ κοινό» αφού η «Νέα πίστη» έχει επιβάλλει τόσο ο οδηγός του φορτηγού όσο και ο διευθυντής της επιχείρησης να διαβάζουν μαρξιστικά βιβλία, αρέσκεται να πιστεύει ότι συμβάλλει στην ανατροπή του κόσμου που ζει, δημιουργώντας μία νέα κοινωνική πραγματικότητα και ένα νέο άνθρωπο, τον Homo sovieticus, αλλά και από το φόβο ότι σκεφτόμενος ελεύθερα μπορεί να καταλήξει σε συμπεράσματα δυσάρεστα τα οποία αγνοεί πώς θα διαχειριστεί ή ακόμη χειρότερα πως θα καταλήξει να γίνει ένας στείρος διανοούμενος σαν αυτούς που υπηρετούν την, κατά Μαρξ, «μιζέρια της φιλοσοφίας»! Αυτούς και πολλούς άλλους λόγους που παραθέτει ο συγγραφέας δημιουργούν τους «ευπροσάρμοστους» διανοούμενους, όπως τους αποκαλεί.

Δηλ. «όσοι αντιτάχθηκαν ήταν καλλίτερα μυαλά;» ρωτήθηκε ο C.Milosz. Καθόλου, απάντησε: «όσοι γίνονταν αντικαθεστωτικοί δεν ήταν αυτοί με τα δυνατότερα μυαλά, αλλά αυτοί με το ασθενέστερο στομάχι!»

Οι δυτικοί διανοούμενοι, οι περισσότεροι με ιδιαίτερες συμπάθειες για τον κομμουνισμό, τον υποτίμησαν για πολλά χρόνια, με λαμπρή εξαίρεση τους Octavio Paz και Albert Camus. Το γεγονός ότι A.Camus πολύ έγκαιρα είχε αποκηρύξει κάθε ολοκληρωτισμό, του επέτρεψε να αναγνωρίσει στον C.Milosz έναν αυτόπτη μάρτυρα της «Πανούκλας»!

Αλλά και από την πλευρά του, ο A.Camus λειτούργησε για τον C.Milosz ως «ένας από τους οδηγούς που μου επέτρεψαν να κινηθώ στο δυτικό λαβύρινθο.»

Όταν οι θηριωδίες του σταλινισμού έγιναν γνωστές, ο C.Milosz αποκαταστάθηκε στην εκτίμηση των διανοουμένων και ορισμένες χώρες, όπως π.χ. η Ινδονησία τον ανέδειξε σε εθνικό της σύμβολο στον αγώνα της κατά του Σουχάρτο.

Η απονομή του Νόμπελ στον C.Milosz, το 1980, στόχευε, ενώ βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη η δράση του συνδικάτου «Αλληλεγγύη» στην Πολωνία κατά του καθεστώτος Γιαρουζέλσκι, να τιμήσει μαζί με αυτόν και την λογοτεχνία των αντικαθεστωτικών που ζούσαν στην εξορία. Άλλωστε, κατά κάποιον τρόπο είχαν όλοι τους «πρωταγωνιστήσει» στην ταινία «Οι ζωές των άλλων»!

info: Czeslaw Milosz : «Αιχμάλωτη σκέψη», μετάφραση Ανδρέας Παππάς. – Εκδόσεις Παπαδόπουλος, 2017

[1] Βλ. «Ο δεξιός εξτρεμισμός στην Ευρώπη», συλλογικό. Επιμέλεια: R.Melzer, S.Serafin, μετάφραση: Ε.Παπαδάκη, Πόλις, 2014, σελ. 173

[2] https://www.theguardian.com/world/2017/nov/12/white-europe-60000-nationalists-march-on-polands-independence-day

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ