Χούλιο Ραμόν Ριμπέυρο: Απάτριδες πρόζες (Prosas apátridas)

0
333

 

Της Δήμητρας Παπαβασιλείου (Μετάφραση για τον «Α»).

Πόσα βιβλία, Θεέ μου, και πόσο λίγος χρόνος –και, συχνά, πόσο λίγη διάθεση– για να τα διαβάσει κανείς! Η ίδια μου η βιβλιοθήκη, στην οποία άλλοτε ενσωματώνονταν μόνο έργα που είχαν προηγουμένως διαβαστεί και χωνευτεί, γεμίζει ολοένα με παρασιτικά βιβλία, τα οποία φτάνουν ως εκεί ένας Θεός ξέρει πώς και, μέσω ενός φαινομένου έλξης και σύμφυρσης, συμβάλλουν στο να μεγαλώνει επ’ άπειρον η σωρεία των γραπτών των μη προορισμένων να διαβαστούν· κάπου χαμένα μέσα σ’ αυτό το συνονθύλευμα βρίσκονται και τα δικά μου πονήματα… Ας μην πούμε σ’ εκατό χρόνια, μα σε δέκα, ή σε είκοσι, τι θα έχει μείνει απ’ όλα αυτά; Ενδεχομένως μόνο οι συγγραφείς που έρχονται από πολύ παλιά, η ντουζίνα των κλασικών που διασχίζουν τους αιώνες, συχνά δίχως να πολυδιαβάζονται, αλλά πάντα αγέρωχοι και ρωμαλέοι, μέσω ενός είδους φυσικής ώθησης ή κεκτημένου δικαιώματος. Τα βιβλία του Καμύ ή του Ζιντ, που μόλις πριν από δύο δεκαετίες διαβάζονταν μετά πάθους, πόσο ενδιαφέρον παρουσιάζουν σήμερα, έστω κι αν γράφτηκαν με μεράκι και μ’ αίμα; Γιατί σ’ εκατό χρόνια ο κόσμος θα συνεχίζει να διαβάζει Κεβέδο και όχι Ζαν-Πωλ Σαρτρ; Γιατί θα διαβάζεται ακόμη ο Φρανσουά Βιγιόν και όχι ο Κάρλος Φουέντες; Ποιο «συστατικό» πρέπει να βάλει κανείς σ’ ένα έργο για να το κάνει να διαρκέσει; Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε πως η λογοτεχνική δόξα είναι μια λοταρία και η διάρκεια ενός έργου τέχνης ένα αίνιγμα. Και, παρ’ όλα αυτά, ο κόσμος συνεχίζει να γράφει, να εκδίδει, να διαβάζει, να σχολιάζει τα γραφόμενα. Η είσοδος σ’ ένα βιβλιοπωλείο είναι πράξη που φοβίζει σε σημείο παράλυσης κάθε συγγραφέα, αφού πρόκειται για τον προθάλαμο της λήθης: στις ξύλινες κόγχες του, τα βιβλία ετοιμάζονται κιόλας να κοιμηθούν τον αιώνιο ύπνο τους, πολλές φορές χωρίς καν να έχουν ζήσει. Ποιος Κινέζος αυτοκράτορας ήταν εκείνος που αφάνισε το αλφάβητο και κάθε ίχνος γραφής; Και ποιος Ηρόστρατος έκαψε τη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας; Ίσως αυτό που θα μπορούσε να μας χαρίσει εκ νέου την απόλαυση της ανάγνωσης να είναι η καταστροφή όλων όσα έχουν γραφτεί και το γεμάτο αθωότητα κι ευφροσύνη ξεκίνημα από το μηδέν.

***

Η ύπαρξη ενός μεγάλου συγγραφέα συνιστά ένα θαύμα, προϊόν καθώς είναι της τυχαίας σύγκλισης τόσων παραγόντων όσοι κι εκείνοι που συμβάλλουν στην εμφάνιση κάποιας καλλονής παγκόσμιου βεληνεκούς, από κείνες που στοιχειώνουν τα όνειρα μιας ολόκληρης γενιάς. Για κάθε μεγάλο συγγραφέα, πόσες ανεπαρκείς εκδοχές χρειάζεται να δοκιμάσει η φύση! Πόσοι ατελείς Τζόυς, Κάφκα και Σελίν, άλλοτε κρυμμένοι και άλλοτε υπερβολικά προβεβλημένοι, έχουν υπάρξει! Κάποιοι πέθαναν νέοι, κάποιοι άλλαξαν επάγγελμα, άλλοι το έριξαν στο ποτό, άλλοι πάλι τρελάθηκαν, ενώ μερικοί απλώς στερούνταν ενός ή δύο από τα γνωρίσματα εκείνα που διαφοροποιούν τους μεγάλους λογοτέχνες από τους μέτριους ή και τους «παραλογοτέχνες». Ανεπαρκής μόρφωση, ασθένειες, έλλειψη υπομονής, οκνηρία, απουσία ερεθισμάτων, οικονομικές δυσχέρειες, έλλειψη φιλοδοξίας ή αποφασιστικότητας ή απλώς τύχης: όλοι ετούτοι οι παράγοντες μοιάζουν με το τελευταίο ψηφίο του τυχερού λαχνού, κρίσιμο για κάποιον που του λείπει μονάχα το καταληκτικό νούμερο για να κερδίσει το λαχείο. Ορισμένοι πιθανότατα συγκέντρωναν όλες τις αναγκαίες ιδιότητες, τους έλλειπε όμως η τυχαία –και φαινομενικά ασήμαντη– εκείνη συγκυρία (η ανάγνωση ενός βιβλίου, η συναναστροφή με τον τάδε φίλο) που θα λειτουργούσε ως αντιδραστήριο στην τέλεια κατά τα άλλα χημική ένωση και που θα της προσέδιδε το αληθινό της χρώμα. Κατά ανάλογο τρόπο, βλέπω μερικές φορές στο μετρό μια γυναίκα και σκέφτομαι: «Θα μπορούσε να είναι η Μπριζίτ Μπαρντό, κρίμα που της λείπουν είκοσι πόντοι ύψος»· ή «Ετούτη η ξανθιά μοιάζει στη Μαίριλυν Μονρόε, τα πόδια της όμως είναι σαν στέκες». Οι γυναίκες αυτές αποτελούν, με τη σειρά τους, τις ατελείς εκδοχές του πρωτότυπου μοντέλου, το ελαττωματικό εμπόρευμα που πωλείται σωρηδόν.

***

Ένας Γάλλος εκδότης, διαπιστώνοντας πως οι πωλήσεις των κλασικών έχουν πέσει, αποφασίζει να βγάλει μια νέα σειρά, στην οποία όμως οι πρόλογοι δεν θα ανατεθούν σε λογίους άγνωστους στο ευρύ κοινό, αλλά σε αστέρια της εποχής. Έτσι, η Μπριζίτ Μπαρντό θα γράψει τα προλεγόμενα στον Μπωντλαίρ, ο ποδηλάτης Ραϋμόν Πουλιντόρ εκείνα του Προυστ και ο ηθοποιός Ζαν-Πωλ Μπελμοντό, ο οποίος στο παρελθόν ήταν μποξέρ, εκείνα του Ρεμπώ. Ο Μπελμοντό ξεκινά τον πρόλογό του μ’ αυτά τα λόγια: «Κάθε φορά που διαβάζω ένα ποίημα του Ρεμπώ νιώθω σαν να δέχομαι γροθιά στο σαγόνι». Εγγυημένες πωλήσεις.

***

Λογοτεχνία σημαίνει εκζήτηση. Όποιος επιλέγει, προκειμένου να εκφραστεί, ένα τεχνητό μέσο, όπως είναι η γραφή, και όχι κάποιο φυσικό, όπως ο προφορικός λόγος, οφείλει να υπακούει στους κανόνες του παιχνιδιού. Γι’ αυτό και κάθε προσπάθεια να δώσει κανείς την εντύπωση ότι δεν είναι εξεζητημένος –εσωτερικός μονόλογος, αυτόματη γραφή, καθημερινή γλώσσα– αποτελεί, με τη σειρά της, μια εκζήτηση εις το τετράγωνο. Όσο εξεζητημένος είναι ένας Προυστ άλλο τόσο είναι, στην ουσία, κι ένας Σελίν, ή όσο είναι ένας Μπόρχες άλλο τόσο μπορεί να θεωρηθεί κι ένας Ρούλφο. Αυτό που θα πρέπει να αποφεύγεται δεν είναι η σύμφυτη με τη γραφή εκζήτηση, αλλά ρητορική που συχνά προστίθεται σ’ αυτήν.

***

Η τέχνη του διηγήματος συνοψίζεται στην ευαισθησία που μας επιτρέπει να αντιληφθούμε την αληθινή διάσταση των πραγμάτων. Αν εγώ πω: «Ο άντρας στο μπαρ ήταν ένας φαλακρός τύπος», κάνω, φαινομενικά, μια απλοϊκή παρατήρηση. Θα μπορούσα επίσης να πω: «Όλες οι φαλάκρες είναι άχαρες, αλλά υπάρχουν φαλάκρες που εμπνέουν μια βαθιά λύπηση. Είναι οι άδοξες εκείνες φαλάκρες, που αποτελούν καρπό της ρουτίνας και όχι της ευχαρίστησης, όπως αυτή του άντρα που έπινε χθες μπίρα στο Τσιγγάνικο Βιολί. Αντικρίζοντάς τον, συλλογίστηκα: “Σε ποια δημόσια υπηρεσία να έχασε άραγε αυτός ο χριστιανός τα μαλλιά του!”. Ωστόσο, η τέχνη της αφήγησης βρίσκεται, ενδεχομένως, στην πρώτη διατύπωση.

***

Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως η δική μου, η δημιουργική πράξη εδράζεται στην αυτοκαταστροφή. Όλες οι υπόλοιπες αξίες –υγεία, οικογένεια, μέλλον, κ.ο.κ.– υποτάσσονται στην πράξη της δημιουργίας και χάνουν την ισχύ τους. Το πρωταρχικό, αυτό που βρίσκεται πάνω απ’ όλα, είναι η αράδα, η φράση, η παράγραφος που συγγράφει κανείς, και που μετατρέπεται σε παρακαταθήκη της ίδιας της ύπαρξής μας, στο βαθμό που προϋποθέτει τη θυσία της ύπαρξής μας. Για το λόγο αυτό θαυμάζω τους καλλιτέχνες που δημιουργούν σε αρμονία με τη ζωή τους και όχι ενάντια στη ζωή τους, τους μακρόβιους, μακάριους όσο και γνήσιους εκείνους καλλιτέχνες που τρέφονται από την ίδια τους τη δημιουργία αντί να τη μετατρέπουν, όπως εγώ, στο απομεινάρι μιας ζωής λειψής.

***

Η προσωπική βιβλιοθήκη είναι ένας αναχρονισμός. Καταλαμβάνει υπερβολικό χώρο σε σπίτια ολοένα και πιο μικρά, η συγκρότησή της είναι μια επίμοχθη διαδικασία, ενώ ποτέ δεν την αξιοποιεί κανείς πραγματικά κατ’ αναλογίαν προς το κόστος ή τον όγκο της. Άλλωστε, ένα διαβασμένο βιβλίο δεν έχει βρει ήδη τη θέση του στο πνεύμα μας, δίχως να καταλαμβάνει χώρο; Για ποιο λόγο να το διατηρούμε, λοιπόν; Στην εποχή μας δεν είναι εξάλλου αρκετές οι δημόσιες βιβλιοθήκες, στις οποίες μπορούμε να βρούμε όχι μόνο αυτά που θέλουμε, αλλά κι εκείνα που ούτε καν είχαμε φανταστεί; Η προσωπική βιβλιοθήκη ανταποκρίνεται σε συνθήκες περασμένων καιρών: όταν κατοικούσε κανείς στον πύργο ή στο προγονικό σπίτι, κι όντας απομονωμένος από τον κόσμο ήταν απαραίτητο να έχει τον κόσμο στα χέρια του, τυπωμένο· όταν τα βιβλία ήταν σπάνια και, συχνά, μοναδικά, κι ένιωθε κανείς την ακατανίκητη ανάγκη να κατέχει το ζηλευτό αρχέτυπο· όταν οι επιστήμες και οι τέχνες εξελίσσονταν με λιγότερη ταχύτητα και το περιεχόμενο των βιβλίων συχνά παρέμενε σε ισχύ για πολλές γενιές· όταν η οικογένεια ήταν πιο σταθερή και με εδραία εστία, και κατά συνέπεια μια βιβλιοθήκη μπορούσε ν’ αλλάζει χέρια παραμένοντας στο ίδιο οίκημα και στο ίδιο δωμάτιο και στα ίδια ράφια, χωρίς τον κίνδυνο του διασκορπισμού των βιβλίων της. Οι πιο πάνω συνθήκες δεν ισχύουν πλέον. Κι όμως, υπάρχουν τρελοί που θα ήθελαν να έχουν στην κατοχή τους όλα τα βιβλία του κόσμου. Γιατί είναι υπερβολικά οκνηροί για να πάνε στις δημόσιες βιβλιοθήκες· γιατί υπάρχει η πεποίθηση ότι το να κοιτάξει κανείς τη ράχη ενός τόμου ισοδυναμεί με την ανάγνωσή του· γιατί έχει κανείς ιδιοσυγκρασία νεκροθάφτη και του αρέσει να περιστοιχίζεται από νεκρούς· γιατί μας έλκει το αντικείμενο αυτό καθαυτό –ανεξάρτητα από το περιεχόμενό του–, μας ευχαριστεί να το μυρίζουμε, να το ψαύουμε. Γιατί πιστεύει κανείς, ενάντια σε όλες τις ενδείξεις, ότι το βιβλίο είναι μια εγγύηση αθανασίας και ότι η συγκρότηση μιας βιβλιοθήκης ομοιάζει στην οικοδόμηση ενός πανθέου, όπου θα του άρεσε να έχει εξασφαλισμένη τη δική του θέση.

***

Κατηγορούν τους συγγραφείς για την τάση τους να καταπιάνονται με θέματα ζοφερά, θλιβερά, δραματικά, συχνά απωθητικά, και ποτέ –ή σχεδόν ποτέ– με ευχάριστα θέματα. Πιστεύω ότι το πιο πάνω γεγονός δεν αντικατοπτρίζει την προτίμησή τους, αλλά μάλλον την ανικανότητά τους να αποφύγουν το σκόπελο. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι δεν μπορείς να μιλήσεις με πολλά λόγια για την ευτυχία, δεν γίνεται να την περιγράψεις. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο τα λαϊκά παραμύθια και οι ιστορίες για παιδιά –καθώς και οι βορειοαμερικάνικες ταινίες με happy end– τελειώνουν πάντα κάπως έτσι: «Παντρεύτηκαν κι έζησαν στο εξής πολύ ευτυχισμένοι». Στο σημείο αυτό ο αφηγητής σταματά, γιατί δεν έχει πλέον τίποτα να πει. Εκεί όπου ξεκινά η ευτυχία, ξεκινά και η σιωπή.

***

Δεν πιστεύω ότι για να γράψει κανείς είναι αναγκαίο να αναζητά περιπέτειες. Η ζωή μας είναι η μοναδική, η μεγαλύτερη περιπέτεια. Η ταπετσαρία κάποιου τοίχου που είδαμε όταν ήμασταν παιδιά, ένα δέντρο το σούρουπο, το πέταγμα ενός πουλιού, εκείνο το πρόσωπο που μας έκανε εντύπωση στο τραμ, μπορεί να είναι σημαντικότερα για μας από τα μεγάλα γεγονότα της οικουμένης. Ίσως όταν θα έχουμε λησμονήσει κάποια επανάσταση, κάποια επιδημία ή ακόμη και τα χειρότερα σκαμπανεβάσματα του δικού μας βίου, θα μείνει μονάχα η ανάμνηση του τοίχου, του δέντρου, του πουλιού, του προσώπου εκείνου. Και αν μείνουν αυτά, είναι γιατί κάτι τα έκανε αξιομνημόνευτα, γιατί είχαν μιαν άφθαρτη ποιότητα, και η τέχνη τρέφεται αποκλειστικά από κείνα τα πράγματα που συνεχίζουν να πάλλονται στη μνήμη μας.

 

Μικρό βιογραφικό

Ο Julio Ramón Ribeyro (1929-1994) συγκαταλέγεται στις κορυφαίες μορφές των γραμμάτων του Περού, θεωρείται δε ένας από τους σημαντικότερους διηγηματογράφους της ισπανόφωνης Αμερικής. Πρόκειται για τον μεγάλο άγνωστο του λεγόμενου «Μπουμ», της εκρηκτικής άνθησης του λατινοαμερικάνικου αφηγήματος κατά τη δεκαετία του 1960. Γεννημένος στη Λίμα, πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στην Ευρώπη, και προπάντων στο Παρίσι, όπου έκανε διάφορες δουλειές προτού διοριστεί πολιτιστικός ακόλουθος και πρεσβευτής του Περού στην Unesco. Το 1994, λίγο πριν το θάνατό του, του απονεμήθηκε το Βραβείο Χουάν Ρούλφο. Εκτός από τα (αστικά στην πλειονότητά τους) διηγήματά του, έγραψε επίσης μυθιστορήματα, θεατρικά έργα, δοκίμια και αφορισμούς.

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ