Από τα πεζογραφήματα για παιδιά στην παιδική πεζογραφία (του Κυριάκου Ντελόπουλου)

0
256

Κυριάκος Ντελόπουλος.  

Από τα πεζογραφήματα για παιδιά στην παιδική πεζογραφία (1830-1880), Τα χρόνια των ψηλαφήσεων και των σχηματισμών(*). 

Από τον προπερασμένο αιώνα η παιδική λογοτεχνία εξετάζεται αυτονομημένη από τη γενική. Βεβαιώνεται δε πάντα από τους δικούς της μελετητές, αν και με κάποια ύφεση τα τελευταία χρόνια, πως ποτέ δεν έπαψε να αποτελεί μέρος του σώματος της γενικής, ίσως για να μη χάσει το μερίδιο του γοήτρου που κατέχει η πατρική και διεκδικούν για λογαριασμό της οι ειδικοί. Πάντως, δεν συνεξετάζεται με τη γενική, ενώ μαζί της ασχολούνται και άλλες ειδικότητες: ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, παιδαγωγοί, βιβλιοθηκάριοι. Στις ιστορίες της νεότερης ελληνικής λογοτεχνίας, που μας ενδιαφέρει, σπορα­δικά και μόνο αναφέρονται μερικά ονόματα εξεχόντων δημιουργών, που κατέλιπαν και κάποιο έργο τους για παιδιά, από εκείνα συνήθως τα δισυ­πόστατα που θεωρούνται και παιδικά από υιοθεσία. Όσο δε για τις απαρχές στον τόπο μας της παιδικής λογοτεχνίας, στις ειδικές ιστορίες της αφιερώνεται ένα δειλό και ελλιπέστατο κεφάλαιο στο οποίο μετριέται ο βαθμός της άγνοιας των πραγμάτων και των συμβάντων του εκρηκτικού εκδοτικά 19ου αιώνα. Η ατροφική γνώση υποκαθίσταται με τη διαβεβαίωση ότι στη διάρκειά του δεν γράφτηκαν βιβλία για παιδιά. Δεν υπάρχει στον αστήρικτο αυτό λόγο καμιά δόση αλήθειας. Αντί της παράθεσης επιχειρημάτων για αντίκρουσή του, βιβλία τα οποία εκδόθηκαν για τα παιδιά, και όσα μετακινήθηκαν προς τα παιδιά, στην Ευρώπη και την Ελλάδα, βιβλία λογοτεχνικά και γνώσεων, είναι η απάντηση στην ατεκμηρίωτη θέση. Οι μελετητές της λογοτεχνίας τα εντόπισαν.

Ήδη για την περίοδο 1830-1880 γνωρίζουμε 583 εκδόσεις1 παιδικών βιβλίων στην Ελλάδα. Και πιθανώς υπάρχουν περισσότερες. Από αυτές, οι 174 είναι έργα Ελλήνων και οι υπόλοιπες 409 ξένων σε μετάφραση, δια­σκευές και ελληνοποιημένες μεταπλάσεις ξένων, γνωστές στους ασχολούμενους με τις έρευνες και τα βιβλιογραφικά από την εθνική δεξαμενή των Γκίνη-Μέξα, και των συμπληρώσεών της για την περίοδο 1800-1863 και για τη μετά το 1864 από άλλες καταγραφές.2 Η εξ αυτοψίας βιβλιογραφική επιχείρηση η οποία κυκλοφόρησε συμπληρωμένη το 1995 χορήγησε στην παιδική ελληνική λογοτεχνία το μερίδιό της. Από αυτήν οι αριθμοί και οι πληροφορίες που ακολουθούν.3 Η εντυπωσιακή αριθμητική διαφορά ως προς την εθνική παραγωγή των ειδών οφείλεται στους μεγάλους αριθμούς των εισαγόμενων από το εξωτερικό έργων, τα οποία, αποδιδόμενα κατά ποικίλους τρόπους, προσφέρονται στο νεανικό ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Οι εισαγωγές γίνονται κυρίως από τη Γαλλία και αφορούν γαλλικά έργα, κατά μεγάλο ποσοστό, και άλλα άλλων εθνικών παραγωγών μέσω κυρίως γαλλικών αποδόσεών τους. Η ξένη λογοτεχνία δεσπόζει όλο τον 19ο αιώνα και στον δικό της αναλογούντα βαθμό και η παιδική. «Ο θησαυρός της ξένης λογοτεχνίας», πιστοποίησε ο Γ.Π. Σαββίδης, «που έχει αφανώς πλουτίσει τη δική μας σε μεταγλωττισμένη μορφή –και μάλιστα κατά τους δύο τελευταίους αιώνες– παραμένει σε σκανδαλώδη βαθμό αναπόγραφος και συνεπώς αλογάριαστος».4 Η αλήθεια της διαπίστωσης στον χώρο που επικρατεί στα του παιδικού βιβλίου κρατάει την αναλογία της. Άγνωστη ακόμα ως ποιο βαθμό.

Η παρουσία της ξένης λογοτεχνίας σε μετάφραση, σε διασκευές και αποδόσεις κάθε είδους, σε ποικίλους αναδημιουργικούς μετασχηματισμούς και μεταφορές εις τα «καθ’ ημάς», είναι εντυπωσιακά μεγάλη. Μια δεύτερη, μεγάλη κι αυτή κατηγορία βιβλίων, τα οποία υπογράφονται από Έλληνες συγγραφείς, προδίδει την πηγή έμπνευσής τους, τα πρότυπά τους. Όλα με βάση ξένα. Κάποιες δειλές προσπάθειες αποκόλλησης από την ξένη δεσποτεία θα οδηγήσουν στην άντληση θεμάτων και ιδεών από την ελληνική μυθολογία και την αρχαία ιστορία, παραδοσιακές παρακαταθήκες και ανεξάντλητες δεξαμενές ως τις μέρες μας. Και πάλι οι πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς μας θα είναι δέσμιοι: αυτή τη φορά παλαιότερων ελληνικών προτύπων. Η επιζητούμενη πρωτοτυπία αν και έχει διαπιστωθεί ως προσπάθεια, στην πραγματικότητα όλο και μετατίθεται η καρποφορία της για αργότερα. Ωστόσο, μια κάποια παραγωγή, έχει αρχίσει να είναι διακριτή, η οποία, αν δεν είναι προς θαυμασμό, όμως είναι αξιοπρόσεκτη, έστω και αν κινείται αβέβαιη.

Ένας σημαντικός αριθμός βιβλίων φέρει την ένδειξη «Διά τους μαθητάς», αλλά δεν είναι σχολικά. Η ένδειξη αντιστοιχεί στη σημερινή κατηγορία βιβλίων που “προορίζονται” για τα παιδιά. Παιδί λογίζεται αυτό που διαβάζει, που μαθαίνει έστω να διαβάζει, που πηγαίνει πάντως στο σχολείο. Με τον χρόνο, ίσως και με τις κατακτήσεις της παιδαγωγικής, μετατρέπεται η ένδειξη, εκεί γύρω στα 1870, και γίνεται «Διά τα καλά παιδία», μη αφήνοντας αμφιβολία ποια είναι τα «καλά παιδία». Την επόμενη δεκαετία αποπέμπεται το επίθετο και παραμένει το ουσιαστικό «παιδιά», ίσως γιατί είναι πλέον περισσότερα αυτά που πηγαίνουν στο σχολείο και συνεπώς είναι όλα «καλά». Η ιδιότητα του παιδιού έχει πλέον ταυτιστεί με την ιδιότητα του μαθητή. Και αυτά τα βιβλία εντάσσονται στην παιδική λογοτεχνία. Πρόκειται για πεζογραφήματα ατελούς έως πιο προχωρημένης μορφής, άνισης ποιότητας και περιορισμένου θεματικού εύρους, όπως και ατροφικής ανάπτυξης των υποτυπωδών «υποθέσεών» τους.

Παραπλήσια είναι μια άλλη κατηγορία, η οποία ενσωματώνεται στην προηγούμενη. Περιλαμβάνει βιβλία τα οποία άρχισαν τη σταδιοδρομία τους ως σχολικά βοηθήματα, ακολουθώντας τις επιταγές των εκπαιδευτικών προγραμμάτων της εποχής και επειδή οι συγγραφείς τους απέβλεπαν και σε μια εμπορική σταδιοδρομία των έργων τους. Αργότερα, θα θεωρηθούν ως παιδικά. Η κατηγορία περιέχει αρκετά αξιοπρόσεκτα επιτεύγματα.

Στην Ευρώπη αναπτύσσεται το είδος πια ως «παιδικά βιβλία», τα οποία αρχίζουν να φθάνουν διστακτικά και αργότερα κατά μεγάλες δόσεις στην Ελλάδα. Και ενώ ο 19ος αιώνας για τα ελληνόπουλα μπήκε με θριαμβεύουσα την παρουσία του Αισώπου, των Οκτωήχων, των Ψαλτηρίων και των Αποστόλων, όλα κατάλοιπα δοξασμένα του παρελθόντος,5 τα πράγματα θα αλλάξουν με γοργούς ρυθμούς. Θα μιλήσουμε για πραγματική εισβολή ξένων βιβλίων, κυρίως πεζών έργων, γραμμένων ειδικώς για τα παιδιά. Τα ελληνόπουλα εισήλθαν πια στην εποχή του παιδικού βιβλίου, πάντως του ξένου. Αργά αλλά σταθερά και του ελληνικού. Πρώτοι οι ξένοι συγγραφείς έγιναν δημοφιλείς και στην Ελλάδα. Ο μυθικός Jules Verne, αδιάλειπτα λίαν αγαπητός, μεσουράνησε. Προστέθηκαν κι άλλοι, ξεχασμένοι σήμερα, αλλά με αξιολογότατο έργο. Μερικά ονόματα που καταξιώθηκαν: Ο Christoph von Schmid, ο Élie Berthet, o Théodore Henri Barrau, o Edward Bulwer-Lytton, o Joachim Heinrich Campe, η Mlle Gabrielle***, o André Laurie, η Madame Jeanne-Marie Leprince de Beaumont, o J.-P. Stahl (Jules Hetzel), o Johann Rudolf Wyss και άλλοι που μεσουρανούσαν τότε και άφησαν τη σφραγίδα τους και στην ιστορία της λογοτεχνίας, διεθνώς.

Στο ξενοκρατούμενο προσκήνιο η ελληνική συμμετοχή προσπαθεί να ακολουθήσει τους δρόμους που οδεύει η ξένη παραγωγή και ταυτόχρονα να αποσπασθεί όσο μπορεί απ’ αυτήν και να ελληνοποιηθεί. Προηγούνται οι ποιητές, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να αποδεσμευθούν από τα ξένα πρότυπα θα στραφούν σε πηγές ελληνικές: Ο Όμηρος και ο Αίσωπος περιμένουν στη στροφή. Ο Στούρζας, ο Βηλαράς, ο Κατακουζηνός, ο Π. Σούτσος, ο Τανταλίδης θα ευσταθήσουν. Οι πεζογράφοι δυσκολεύτηκαν να βρουν τον δρόμο τους. Αλλά θα οδεύσουν στον παραδοσιακό – θεματικά και θα διευρύνουν τη θεματική τους αργότερα.

Από το 1830 έως το 1858, δηλαδή μέσα σε 28 χρόνια, κυκλοφόρησαν 202 ξενικής προέλευσης, ποικίλα πεζογραφικά έργα. Κάποια ελληνικά, τα οποία απευθύνονταν στα παιδιά, δεν ανήκουν κατ’ ανάγκην στον χώρο της πεζογραφίας, εκτός από ένα, το οποίο αξίζει να αναφερθεί συνοδευόμενο με την επιφύλαξη αν ανήκει στην ελληνική πεζογραφία ή στην αγγλική. Το 1835 ο Άγγλος προτεστάντης πάστορας Samuel Sheridan Wilson, δυναμικότατος μαχητής και δεινής ελληνομάθειας μισιονάριος, επί πολλά χρόνια διευθυντής του δραστήριου και παραγωγικού στη Μάλτα αγγλικού τυπογραφείου, γράφει απευθείας στην ελληνική και εκδίδει ένα ιστορικό μυθιστόρημα 196 σελίδων, το Παλληκάριον6, την ίδια χρονιά που κυκλοφορεί και Η εξόριστος του 1831. Ο Wilson σκόπευσε τα ελληνόπουλα με πάθος και ειλικρίνεια κι εκείνα τίμησαν την πρόθεσή του: διάβασαν και με το παραπάνω τις περιπέτειες του ήρωά του τού καιρού του Εικοσιένα. Επανεκδόθηκε το περιώνυμο έργο το 1990 από το Ίδρυμα Ουράνη με επιμέλεια του Δημητρίου I. Πολέμη με εκτενή πολυσήμαντη εισαγωγή. Η μη αναφορά του από τη θέση αυτή, θα ισοδυναμούσε με ασυγχώρητη άγνοια ή κατακριτέα αγνόηση. Το έργο αυτό εκτιμήθηκε πολύ από τα παιδιά της εποχής, αλλά και από τους ώριμους αναγνώστες. Σήμερα, για τους μελετητές θεωρείται θεμελιώδες έργο για την εποχή του και τις μεταγενέστερες επιδράσεις του στους Έλληνες λογίους.

Στο μεταξύ, οι μεν μεταφράσεις ξένων έργων αυξάνονται, οι δε προσπάθειες των Ελλήνων συγγραφέων για μια ελληνική πεζογραφία εντείνονται. Θα καταφύγουν, κατ’ αρχάς, για να ενισχύσουν τη θεματική τους, στην Αγία Γραφή και στην ελληνική ιστορία, πιο πολύ στην αρχαία, λιγότερο στο ’21 και καθόλου στις άλλες περιόδους της. Οι μυθιστορηματικές βιογραφίες και οι ιστορίες με ήρωες ζώα είναι ακόμη δύο θεματικά είδη τα οποία έχουν συντεθεί με ελληνικά υλικά, όμως, η περιρρέουσα ατμόσφαιρά τους και η επεξεργασία τους φανερώνουν μίμηση ξενικών έργων. Σημειώνονται ωστόσο και κατακτήσεις. Η γλώσσα, φερ’ ειπείν, δεν είναι πια επιτηδευμένη και προσκολλημένη στους σχολικούς και λεκτικούς της εποχής κανόνες. Είναι φανερή η προσπάθεια να είναι προσιτή στους μικρούς αναγνώστες, όπως και η τάση προς την ομιλούμενη καθημερινή, εμφανής. Γίνεται λογοτεχνική. Οι διαθέσεις των Ελλήνων συγγραφέων να βαδίσουν υπό ελληνικούς προσανατολισμούς χαρακτηρίζουν τα τότε τρέχοντα ρεύματα.

Το 1858 θα έρθει το από πολλού αναμενόμενο πρώτο σημαντικό έργο της νεότερης πεζογραφίας μας για τα παιδιά. Ο Γεροστάθης, του Λέοντος Γ. Μελά, (1812-1819), ο οποίος εκδόθηκε σε ακατάγραφο αλλά μεγάλο αριθμό εκδόσεων,7 και κυκλοφόρησε σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα! Αποτέλεσε σταθμό και αφετηρία. Ωστόσο, δεν ήταν έργο πρωτότυπο. Ο Γεροστάθης κρύβει στα σπλάχνα του δύο έργα με κοινό ήρωα ένα μυθιστορηματικό πρόσωπο μεγάλης δημοτικότητας ανάμεσα στα Γαλλόπουλα, τον Σίμωνα τον εκ Ναντούης. Συγγραφέας τους ο Laurent Pierre de Jussieu (1792-1866). Οι τίτλοι τους: Simon de Nantua, ou le marchant forain και Oeuvres posthumes de Simon de Nantua.8 Την ίδια χρονιά με τον Γεροστάθη κυκλοφορεί ένα σύντομο διήγημα του Δημητρίου Ειρηνίδη, που ήταν και εκδότης, με τίτλο Ιωσήφ ο Πάγκαλος, εμπνευσμένο βαθιά από τον παραπάνω βιβλικό ήρωα αλλά σε μια αξιοπρόσεκτη λογοτεχνική ανάπλαση.

Το 1861 φέρνει ένα τιμημένο ιστορικό μυθιστόρημα. Είναι Η ηρωίς της Ελληνικής Επαναστάσεως, του Στέφανου Ξένου, (1821-1894) με πολλά ελκυστικά λογοτεχνικά και ιστορικά στοιχεία ώστε δικαιολογημένα να διαβαστεί άπληστα από τα παιδιά και τους νέους, και όχι μόνο, της εποχής. Ανήκει στην κατηγορία των βιβλίων για μεγάλους και για μικρούς. Αναφέρονται και άλλα βιβλία τα οποία η φήμη δεν εθώπευσε και η μνήμη δεν διέσωσε. Το 1864 ο εκ παιδευτικός Μάρκος Δ. Σακκόρραφος εκδίδει ένα διήγημα με τίτλο Ο μικρός βοσκός και κάποιος Παναγιώτης Α. Φιλιππίδης, άνευ γνωστών στοιχείων, κυκλοφορεί τα Διηγήματα μετά ηθικής εφαρμογής προς χρήσιν των παίδων. Η Χαριτίνη ή το κάλλος της χριστιανικής θρησκείας, του Παναγιώτη Σούτσου, (1806-1868) τον ίδιο χρόνο, είναι σαφώς ένα κατά πολύ αξιολογότερο έργο και όχι μόνο της χρονιάς που είδε το φως. Ο Σούτσος στην εισαγωγή του στους Μύθους εμμέτρους (1865) γράφει: «Κατά το παρελθόν έτος συγγράψας την Χαριτίνην, μυθιστόρημα πεζόν, Χριστιανικόν, δι’ ου εισάγω εις τας καρδίας των νέων και των κορασίων την χριστιανικήν ηθικήν…». Η δήλωση αποκαλύπτει ποιο κοινό είχε κατά νου ο συγγραφέας, αλλά σήμερα, με τα τρέχοντα κριτήρια, δικαιολογούνται οι επιφυλάξεις.

Τρία χρόνια αργότερα κυκλοφορεί Ο μικρός Γεώργιος του Γεωργίου Αρχοντόπουλου, ένα σύντομο «ηθικόν διήγημα», και τον επόμενο χρόνο (1869) ο Λέων Γ. Μελάς (1812-1879) επανεμφανίζεται με ένα ακόμη έργο του το οποίο διαβάστηκε πολύ από τα παιδιά και τους νέους της εποχής. Είναι Ο Χριστόφορος ή το ναυάγιον και η διάσωσις. Ταυτόχρονα κυκλοφορεί σε τέσσερες εκδόσεις, μια συλλογή λογοτεχνοποιημένων παραμυθιών με το γενικό τίτλο Παραμύθι της αλεπούς. Το 1870 ακολουθεί Η μετάνοια του ασώτου νέου. Διήγημα ηθικόν, του Β. Βράνη, ο οποίος στον πρόλογό του δεν κρύβει την αποστροφή του για την ξένη λογοτεχνία: «…σφοδρά τις της ψυχής έφεσις του να διεγείρω το γ’ επ’ εμοί, εις τας ψυχάς των δυναμένων να συγγράφωσί τι τελειότερον, τον πόθον να αφίσωσι τας των ξένων μη ηθικών συγγραμμάτων μεταφράσεις, αίτινες ασυνέτως κατά κόρον και κατά συρμόν ήδη γίγνονται παρά τινων ημετέρων λογίων, και αι οποίαι κυρίως ηθικώς βλάπτουσι ποικιλοτρόπως τον τε νουν και την καρδίαν της αθώας Νεολαίας…». Στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης ενός σύντομου μυθιστορήματος του Jules Verne, το ξεχασμέ νο Φρριττ-Φλακκ (1888), που υπογράφεται από τον μεταφραστή Περικλή Μελεάγρου Αθανασίου, διαβάζουμε: «Ευκολώτερον είναι διά της μεταφράσεως ξένων έργων, ως δι’ ασφαλούς οδηγού, να αχθή η νηπιάζουσα φιλολογία ημών εις τον αειθαλή λειμώνα του καλού και υψηλού – να αχθή λέγω, πολύ μάλλον διά της απομιμήσεως ή δι’ αμφιβόλου πρωτοτυπίας». Το 1870, επίσης, εκδίδονται οι Εικόνες του παιδικού βίου εις τέρψιν και ωφέλειαν των παίδων, μια συλλογή μεταφρασμένων διηγημάτων της άδικα ξεχασμένης και κακώς παραμελημένης Αικατερίνης Λασκαρίδου, αξιόλογη μορφή λογίας και παιδαγωγού (1842-1916). Στο επιτυχημένο αυτό βιβλίο έχει παρεμβάλει και δικά της διηγήματα τα οποία επισημαίνουν την ποιότητά τους παρά το πέρασμα των χρόνων.

Το 1872 ο I.Α. Βρετός εκδίδει το μυθιστόρημα Ο ερημίτης και ο Ανέστης Κωνσταντινίδης (1846-1901) Τα δώρα του νέου έτους ήτοι ο θρίαμβος της αρετής εν παιδικοίς διηγήμασι, μια πλούσια συλλογή διηγημάτων σε 196 σελίδες. Επανεκδίδεται για πέμπτη φορά το Παραμύθι της αλουπούς με την προσθήκη του διηγήματος Ο Βουρκόλακας. Το 1874 είναι μια καλή χρονιά. Ο Δημήτριος Α. Κορομηλάς (1850-1898) παρουσιάζει σε δύο «τομίδια», μια συλλογή 46 διηγημάτων, με τίτλο Διηγημάτια, τα οποία διακρίνονται για την αρτιότητά τους, την εμφανή πρωτοτυπία και τη θεματική ποικιλία τους. Μαζί με τα δύο αυτά τομίδια κυκλοφορεί και ένα ακόμη, με ανάλογης ποιότητας και ύφους διηγήματα. Ο τίτλος του: Μυθοπλαστίαι. Την επόμενη χρονιά ο Κορομηλάς προσφέρει στα παιδιά τα Μυθολογήματα, «πρώτον τομίδιον» μιας νέας σειράς διηγημάτων. Ενδιαφέρουσα για την προσπάθειά του να ξεφύγει από τις δεσμεύσεις του ηθικο-διδακτισμού είναι Η πτωχή Λουκία του Αναστασίου Β. Τζιμάρα. Ο υπότιτλός του: «Ήτοι αποτελέσματα της φιλοσκωμμοσύνης, της καταλαλιάς και της συκοφαντίας, πηγάζοντα εκ του βαρβαρισμού και της αμαθείας», δεν αφήνει αμφιβολίες για τους στόχους του. Το 1876, στο Αργοστόλι, κυκλοφορεί Ο μικρός πωλητής, του Παναγιώτη Βεργωτή (1842-1916) και στην Πάτρα με τα αρχικά Σ.Θ., Το πρώτον βιβλίον των παίδων, μια συλλογή ηθικών πεζογραφημάτων που προσπαθούν να κατακτήσουν τη μορφή του διηγήματος. Την επόμενη χρονιά ένας μαθητής του γυμνασίου, ο Γεώργιος I. Οικονομόπουλος, τυπώνει στη Σπάρτη Το αγροκήπιον της Λαρίσσης, «διήγημα ηθικώτατον και διδακτικώτατον». Το καλοκαίριον του 1875. Ήτοι ο περίπατος δύο νέων εν Βοσπόρω, του Κ.Δ. (Πόλη, 1878), είναι ένα παραινετι κό ιστορικό αφήγημα με αρκετό ενδιαφέρον ως προς τη ροή της αφήγησης και κάποιες περιγραφές που την διευρύνουν.

Το 1879 η ελληνική λογοτεχνία θα πλουτιστεί σημαντικά. Το νέο και μακρόβιο απόκτημά της είναι ο περιλάλητος Λουκής Λάρας, του Δημήτριου Βικέλα, (1835-1908), που διαβάστηκε από όλες τις ηλικίες επί πολλές γενιές. Βιβλίο δίκαια δημοφιλέστατο, διατηρεί και τη φήμη του και τη σημασία του. Το 1880 κυκλοφορεί μια νέα συλλογή από 42 διηγήματα στη Σειρά «Παιδική Βιβλιοθήκη», του I.Α. Βρετού, με τίτλο: Ο πτωχός γέρων, ένα αρκετά ευχάριστο ανάγνωσμα. Στην Πόλη κυκλοφορεί υπό τα αρχικά Σ.Π. το Εαρινόν ρόδον, μια σειρά «τερπνών ηθικών διηγημάτων».

Κλείνω την ιστορική αυτή αναδρομή, με το ιστορικό διήγημα Φιλοπατρία και μητρική αγάπη, που τυπώθηκε το 1880 στην Κέρκυρα. Το πεζογράφημα αυτό των 77 σελίδων είναι έργο της μη διασωθείσας στα γράμματά μας Αιμυλίας Θ. Βελιανίτου, η οποία στην αφιέρωση που κοσμεί το βιβλίο της μας εμπιστεύτηκε την ηλικία της: «…εμφαίνοντος τας αθώας ευχάς και τον βαθύτατον σεβασμόν νεάνιδος μόλις δεκαεξαετούς…». Ο Γεροστάθης τη χρονιά αυτή ενηλικιώνεται κλείνοντας τα είκοσι δύο και εξακολουθεί να θριαμβεύει, η δε παραπάνω Κερκυραία νεάνις Αιμυλία τον έχει διαβάσει και τον θαυμάζει. Έναν αιώνα αργότερα η χρονολογία αυτή θα κατα κυρωθεί ως το χρονικό όριο που θα κλείσει μια ιστορική περίοδο και θα ανοίξει μιαν άλλη με διαφορετικά χαρακτηριστικά απευθυνόμενη προς πολυπληθέστερα κοινά. Η κινητοποίηση των μέσων δια κίνησης και προβολής σημειώνει τα πρώτα μη δειλά ερασιτεχνικά της ως τότε εποχής, με νέες επιδόσεις.

(*)Πρώτη δημοσίευση: Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών – Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν. Από τον «Λέανδρο» στον «Λουκή Λάρα». Μελέτες για την πεζογραφία της περιόδου 1830-1880. Επιμ. Νάσος Βαγενάς. (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1997).

 

  1. Για μια καταγραφή των παιδικών βιβλίων του 19ου αι. στην Ελλάδα, βλ. Κυριάκου Ντελόπουλου Παιδικά και νεανικά βιβλία του 19ου αιώνα. Σχολιασμένη και εικονογραφημένη βιβλιογραφική καταγραφή. Πρώτη προσέγγιση. Συμβολή στη μελέτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Αθήνα, Εταιρεία Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, 1995. (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών, 1995).
  2. Δ.Σ. Γκίνης, Β.Γ. Μέξας, Ελληνική Βιβλιογραφία 1800-1863. Αθήναι, 1939-1957. 3 τόμοι. Και μεταγενέστερα συμπληρώματα.
  3. Ό.π.
  4. Γ.Π. Σαββίδης, «Γαλλοελληνικά ποιήματα» (εφ. Το Βήμα, 19.2.1989. Το ίδιο στο: Καστανόχωμα, Καστανιώτης, 1989, σ. 208-11). Η από πολλού αναμενόμενη επιχεί ρηση κάλυψης του κενού πραγματοποιήθηκε με την κυκλοφόρηση του Α´ τόμου της εκτεταμένης συναγωγής του Κ.Γ. Κατσίνη, Βιβλιογραφία των ελληνικών με ταφράσεων της ξένης λογοτεχνίας, ΙΘ´-Κ´ αι. Αυτοτελείς εκδόσεις. Τόμος πρώτος 1801-1900 (Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, 2006).
  5. Τα εκκλησιαστικά αυτά κείμενα και κάποια ακόμη από την αρχαιότητα και τα βυ ζαντινά χρόνια, αναφέρεται ότι διαβάστηκαν από τα παιδιά. Δεν πρέπει ωστόσο να θε ωρηθούν ως «παιδικά». Η χρήση τους πάντως υποβοήθησε διδακτικούς σκοπούς. Προ σιτά σε ανάγνωση χρησιμοποιήθηκαν ως «σχολικά», περισσότερο βοηθήματα στις εποχές που έκαναν την εμφάνισή τους παρά ως πρώιμα βιβλία για παιδιά. Η συχνή αναφορά τους πρέπει να ορίζει και τη διαφορά ώστε να μη δημιουργούνται εσφαλμένες εντυπώσεις από νεότερους μελετητές, οι οποίοι πρέπει να παρακολουθούν τις πνευματικές εξελίξεις και την εκδοτική παραγωγή προσεκτικά.
  6. Samuel Sheridan Wilson, Το παλληκάριον. Με τινας κατανυκτικάς ειδήσεις της Ελ ληνικής Επαναστάσεως. Φιλολογική επιμέλεια Δημήτριος I. Πολέμης. (Αθήνα, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, 1990).
  7. Ο Συριανός βιβλιοπώλης και ιστορικός της εκδοτικής δραστηριότητας της Σύρου Ανδρέας Κ. Χούμης παραδίδει την πληροφορία ότι από το έτος έκδοσης του βι βλίου (1858) έως το 1886 είχαν γίνει περισσότερες των διακοσίων εκδόσεις με εκα τοντάδες χιλιάδες πωληθέντα αντίτυπα! (Εβδομάς, 119, 8.6.1886, σ. 271-72).
  8. Βλ. Βίκυ Πάτσιου, L.-Ρ. Jussieu, Simon de Nantua (1818). Η περιπλάνηση του αγα θού εμπόρου και οι αφηγηματικές προσαρμογές της στα ελληνικά. (Ο Ερανιστής, 20, 1995, σ. 66-74).

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ