Albert Camus: από την Πτώση στον Ξένο του Βισκόντι

1
2957

του Λευτέρη Ξανθόπουλου. 

 

 

 

Ο μείζων γερμανόφωνος ποιητής Πάουλ Τσέλαν, σε επιστολή του προς την φίλη του  συγγραφέα Ινγκεμπορντ Μπάχμαν, στις αρχές Ιανουαρίου του 1960 γράφει: «Μπήκε άσχημα ο χρόνος και πρώτη κακή είδηση, είναι ο θάνατος του Καμύ». Την ίδια εποχή, σε άλλη επιστολή προς τη σύζυγό του Ζιζέλ, με την οποία ζούσαν ήδη χωριστά, χαρακτηρίζει τον θάνατο του Καμύ ως «Την πιο οδυνηρή είδηση που συνοδεύει το νέο έτος».

Στα ημερολόγια που κρατούσε ο Τσέλαν, σημείωνε σχολαστικά τα βιβλία που διάβαζε, πολλές φορές για δεύτερη και για τρίτη φορά. Τα βιβλία του Αλμπέρ Καμύ κρατούσαν σταθερά τις πρώτες θέσεις στις προτιμήσεις του.

Ο Καμύ, με κάποια από τα χρήματα του βραβείου Νόμπελ, που του είχε απονεμηθεί το 1957, αγοράζει ένα μικρό σπιτάκι στο χωριό της Νότιας Γαλλίας Λουρμαρέν (Lourmarin), στην Προβάνς (Provence). Τους τελευταίους μήνες του 1959, δουλεύει απομονωμένος το τελευταίο του έργο, που έμελε να μείνει ημιτελές, με τίτλο Ο Πρώτος Άνθρωπος.

Ο Μισέλ Γκαλιμάρ, φίλος του Καμύ από την οικογένεια του εκδότη του, έχει περάσει τις διακοπές των Χριστουγέννων με τους δικούς του στις Κάννες και κατά την επιστροφή του στο Παρίσι, στις 3 Ιανουαρίου 1960, σταματάει στη Λουρμαρέν για να πάρει μαζί του τον Καμύ, μετά από συνεννόηση της τελευταίας στιγμής.

Στις 4 Ιανουαρίου, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Γκαλιμάρ, με τον Καμύ στη θέση του συνοδηγού, και λίγο πριν φτάσει στον τελικό του προορισμό, από αδέξιο ενδεχομένως χειρισμό του οδηγού του, χτυπάει με μεγάλη ταχύτητα σε δέντρο, στη μικρή πόλη Βιλμπλεβίν (Villeblevin) της Βουργουνδίας, εκατό περίπου χιλιόμετρα νότια από το Παρίσι και διαλύεται. Η σωρός του Καμύ επιστρέφει στον Νότο της  Γαλλίας και ενταφιάζεται στο Λουρμαρέν της Βωκλύζ (Vaucluse), όπου και μέχρι σήμερα.

Θα μου επιτρέψετε παρακαλώ, σε αυτό ακριβώς το σημείο, να γίνω πιο προσωπικός. Στα μέσα περίπου του 1990 συνεργαζόμουν με έναν Νεοζηλανδό, πολύ γνωστό σεναριογράφο και δάσκαλο του κινηματογράφου τον Ντικ Ροςς, που ζούσε τότε και δίδασκε στην Ευρώπη. Ο Ροςς είχε ένα μικρό εξοχικό, ένα παλιό υποστατικό πολύ κοντά στο παραδοσιακό γαλλικό χωριό της Προβάνς, τον Άγιο Σατουρνίνο της Απτ (St Saturnin d’ Apt), όπου συναντιόμασταν καθημερινά στον κήπο του και δουλεύαμε.

Η πτήση από Αθήνα με την Air-France με έφερνε στη Μασσαλία. Από το αεροδρόμιο με έπαιρνε ο Ντικ, που οδηγούσε ένα παλιό κόκκινο ντεσεβώ και μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού διασχίζαμε τα ενενήντα περίπου χιλιόμετρα προ το βορά, σε ένα εντελώς μεσογειακό φως και τοπίο από σκληρά βράχια, χωράφια, οπωροφόρα και πλούσια βλάστηση, που μου θύμιζε πολύ έντονα την Ελλάδα. Την πρώτη φορά, και πριν φτάσουμε στον προορισμό μας, ο Ντικ σκύβει, μου δείχνει ένα κοντινό χωριό που μόλις προσπερνούσαμε και μου λέει, «Εδώ είναι θαμμένος ο Καμύ».

Τον παρακάλεσα να παρεκκλίνουμε για λίγο, να περάσουμε μέσα από το χωριό για να επισκεφτώ το μνήμα, όπως και έγινε. Οι ντόπιοι, μας έδειξαν το δρόμο για το κοιμητήριο και μπροστά σε ένα ορθογώνιο κομμάτι πέτρας της περιοχής, που είχε σκαλισμένο επάνω του το όνομα και τις χρονολογίες γέννησης και θανάτου και τίποτε άλλο απόθεσα ένα μικρό ματσάκι από υπέροχα άγρια μυριστικά που μάζεψα στη διαδρομή· θρούμπη, θυμάρι, ρίγανη, λεβάντα, φασκόμηλο, δεντρολίβανο…

 

Γέννηση

Ο Καμύ γεννήθηκε το 1913, στο μικρό χωριό Μοντοβί (Mondovi) της Αλγερίας και μεγάλωσε στο Αλγέρι. Στη Γαλλία εγκαταστάθηκε οριστικά σε ηλικία 27 χρονών, τον Μάρτιο του 1940. Η Μεσόγειος που αφήνει πίσω του, όπως ακριβώς χωρίζει τις δύο ηπείρους, την Ευρώπη από την Αφρική, έτσι κόβει και τον Καμύ στη μέση, τον διχοτομεί. Ο Καμύ της ζωής, των αισθήσεων, του έρωτα και του θανάτου, ο Καμύ της δράσης και του πράττειν παραμένει σταθερά και αμετάθετα προσκολλημένος στον ήλιο και στη θάλασσα της Αλγερίας ενώ ο Καμύ της σκέψης, της διανόησης και της καθημερινής διαλεκτικής, βρίσκεται στο μητροπολιτικό Παρίσι.

Αυτός ο διχασμός, αυτό το δίπολο στην ψυχή τού Καμύ, ανάμεσα στον ήλιο τού νότου και στο σκοτάδι τού βορά, ανάμεσα στο κάτω μέρος του σώματος δηλαδή της ζωής, των αισθήσεων, της ερωτικής πράξης και στο επάνω μέρος, δηλαδή της νόησης και των αποφάσεων, αυτές οι δύο ισχυρές και αντίρροπες δυνάμεις, που λειτουργούν μέσα του σύμφωνα με την κίνηση του εκκρεμούς, θα τον σημαδέψουν και θα καθορίζουν έκτοτε τις πράξεις ή παραλείψεις του, άλλοτε δημιουργικά και άλλοτε αυτοκαταστροφικά, για ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή του. Στον Μύθο του Σίσυφου θα ομολογήσει: «Έρχεται πάντα η στιγμή που πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα στη σκέψη και τη δράση».

Τι παίρνει μαζί του από τον τόπο που γεννήθηκε, από την αποικία της Βόρειας Αφρικής, αυτός ο εξαιρετικά ευαίσθητος, ανήσυχος, μελαγχολικός και επιβαρυμένος με σοβαρά προβλήματα υγείας από καλπάζουσα φυματίωση, εσωτερικός μετανάστης (ας του δώσουμε αυτή την ιδιότητα, έτσι συμβατικά), για να το μεταφέρει στην αυτοεξορία του στο Παρίσι;

Το Αλγέρι, η πόλη που μεγάλωσε, έχει δύο ξεχωριστές μεταξύ τους όψεις, δύο πρόσωπα, σαν τον θεό Ιανό των Ετρούσκων και των Ρωμαίων, τη φωτεινή και τη σκοτεινή. Από τη μία είναι το Αλγέρι των αισθήσεων, της ηδονής, του πάθους, του ήλιου που κατακαίει ανθρώπους και πέτρες και από την άλλη είναι η Κάσμπα, η μεγάλη βρόμικη συνοικία, των παράνομων και των κατατρεγμένων, που εκτείνεται από το κέντρο της πόλης και καταλήγει στο λιμάνι, ο χώρος τού πληρωμένου έρωτα και των πορνείων, η ίδια ακριβώς Κάσμπα που επισκεπτόταν και ο δικός μας, ο «αμαρτωλός της σάρκας» μείζων ποιητής Νίκος Καββαδίας, που μάλιστα την έκανε και ποίημα, όταν το πλοίο του έπιανε Αλγέρι.

 

Ο Ξένος

Ο Ξένος, η εμβληματική νουβέλα του Καμύ, που η συγγραφή της ολοκληρώθηκε το 1940, κατά την διάρκεια των βομβαρδισμών του Παρισιού από τους Γερμανούς και η δράση της τοποθετείται χρονικά στο πριν από τον Β’ πόλεμο Αλγέρι, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1967 από τον σκηνοθέτη Λουκίνο Βισκόντι, σε συμπαραγωγή Ιταλίας, Γαλλίας και Αλγερίας. Πρωταγωνιστούν οι Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Μπερνάρ Μπλιέ, Ζωρζ Ουϊλσόν και η Σουηδή Άννα Καρίνα, πολιτογραφημένη Γαλλίδα, σύζυγος του Ζαν-Λυκ Γκοντάρ αργότερα και μούσα της νουβέλ βάγκ στη δεκαετία του εξήντα.

Ο Βισκόντι σεβάστηκε απολύτως το έργο. Οι σεναριακές επεμβάσεις του είναι ελάχιστες και απολύτως αναγκαίες για την μεταγραφή τού γραπτού λόγου στο κινηματογραφικό ιδιόλεκτο. Στο απόσπασμα που ακολουθεί, ο ήρωας του Ξένου Μερσώ, που έχει θάψει την προηγούμενη ημέρα την μητέρα του, κατακαλόκαιρο, αποφασίζει να πάει στη θάλασσα για μπάνιο. Εκεί, στη φωτεινή, στη ζωική πλευρά του Αλγερίου, ανάμεσα στους απλούς, καθημερινούς  ανθρώπους, θα συναντήσει την Μαρία…

«Σηκώθηκα με δυσκολία γιατί ήμουν κουρασμένος από τη χτεσινή μέρα. Πήρα το τραμ για την πλαζ, στο λιμάνι. Εκεί βούτηξα στ’ ανοιχτά. Υπήρχαν πολλοί νέοι. Συνάντησα και την Μαρία Καρντονά, μια πρώην δακτυλογράφο του γραφείου μου που παλιά μου άρεσε. Την βοήθησα ν’ ανέβει σε μια σημαδούρα και μ’ αυτή την κίνηση άγγιξα το στήθος της. Ήμουν ακόμα στο νερό όταν εκείνη ήταν ήδη μπρούμυτα. Γύρισε ανάσκελα προς το μέρος μου. Τα μαλλιά πέφτανε στα μάτια της και γελούσε. Ανέβηκα στη σημαδούρα δίπλα της. Ήταν όμορφα και παίζοντας, έβαλα το κεφάλι μου πάνω στην κοιλιά της. Δεν είπε τίποτα κι έμεινα έτσι. Κάτω από το σβέρκο μου ένοιωθα την κοιλιά της Μαρίας να χτυπά απαλά. Μείναμε έτσι πολλή ώρα πάνω στη σημαδούρα, μισοκοιμισμένοι. Όταν ο ήλιος άρχισε να καίει, βούτηξε και την ακολούθησα. Την πρόλαβα, την αγκάλιασα από τη μέση και κολυμπήσαμε μαζί. Γελούσε συνέχεια. Τη ρώτησα αν ήθελε να πάμε σινεμά το βράδυ. Γέλασε πάλι και μου απάντησε ότι ήθελε να δει μια ταινία με τον Φερναντέλ. Όταν ντυθήκαμε, παραξενεύτηκε για τη μαύρη μου γραβάτα και με ρώτησε αν είχα πένθος. Της είπα πως πέθανε η μαμά. Καθώς ήθελε να μάθει πότε, αποκρίθηκα: «Χθες». Ταράχτηκε κάπως αλλά δεν το σχολίασε. Μου ήρθε να της πω ότι δεν έφταιγα εγώ, σταμάτησα όμως γιατί σκέφτηκα πως το είχα ήδη πει στο αφεντικό μου. Αυτό δεν σήμαινε τίποτα. Άλλωστε πάντα φταίμε λιγάκι κι εμείς για το κάθε τι.» 

 

Η Πτώση

Η μυθιστορηματική πλοκή στην Πτώση τού 1956, της ώριμης περιόδου τού Καμύ, διαρκεί πέντε ημέρες και ο τόπος που εξελίσσεται η υποτυπώδης δράση (ο εσωτερικός μονόλογος θα έλεγα καλύτερα, με τις ερωταποκρίσεις) είναι η πόλη τού Άμστερνταμ, στην Ολλανδία.

Όμως τι ακριβώς είναι η Πτώση και ποιό είναι αυτό το Άμστερνταμ, δηλαδή πόσο κατασκευασμένο και πόσο ρεαλιστικό είναι το λογοτεχνικό αυτό εύρημα; Πώς μπορεί να προσδιορίσει κανείς το έργο; Γιατί αυτή η θεατρινίστικη πόζα και η αυταρέσκεια του αφηγητή; Είναι ο Ζαν Μπατίστ Κλαμάνς ετερώνυμο του Καμύ; Μήπως ετερώνυμο είναι και ο Μαρσώ του Ξένου; Πόσες όψεις μπορεί να έχει εν τέλει ο Καμύ; Που τελειώνει ο συγγραφέας, φιλόσοφος και μείζων διανοητής και που αρχίζουν τα ετερώνυμά του;

Σε κάποιο σημείο, διαβάζουμε: «Η αλήθεια όπως και το φως τυφλώνει» και κάπου αλλού: «Η αλήθεια είναι φοβερά βαρετή». Εδώ, ο απόλυτα ηθικός και συνάμα απόλυτα ανηθικολόγος, ο διχασμένος Καμύ, τόσο στην δημόσια όσο και στην ιδιωτική του ζωή, αναπτύσσει έναν εντελώς προσωπικό και ιδιαίτερο κώδικα άναρχης αντίληψης και συμπεριφοράς, ενώ συγχρόνως υιοθετεί το εργαλείο της κυνικής αντιμετώπισης της ζωής και το προβάλει σαν ένα ακόμη κλειδί για την έρευνα και ερμηνεία του κόσμου. Η υπερβολή, στην περιγραφή του «υψηλού», αγγίζει τα όρια της φάρσας.

Στην αγγλική έκδοση της Πτώσης, (δεν το βρήκα ούτε στην γαλλική αλλά ούτε και στην ελληνική) προτάσσεται ως μότο το παρακάτω απόσπασμα από τον Ρώσο συγγραφέα Μιχαήλ Λέρμοντωφ (1814-1841), ιδιαίτερα ταιριαστό για την περίπτωσή μας. Λέει λοιπόν στον πρόλογο του βιβλίου του ο Λέρμοντωφ: «Κάποιοι παρατήρησαν, με αρκετή λεπτότητα και οξυδέρκεια, ότι ο συγγραφέας σκιαγράφησε το πορτρέτο του εαυτού του και των γνωστών του. Το έργο μου Ένας ήρωας του καιρού μας, αξιότιμοι κύριοι, είναι πράγματι ένα πορτρέτο αλλά όχι το πορτρέτο ενός ατόμου. Είναι το σύνολο των ελαττωμάτων ολόκληρης της γενιάς μας, στην πληρέστερη  έκφρασή τους».

Το Άμστερνταμ της Πτώσης είναι το εντελώς αντίθετο από το Αλγέρι τού Καμύ. Εδώ, «η θάλασσα είναι μαύρη, η πόλη είναι σκοτεινή, τα βρόμικα ομόκεντρα κανάλια μοιάζουν με τους κύκλους της κόλασης, της αστικής κόλασης φυσικά, που την κατοικούν τα κακά όνειρα. Το Άμστερνταμ του Καμύ είναι ο διαρκής τόπος τού ξένου, η εσωτερική εξορία, η κόλαση του ξένου, αυτού που εκδιώχθηκε διά παντός από τον ιδανικό και απόλυτο τόπο, από τον πραγματικό Παράδεισο, δηλαδή από την άμεση επαφή με τη ζωή.

Είναι η Πτώση εκείνο το βιβλίο τού Καμύ που θέτει ερωτήματα αποκλειστικά θεολογικής φύσεως; Μήπως ο συγγραφέας δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να περιγράφει εξαντλητικά το άλυτο μυστήριο της υπαρξιακής ενοχής καθώς και το μυστήριο της καθημερινής εξομολόγησης, προκειμένου να υπαινιχθεί ένα νέο δόγμα, έναν καινοφανή θρησκευτικό κανόνα ή να προτείνει, πολύ απλά, κάποιες συμβουλές και οδηγίες υγιεινής διαβίωσης;

Και εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι η ιδέα της συγκεκριμένης εξομολόγησης υποκρύπτει εντέχνως τον ίδιο τον δημιουργό καθώς και το μυστήριο της γραφής στο οποίο υπόκειται, τόσο ως πράξη που περιέχει τον δημόσιο λόγο σαν αποκάλυψη όσο και το ακριβώς αντίθετό του, τη μυστική λειτουργία της συγκάλυψης και απόκρυψης.

Μήπως βρίσκεται ο Καμύ στην ουτοπική περιοχή τής αναζήτησης του υπεράνθρωπου; Ή μήπως πρόκειται για μια συναγωγή συμπτωμάτων και συμπεριφορών, ένας κατάλογος τής αστικής υποκρισίας και ηθικής; Μήπως εν τέλει η Πτώση δεν είναι τίποτε άλλο παρά το εγκόλπιο του Ξένου και η επιτομή τής μοναξιάς τού δυτικού ανθρώπου ή ακόμα και ο βασικός οδηγός για πράξεις, συμπεριφορές και παραλείψεις τού ανθρώπινου πρωτεύοντος;

Πολλά και καταιγιστικά τα ερωτήματα που θέτει το βιβλίο, όμως ας αφήσουμε τον ίδιο τον δημιουργό να μιλήσει. Στον Μύθο του Σίσυφου μας λέει ο Καμύ: «Οπωσδήποτε έχω κάτι να πω για τον άνθρωπο. Οφείλω να μιλήσω με σκληρότητα γι’ αυτόν και, αν χρειαστεί, με την περιφρόνηση που του πρέπει. […] Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτε και μπορεί να κάνει τα πάντα. Καταλαβαίνετε τώρα γιατί τον εξυμνώ και γιατί τον συντρίβω συγχρόνως. Ο κόσμος τον αφανίζει κι εγώ τον ελευθερώνω. Του δίνω όλα του τα δικαιώματα.»

 

Ο Τσέλαν και η γέφυρα του Σηκουάνα

Δέκα χρόνια μετά τον απροσδόκητο και παράλογο θάνατο του Αλμπέρ Καμύ, ο γερμανόφωνος Εβραίος ποιητής Πάουλ Τσέλαν, μεταξύ της 19ης και 20ής Απριλίου 1970, αυτοκτονεί πέφτοντας στα νερά του Σηκουάνα, πιθανόν από την γέφυρα Mirabeau ή την Γέφυρα των Τεχνών. Την Πρωτομαγιά ανακαλύπτεται τυχαία το πτώμα του στην όχθη του ποταμού. Ενταφιάζεται χωρίς θρησκευτική τελετή.

Σε πολύ γνωστό ποίημα του Τσέλαν για τον Ρώσο ποιητή Όσιπ Μάντελσταμ, θύμα των σταλινικών διώξεων, υπάρχει ο στίχος: «Αυτό το δέντρο στέκεται ενάντια στη ναζιστική πανούκλα», στίχος που αποτελεί, σύμφωνα με τους μελετητές τού Τσέλαν, σαφή αναφορά στο συγκεκριμένο έργο του Καμύ, το οποίο, να σημειώσουμε εδώ, δίδασκε ο Τσέλαν στο Εκόλ Νορμάλ Σουπεριέρ.

Ο δικαστής – μετανοητής Κλαμάνς ομολογεί στην Πτώση: «Όταν βρέθηκα στη Γέφυρα των Τεχνών, προσπέρασα μια σιλουέτα σκυμμένη στο παραπέτο που φαινόταν να κοιτάζει το ποτάμι. Πλησιάζοντας, ξεχώρισα μια λεπτή νεαρή γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα. Κοντοστάθηκα λίγο, μετά όμως συνέχισα το δρόμο μου. Όταν έφτασα στην άκρη της γέφυρας, ακολούθησα τις προκυμαίες με κατεύθυνση το Σεν-Μισέλ. Είχα κάνει κιόλας καμιά πενηνταριά μέτρα, όταν άκουσα το θόρυβο που, παρ’ όλη την απόσταση, μου φάνηκε τρομαχτικός μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, τον παφλασμό από ένα σώμα που πέφτει στο νερό. Σταμάτησα απότομα, μα δεν γύρισα να κοιτάξω. Σχεδόν αμέσως, άκουσα μια κραυγή που επαναλήφθηκε πολλές φορές, καθώς κυλούσε κι αυτή με τα νερά τού ποταμού, κι έπειτα έσβησε μεμιάς. Η σιωπή που ακολούθησε μέσα στη νύχτα, μού φάνηκε ατέλειωτη. Θέλησα να τρέξω και δεν σάλεψα. Έλεγα μέσα μου ότι έπρεπε να βιαστώ κι ένιωθα μια ακατανίκητη αδυναμία να πλημμυρίζει το κορμί μου. Ύστερα απομακρύνθηκα με μικρά βήματα μέσα στη βροχή. Δεν ειδοποίησα κανέναν.»   

Τι ακριβώς συμβαίνει με τον αυτοεξόριστο Κλαμάνς; Γιατί δεν επενέβη να σώσει από πνιγμό την άγνωστη αυτόχειρα στον Σηκουάνα; Όπως λέει αλλού: «Δεν περνώ ποτέ γέφυρα τη νύχτα. Έχω κάνει τάμα. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος πέφτει στο νερό. Δυο πράγματα μπορείτε να κάνετε, ή βουτάτε  κι εσείς για να τον ανασύρετε, και με τέτοιο κρύο κινδυνεύετε να την πάθετε άσχημα ή τον εγκαταλείπετε στην τύχη του και τότε η βουτιά που δεν κάνατε σας προκαλεί πότε – πότε ανεξήγητους πόνους.»

             Το θέμα της ατομικής ευθύνης, που αναδύεται διαρκώς και επανέρχεται σαν ατέρμων κοχλίας στο σύνολο του έργου του Καμύ ή σαν ελικοειδής σπείρα, καθώς και το ζήτημα της αυτοχειρίας όπως και της βίαιης αφαίρεσης της ζωής του άλλου, που έχει διεξέλθει εξαντλητικά ο δημιουργός από την αρχή της συγγραφικής του διαδρομής, μια έμμονη θεματική την οποία επαναφέρει σταθερά και ανακυκλώνει, έχουν στοιχειώσει κυριολεκτικά τόσο την μεταπολεμική κεντροευρωπαϊκή σκέψη όσο και την λογοτεχνία.

Ποιός λοιπόν κυνηγάει διαρκώς τον πρωταγωνιστή – αφηγητή Κλαμάνς από εκείνο το περιστατικό και από ποιόν τρέχει να ξεφύγει; Μήπως από τον ίδιο του τον εαυτό; Οι ενοχές που τον βασανίζουν και τον παγιδεύουν μεταμορφώνονται τώρα σε εκδικητικές Ερινύες και τον καταδιώκουν;

Ο Αλμπέρ Καμύ δεν γνώρισε πατέρα. Όταν αυτό, το πρώιμης ευφυΐας παιδί ήταν ενός έτους, ο πατέρας του Λυσιέν Ωγκύστ Καμύ τραυματίζεται θανάσιμα και πεθαίνει στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, στη μάχη του Μάρνη το 1914, υπηρετώντας την μητροπολιτική αποικιοκρατική Πατρίδα! Το παιδί αυτό αργότερα, μεγαλώνοντας και ψάχνοντας εναγωνίως τόσο για τον πατέρα όσο και για την ιδέα του πατέρα, δεν θα μπορέσει ποτέ να αποδεχτεί, να δει και να κατανοήσει την τυφλή βία, απ’ όπου κι αν προέρχεται, καθώς και τον παράλογο θάνατο.

 

Επίμετρο

Στον Ξένο, το βιβλίο των ενοχών, ο άθεος Καμύ συνομιλεί πρωτίστως με τον Κάφκα. Αναρωτιέται αν στη θέση του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού, με την αστική υποκρισία και χριστιανική ηθική, που έχουν διαποτίσει και διαστρέψει το άτομο, μπορεί να τοποθετήσει το γυμνό σώμα απέναντι σε ένα παραδεισένιο φως. Γνωρίζει ότι δεν περιμένει απάντηση, ούτε από τον εαυτό του, ούτε από κάπου αλλού· μπροστά του απλώνεται το ανελέητο κενό.

Με την Πτώση, ή πρόσληψη του ανθρώπου και του σύμπαντος κόσμου, μαζί με την μοναξιά και την κόλαση του Ξένου, έχει φτάσει στα όριά της. Ο Καμύ δεν έχει άλλη διαδρομή να διασχίσει. Μπροστά του βρίσκεται η απελπισία και η απόγνωση, βρίσκεται το χάος. Η Πτώση είναι η ελεγεία του τέλους.

Απόλυτα μόνος και πολιορκημένος από όλες τις μεριές, σαν θηρίο σε κλουβί, ο Αλμπέρ χαράσσει πολύ προσεχτικά την αυτοσυντριβή και την ταπείνωσή του και ζητάει τη συγγνώμη μας, όχι τόσο για τον εαυτό του, όσο για να σταθούμε εμείς με την πράξη τής συγχώρεσης πιο ψηλά από εκείνον· μετά πανηγυρίζει θριαμβικά, καθώς στροβιλίζεται στην απύθμενη και σκοτεινή δίνη, που οδηγεί κατευθείαν στην άλλη μεριά. Για τον Καμύ, για τον οποίο έχουν ειπωθεί τα πάντα και δεν έχει ειπωθεί τίποτα, η Πτώση είναι ο τελικός προορισμός, η αυστηρά ιδιωτική του έξοδος.-

 

Λευτέρης Ξανθόπουλος , Αθήνα, 12.12.2013

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here