Πολιτική αφύπνιση, απειλή και απουσία (της Ειρήνης Σταματοπούλου)

0
198

              

της Ειρήνης Σταματοπούλου.

Στο τελευταίο της βιβλίο, το μυθιστόρημα με τον τίτλο «Χρονικό ενός τελευταίου καλοκαιριού», η αιγύπτια συγγραφέας, δημοσιογράφος και μεταφράστρια Yasmine El Rashidi αποτυπώνει την ταραχώδη ιστορία της πατρίδας της κατά τις τελευταίες δεκαετίες, όπως τη ζει η κεντρική της ηρωίδα, ως κορίτσι αρχικά, ως έφηβη και ως γυναίκα, ισορροπώντας μεταξύ του φόβου, της άγνοιας, της συνενοχής και της αγανάκτησης, καταθέτοντας έτσι, μέσα από ένα υποκειμενικό πρίσμα, την πορεία μιας ολόκληρης γενιάς που μεγάλωσε μέσα στη σιωπή και στην αβεβαιότητα.

Η αφήγηση ξεκινάει από το καλοκαίρι του 1984, όπου το κορίτσι, μέσα από τα παράθυρα της οικογενειακής έπαυλης και υπό το αυστηρό αλλά και αποστασιοποιημένο βλέμμα της μητέρας, κοιτάζει τα ήρεμα νερά του Νείλου και γράφει γράμματα «σε ανθρώπους που δεν υπάρχουν, σε άλλους που έζησαν κάποτε, ή υπάρχουν μόνο ως θεοί ή ως αγάλματα».

Yasmine El Rashidi

«Κάθε φορά που βλέπω έναν αστυνομικό στο κτίριο σκέφτομαι πως κάποιον μπορεί να πάρουν», μας λέει η ηρωίδα στη σελίδα 30. «Στην τάξη γράφω μια ιστορία με τίτλο “Άνθρωποι που εξαφανίζονται”. Γράφω για τη φυλακή, γράφω για τους ανθρώπους που παίρνει η αστυνομία. Μόνο τη νύχτα γίνεται αυτό. Η δασκάλα μου βάζει μηδέν στα δέκα και λέει ότι δεν θα έπρεπε να γράφω τέτοια πράγματα στην ηλικία μου. Στο σπίτι κλαίω και δείχνω στη Μαμά την ιστορία μου. Τη διαβάζει και κάθεται αμίλητη στο κρεβάτι, δίπλα μου. Νομίζω πως έχει θυμώσει. Όταν η Μαμά θυμώνει τρομάζω. Μερικές φορές βάζει τις φωνές όταν θυμώνει. Άλλες φορές, πάλι, μένει αμίλητη. Ο βουβός θυμός είναι πολύ χειρότερος».

Τα ερωτήματα που τίθενται μέσα στο κείμενο είναι πολλά: Τι σημαίνει επανάσταση; Τι σημαίνει παράδοση, συντηρητισμός, αναρχία, εξέγερση, πρόοδος; Ενώ κύριο όχημα των αφηγήσεων της ηρωίδας αποτελεί αφενός η σχέση της με τον αγαπημένο της ξάδερφο Ντίντο, και η δυσπιστία της ως προς την ακτιβιστική του δράση, αφενός, και αφετέρου, τα θραύσματα των εικόνων που συλλέγει για τον εξαφανισμένο πατέρα της, τον οποίο όλοι φαίνεται να νοσταλγούν, χωρίς ποτέ κανείς να μιλάει για κείνον.

«Αυτά που ξέρω για τον Μπαμπά τα συνδυάζω, κομματάκι κομματάκι, μέσα από ιστορίες, σημειώσεις, όνειρα που δεν έχω ξεχάσει, ερμηνεύοντας άλλα που ακόμη ονειρεύομαι», εξομολογείται η ηρωίδα. «Σκέφτομαι όλο και πιο πολύ τον Μπαμπά. Από κάποια στιγμή και μετά, η ιδέα κάποιου που λείπει καιρό παύει να είναι συναίσθημα και γίνεται ένα είδος άσκησης του μυαλού, ένας αγώνας μνήμης και συμπερασμάτων».[1]

Η ίδια άσκηση μετεωρισμού μεταξύ μνήμης, πραγματικότητας, συνθηκών διαβίωσης, εικασίας και ελπίδας φαίνεται να διαπνέει ολόκληρο το αφηγηματικό εγχείρημα της Ρασίντι, που κορυφώνεται με την αποτύπωση των γεγονότων της αιγυπτιακής Επανάστασης του 2011, γνωστή στους Αιγύπτιους ως Επανάσταση της 25ης Ιανουαρίου, που ήταν μέρος της Αραβικής Άνοιξης.  Τότε που έγιναν σε πολλές πόλεις της Αιγύπτου διαδηλώσεις με κύριο αίτημα την παραίτηση του προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ και συνθήματα κατά της φτώχειας, της διαφθοράς, της ακρίβειας, ειδικά στα τρόφιμα, της ανεργίας και της αστυνομικής βίας. Οι διαδηλώσεις κορυφώθηκαν οπότε χιλιάδες άνθρωποι συγκρούστηκαν με την αστυνομία, με απολογισμό πολλούς νεκρούς και τραυματίες, και μια πορεία περισσότερων από 1 εκατ. διαδηλωτών στην κεντρική πλατεία Ταχρίρ, στο Κάιρο.

«Η Ιστορία είναι για τον συγγραφέα σαν η εμφάνιση μιας αναγκαίας επιλογής ανάμεσα σε πλήθος ηθικούς κώδικες της γλώσσας», σημειώνει κάπου ο Μπαρτ. Τον υποχρεώνει να σημειοδοτεί τη Λογοτεχνία σύμφωνα με δυνατότητες που ο ίδιος δεν εξουσιάζει».[2]

Αυτή η παράδοση σε μια γλωσσική εξουσία της άλογης τρομοκρατίας αναπαράγεται μέσα στο ίδιο το κείμενο με χαρακτηριστικά τα λόγια της μικρής ηρωίδας σε διάλογο με έναν συμμαθητή της:

«Ξέρει ο Θεός πού είναι ο καθένας και τι κάνει; Ο Θεός έχει πολλή δουλειά σήμερα. Πού το ξέρει αυτός ότι ο Θεός γράφει τα μυστικά της ζωής, αφού δεν ξέρει αραβικά; Ο Θεός δεν γράφει στ’ αραβικά. Η γλώσσα στο βιβλίο του είναι τ’ αγγλικά. Το λένε και οι δασκάλες μας. Κάθε πρωί διαβάζουν απ’ τη Βίβλο και μιλούν για τον Θεό».[3]

«Όλα συσσωρεύτηκαν: οι απογοητεύσεις μας, οι επιθυμίες μας», διαβάζουμε από τον μονόλογο της ηρωίδας. «Κι όλοι κάτι αφήσαμε να βγει προς τα έξω, όταν και όπως μας δόθηκε η ευκαιρία. Το δυσκολότερο ήταν η ευκαιρία, η δυνατότητα έκφρασης της ανθρώπινης συγκίνησης που την ίδια στιγμή πάσχιζε να εντοπίσει την πηγή της».[4]

«Η τέχνη είναι η έκφραση της ισορροπίας ανάμεσα στην υποκειμενικότητα της συγκίνησης και στην αντικειμενικότητα της νόησης, οι οποίες, εφόσον η συγκίνηση είναι υποκειμενική και η νόηση αντικειμενική, αντιτιθέμενες, με τη σύζευξή τους ισορροπούν», μας λέει κάπου ο Πεσόα.[5] Και η ηρωίδα του βιβλίου της Ρασίντι αποφασίζει να επιχειρήσει αυτή την εξισορρόπηση μέσα από τη σπουδή της στον κινηματογράφο, θεωρώντας την τέχνη ως ένα μέσο διαμαρτυρίας και εξορκισμού του πεπρωμένου.

«Κάθομαι κοντά στην πόρτα και βγάζω από την τσάντα μου την εργασία μου, μια πρόταση ταινίας», διαβάζουμε στη σελίδα 90. «Ο τίτλος είναι φόρος τιμής σε μια ταινία του Ζαν Ρους και του Εντγκάρ Μορέν. Οι δημιουργοί της ταινίας σταματούν ένα καλοκαίρι τους περαστικούς στο δρόμο και τους κάνουν μία και μοναδική ερώτηση. Είστε ευτυχισμένος; Εγώ ακόμα δεν ξέρω ποια θα είναι η ερώτησή μου, ξέρω όμως πως θα το κάνω καλοκαίρι […] Θα μπορούσα ίσως να κάνω στους περαστικούς την ερώτηση αν είναι θυμωμένοι».

Σε αυτά τα χνάρια λοιπόν, η ηρωίδα της ιστορίας αποτυπώνει το χρονικό της απειλής και της ανελευθερίας στο σκηνικό της γειτονικής μας πολύ-πολιτισμικής Αιγύπτου, μέσα από τον συνδυασμό των εικόνων που συλλέγει έξω από το παράθυρο και από τη βουβή τηλεόραση αρχικά, και επιχειρώντας στη συνέχεια μια προσωπική αναβίωση αυτού του μνημικού παλίμψηστου με όπλα ένα μπλοκ σημειώσεων και μια κάμερα με την οποία τριγυρίζει στους δρόμους.

Για τον Μπαζέν, να θυμηθούμε, ο κινηματογράφος αποτελεί ένα παράθυρο στον κόσμο. Στην αρχή της  «Περιφρόνησης», ο Γκοντάρ παραπέμπει σε αυτή την μπαζενική άποψη, διατυπώνοντάς την ως εξής: «Ο κινηματογράφος υποκαθιστά στο βλέμμα μας έναν κόσμο σύμφωνα με τις επιθυμίες μας. Η “Περιφρόνηση” είναι η ιστορία αυτού του κόσμου». Για όσους έχουν δει την ταινία, είναι σαφές πως αυτή αποτελεί πολύ περισσότερο το χρονικό του ναυαγίου αυτού του κόσμου στη νεωτερική συνθήκη.

Έτσι περίπου διαγράφεται και η πορεία ή η προσμονή της ηρωίδας μας από την περιπλάνησή της στη σύγχυση και τα αδιέξοδα της ζωής, στην ψευδαισθητική, οραματική πραγματικότητα της τέχνης:  «Κοιτάζοντας τον Θείο και τη Μαμά εκείνη τη μέρα έκανα διάφορες σκέψεις για τη Μοίρα. Θα μπορούσα να τα βάλω όλα αυτά μέσα σ’ αυτό που γράφω, στο σενάριο, στην ταινία μου; Θέλω να κάνω κάτι διαφορετικό, να μπερδέψω τις φόρμες, να μιλήσω στους ανθρώπους στο δρόμο για τις επιθυμίες τους, να πιάσω αυτή την εσωτερική ζωή, τις ιδιαίτερες στιγμές στο σπίτι, τις στιγμές στον κόσμο. Πώς βρεθήκαμε να ζούμε τη ζωή μας;»[6]

«Κρατάω σημειώσεις στο περιθώριο», λέει η ηρωίδα,  καταθέτοντας ένα σχέδιο για ταινία όσο και ένα συγκλονιστικό χρονικό της ωρίμανσής της μέσα στην Ιστορία, που συντίθενται περισσότερο ως ένα παζλ των ερμηνειών της για τις θυμικές αντιδράσεις οικείων της προσώπων στα γεγονότα – παρόντων και απόντων. «Έχουμε κληρονομήσει την ήττα το πνεύμα της ήττας; Έχει κατασταλάξει η παραίτηση μέσα μας; Πρέπει μήπως να συμφιλιωθούμε με τις απώλειες των γονιών μας για να οικοδομήσουμε κάτι καινούριο; Πού μπαίνει ο θυμός του Ντίντο; Αν υποθέσουμε ότι πράγματι είμαστε θυμωμένοι. Αυτό το βάζω σε κύκλο και σκέφτομαι όσα νιώθω ότι μου έχουν κλέψει, ότι μας έχουν κλέψει».[7]

info: Yasmine El Rashidi, «Χρονικό ενός τελευταίου καλοκαιριού» , μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, εκδ. Κριτική

 

 

[1] Σσ, 86, 85.

[2] Ρολάν Μπαρτ, Ο βαθμός μηδέν της γραφής, μτφρ. Κατερίνα Παπαϊακώβου, Αθήνα: εκδ. Ράππα, σελ. 12.

[3] Σελ. 32.

[4] Σελ. 149.

[5] Fernando Pessoa, Λογοτεχνικά δοκίμια, μτφρ. Μαρία Ζ. Παπαδοπούλου, Αθήνα: Printa, 2006, σελ. 109.

[6] Σελ. 115.

[7] Σελ. 113.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ