Τετάρτη, 6 Μαΐου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΘΕΜΑΤΑ ΜΟΥΣΙΚΗ Τζαζ και σύγχρονη μουσική στο Ιράν (του Γιάννη Μουγγολιά)

Τζαζ και σύγχρονη μουσική στο Ιράν (του Γιάννη Μουγγολιά)

0
337
O Ashkan Layegh, η ανερχόμενη προσωπικότητα της ιρανικής τζαζ

 

του Γιάννη Μουγγολιά

Πόλεμος και μουσική, πόλοι αντίρροποι και αντιθετικοί εκ φύσεως αλλά και λόγω αποστολής. Ο πόλεμος αφανίζει και χωρίζει τους ανθρώπους ενώ η μουσική ενώνει τους ανθρώπους. Δυστυχώς ο μεγάλος πόλεμος στη Μέση Ανατολή, με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ κόντρα στο Ιράν, στις μέρες μας δίνει την αφορμή να ασχοληθούμε με την ιρανική μουσική και ειδικότερα την ιρανική τζαζ και σύγχρονη μουσική. Θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει τις δυο λέξεις «ιρανική τζαζ» εντελώς ασύμβατες και αντίθετες μεταξύ τους αφού πολλές παραδεκτές απόψεις θεωρούν την τζαζ ως αμερικανική υπόθεση. Όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο απλοϊκά και κυρίως συνδέονται με την ιστορία της χώρας τα τελευταία χρόνια.

Η πορεία της τζαζ στο Ιράν αναπτύχθηκε παράλληλα με την άσκηση της δυτικής επιρροής στην ποπ μουσική στη χώρα. Η ιρανική τζαζ δεν είναι μια προσαρμοσμένη εκδοχή της δυτικής τζαζ στο Ιράν αλλά μάλλον περισσότερο συνιστά η ίδια ένα ιστορικό και πολιτιστικό φαινόμενο που διαμορφώνεται διαρκώς από την αλληλεπίδραση με την κοινωνική δομή και τις πολιτικές του κρατικού μηχανισμού. Μέχρι και σήμερα δεν θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για κάποιο διακριτό και καθαρό μουσικό είδος με τοπικά χαρακτηριστικά όταν μιλάμε για την ιρανική τζαζ. Θα ήταν πιο ασφαλές να υποστηρίξουμε ότι μάλλον πρόκειται για ένα ιδιαίτερο μείγμα όπου αρκετά στοιχεία της παραδοσιακής περσικής μουσικής και της τροπικότητάς της βρίσκουν διέξοδο στην τζαζ που παίζονται στο Ιράν και πως ίχνη περσικής μουσικής αναγνωρίζουμε στους ρυθμούς.

Στη δεκαετία του 1950

Όλα άρχισαν από τη δεκαετία του 1950 όταν δραστηριοποιήθηκαν καλλιτεχνικά δυο Ιρανοί θρύλοι, ο Alfred Lazaryan και ο Viguen Derderian. Ο Alfred Lazaryan, όχι ιδιαίτερα γνωστός τραγουδιστής και χορευτής ήταν ο πρώτος που εισήγαγε τις τζαζ αρμονίες και ενορχηστρώσεις στο ιρανικό εθνικό ραδιόφωνο, στο οποίο έγινε τεράστια επιτυχία ένα τραγούδι του και ο Viguen Derderian, ο επονομαζόμενος «Σουλτάνος της Τζαζ» διεύρυνε την τζαζ αισθητική στις πλατιές μάζες αφού η δημοφιλία του ήταν τεράστια.

Ο Viguen Derderian, γνωστός ως «Σουλτάνος της Τζαζ»

Παρότι ο «Viguen» κινήθηκε μεταξύ ποπ και τζαζ, δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι έπαιζε τζαζ με τον τρόπο που είναι γνωστό το είδος και το γεγονός ότι του δόθηκε το συγκεκριμένο προσωνύμιο σχετίζεται περισσότερο με το ότι η καλλιτεχνική δράση του στάθηκε στο μεταίχμιο που οδήγησε στην επηρεασμένη από τη Δύση μουσική στο Ιράν και παρέπεμπε στην εμφάνιση της τζαζ περισσότερο ως τρόπο ζωής και ευαισθησίας και λιγότερο ως μουσική κατεύθυνση. Ο Viguen Derderian είχε σαφώς μεγαλύτερη σχέση με την ποπ. Το πρώτο τραγούδι του Viguen με τον τίτλο «Moonlight» το 1954 έγινε τεράστια επιτυχία στο ραδιόφωνο, κάτι που επαναλήφθηκε αργότερα με μερικά από τα σημαντικότερα τραγούδια του Ιράν που ο Viguen έγραψε και μάλιστα σε κάποια από αυτά συνεργάστηκε με την κορυφαία Ιρανή ντίβα τραγουδίστρια και σε κάποιες περιπτώσεις ηθοποιό Delkash.

H δεκαετία του 1960 είχε τον δικό της καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη της τζαζ στο Ιράν. Αυτή τη δεκαετία ουσιαστικά δημιουργήθηκε στο πλαίσιο διάφορων ξένων επιρροών που ασκήθηκαν στη χώρα. Έγινε γνωστή μέσω του ιρανικού ραδιοφώνου. Duke Ellington και Ella Fitzgerald ήταν τα πιο γερά ονόματα που αγαπήθηκαν από τους μοντέρνους ακροατές της τζαζ στο τέλος της δεκαετίας του 1960 και τα καλοκαιρινά θέρετρα των πλουσίων στην Κασπία Θάλασσα είχαν την τζαζ στην ημερήσια διάταξη. Τα ντραμς (νέο όργανο για το Ιράν) που είχε κύριο ρόλο στις τζαζ μπάντες και ουσιαστικά συνδέθηκε με αυτό το νέο είδος μουσικής που είχε εισέλθει, αποτελούσαν μια ολοκαίνουρια εμπειρία για τους Ιρανούς.

Τον καιρό του Σάχη με στόχο τη βίαιη προσαρμογή στα δυτικά πρότυπα

Ο απολυταρχικός μονάρχης Μοχαμάντ Ρεζά Παχλαβί, ο γνωστός Σάχης του Ιράν που βασίλεψε από το 1941 έως το 1979 με στόχο τη βίαιη προσήλωση του Ιράν στα δυτικά πρότυπα και την τυφλή στροφή της χώρας στη Δύση εκμεταλλεύτηκε την άνοδο της δημοφιλίας της τζαζ και την χρησιμοποίησε ως μέσο στην προσπάθειά του να κάνει το Ιράν κοσμικό κράτος με κάθε τίμημα. Έτσι άνοιξαν οι δίαυλοι επικοινωνίας με την Αμερική και έρχονταν κάποιοι φημισμένοι Αμερικανοί μουσικοί της τζαζ.

Dizzy Gillespie (όρθιος) το 1956 σε δεξίωση με την πριγκίπισσα Shams Pahlavi, μεγαλύτερη αδελφή του Σάχη του Ιράν, και τον σύζυγό της Mehrdad Pahlbod (Υπουργό Πολιτισμού και Τεχνών) στο Αμπαντάν του Ιράν.

Πρώτος ο Dizzy Gillespie που με τη συνοδεία 18μελούς ορχήστρας εμφανίστηκε το 1956 στο Ιράν. Ήταν η ίδια χρονιά που είχε εμφανιστεί στο Θέατρο Κοτοπούλη στην Αθήνα. Ο Gillespie είχε περιοδεύσει σε Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Ασία με χρηματοδότηση του Αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών. Ο Dizzy Gillespie 12 χρόνια αργότερα, το 1968 ασπάστηκε την Μπαχάι πίστη, ταχύτατα αναπτυσσόμενη στον κόσμο μονοθεϊστική θρησκεία της οποίας ο προφήτης Σαγιέντ Άλι-Μουχάμαντ Σιραζί ή Μπαμπ ήταν από την Περσία.

Τον Μάιο του 1958 στο Ιράν εμφανίστηκε ζωντανά ο Αμερικανός τζαζ συνθέτης και πιανίστας Dave Brubeck συνοδευόμενος από τον άλτο σαξοφωνίστα Paul Desmond, τον κοντραμπασίστα Eugene Wright και τον ντράμερ Joe Morello, στο πλαίσιο ανάλογης εκτεταμένης χρηματοδοτούμενης από το State Department περιοδείας δίνοντας κοντσέρτα στην Τεχεράνη και στο Αμπαντάν. H συναυλία στο Θέατρο του Αμπαντάν στην οποία λόγω ασθένειας δεν εμφανίστηκε ο Paul Desmond, αποτέλεσε συνδιοργάνωση της Ιρανικής Εταιρείας Διύλισης Πετρελαίου (το Αμπαντάν ήταν από τις περιοχές πρώτης γραμμής στην εξόρυξη πετρελαίου) και της Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ.

Εισιτήριο για τη συναυλία του Duke Ellington στο Αμπαντάν

Από το ίδιο υπουργείο χρηματοδοτήθηκε και η περιοδεία στην Ασία του Duke Ellington τον Νοέμβριο του 1963 όπου ο «Δούκας» έδωσε συναυλίες σε τρεις ιρανικές πόλεις, στην Τεχεράνη, το Αμπαντάν και το Ισφαχάν. Ίσα που πρόλαβε ο Duke Ellington να εμφανιστεί στις ιρανικές πόλεις αφού λόγω της δολοφονίας του Προέδρου της Αμερική John F. Kennedy στις 22 Νοεμβρίου του 1963 οι προγραμματισμένες συναυλίες του σχήματος μετά από την ημερομηνία αυτή δεν πραγματοποιήθηκαν και η υπόλοιπη περιοδεία ακυρώθηκε. Η εμπειρία των ταξιδιών του αυτών αποκρυσταλλώθηκε στο άλμπουμ του «Far East Suite» (Bluebird/RCA, 1967) με επιλεγμένες στιγμές της περιοδείας του στην Ασία και με κομμάτια όπως το «Isfahan» που αποδίδεται από την ορχήστρα του με σόλο στο άλτο σαξόφωνο του Johnny Hodges.

Max Roach (ντραμς) και Hossein Tehrani (tonbak) το 1969

Το 1969, ένας άλλος μεγάλος της τζαζ, ο ντράμερ και συνθέτης Max Roach έπαιξε στο διάσημο Φεστιβάλ Τεχνών Shiraz με το κουιντέτο του και τη θρυλική τζαζ τραγουδίστρια Abbey Lincoln συμπράττοντας με παραδοσιακούς κρουστούς του Ιράν. Κορυφαία θεωρήθηκε σε εκείνο το φεστιβάλ η εκρηκτική συνεργασία του Max Roach στα ντραμς επί σκηνής με τον Ιρανό δεξιοτέχνη κρουστών και του παραδοσιακού οργάνου tonbak, Hossein Tehrani, ο οποίος είχε αναδείξει τη σολιστική λειτουργία του οργάνου.

Στο ίδιο φεστιβάλ τον Σεπτέμβριο του 1972 έπαιξε το εξαιρετικό, πειραματικό ντουέτο των συνθετών σύγχρονης μουσικής John Cage και David Tudor. Στην εμφάνισή του αυτή στο ιρανικό φεστιβάλ ο John Cage γιόρτασε τα 60ά γενέθλιά του με την παράσταση «Canfield» όπου η ομάδα χορού του Merce Cunningham τον συνέδραμε χορεύοντας με τη μουσική του.

Ο Karlheinz Stockhausen παρουσιάζει το έργο του «Mantra» στο Φεστιβάλ Τεχνών Shiraz

Tην ίδια χρονιά, το 1972 ήταν η σειρά του συνθέτη της αβανγκάρντ και ηλεκτρονικής μουσικής Karlheinz Stockhausen να εμφανιστεί στο σημαντικό ιρανικό φεστιβάλ. Εκεί παρουσίασε το έργο του «Mantra» για δύο πιάνα και ηλεκτρονικά. To «Mantra» ήταν ένα έργο που συνδύαζε τα πλήρως γραμμένα μέρη (παρτιτούρα) με ορισμένα αποσπάσματα που περιλαμβάνουν έναν ελεγχόμενο αυτοσχεδιασμό επίσης γραμμένα από τον συνθέτη.

Και βέβαια δεν ξεχνάμε τις τρεις φορές που ο δικός μας και διεθνής Ιάννης Ξενάκης συμμετείχε στο Φεστιβάλ Τεχνών Shiraz παρουσιάζοντας ισάριθμα έργα του. Το 1968 παρουσίασε το έργο του «Nuits» που αφιέρωσε στους πολιτικούς κρατούμενους όλου του κόσμου και υπερασπίστηκε σθεναρά την αφιέρωσή του αυτή έχοντας απέναντί του την Αυτοκράτειρα του Ιράν και σύζυγο του Σάχη, το 1969 το έργο του «Persephassa» για 6 κρουστά και το 1971 το έργο του «Persepolis», κορυφαίο έργο της ηλεκτρονικής του μουσικής που συνδύαζε ήχο και φως, φτιαγμένο για τους αρχαιολογικούς χώρους της Περσέπολης.

Όπως συμπεραίνουμε από τις εμφανίσεις των κορυφαίων Αμερικανών μουσικών της τζαζ στο Ιράν που χρηματοδοτούνταν από το υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ και είχαν ως στόχο την πριμοδότηση του μισητού από τον λαό Σάχη και της αποικιοκρατικής λογικής εκδυτικοποίησης της χώρας αλλά και από το διάσημο φεστιβάλ Τεχνών Shiraz που φιλοξενούσε ογκόλιθους της αβανγκάρντ και της σύγχρονης μουσικής και τελούσε σε μεγάλο βαθμό υπό την προστασία της συζύγου του Σάχη, η πολιτική που ακολουθούνταν πριν την Επανάσταση του 1979 είχε μεθοδευμένο και θεμελιακό σκοπό την ενδυνάμωση του απολυταρχικού καθεστώτος. Μάλιστα παρά το υψηλό επίπεδο όλων αυτών των εκ δυσμάς συμμετοχών, η συνεργασία δυτικών καλλιτεχνών με το καθεστώς του Σάχη βρέθηκε συχνά στο στόχαστρο σκληρής κριτικής που απευθυνόταν τόσο προς τον Σάχη από τους αντιπάλους του αργότερα όσο και προς τους καλλιτέχνες που κατηγορήθηκαν ως φερέφωνα της βασιλικής πολιτικής. Ίσως και δικαίως σε μια τόσο περίπλοκη πολιτική κατάσταση.

Ο Ιάννης Ξενάκης ετοιμάζοντας το «Persepolis» το 1971

Στο πλαίσιο αυτό έντονα κατηγορήθηκε και ο αριστερός, υπερασπιστής δημοκρατικών ιδεών Ιάννης Ξενάκης για τη συμμετοχή του στο φεστιβάλ το 1968. Είχε απαντήσει σχετικά στη γαλλική εφημερίδα Monde. Εδώ εμείς παραθέτουμε αποσπάσματα της απάντησής του σε ερώτηση του Γιώργου Πηλιχού που εμπεριέχεται στο θαυμάσιο βιβλίο του εκλεκτού δημοσιογράφου «Δέκα Σύγχρονοι Έλληνες» (εκδ. Αστερίας, Αθήνα 1974):

«Σύμφωνα με τη σκέψη σας, θα ήταν πολύ χειρότερο να πήγαινε κανείς στην Αμερική, που έκανε αυτόν τον τρομερό, φασιστικό και εξοντωτικό πόλεμο εναντίον του Βιετνάμ – κι’ ίσως αυτός είναι βασικά ο λόγος που παραιτήθηκα κι΄ έφυγα απ΄ την Αμερική, ύστερα από πέντε χρόνια που πήγαινα εκεί και δίδασκα σ΄ ένα πανεπιστήμιο…

Έτσι φερ΄ ειπείν δόθηκε στη Περσέπολη πρόσφατα, μπροστά στη βασίλισσα, το έργο μου “Νύχτες” που είχε γίνει γνωστό απ΄ το πρόγραμμα ότι είναι αφιερωμένο στους πολιτικούς καταδίκους όλου του κόσμου, μεταξύ των οποίων και στον Κώστα Φιλίνη, ακέραιο άνθρωπο, μεγάλης πνευματικής αξίας που μαρτυράει τώρα και 25 χρόνια στις ανήλιες φυλακές του τόπου του. Μου ζητήθηκαν εξηγήσεις και είπα τότε δημόσια, μπροστά στη βασίλισσα, για ποιο λόγο είχα αφιερώσει το έργο στους πολιτικούς καταδίκους. Κι αυτό, νομίζω, ήταν πιο σημαντικό από το να είχα αρνηθή να δώσω το έργο μου στο Φεστιβάλ της Περσέπολης».

Δεν ήταν όμως μόνο οι υψηλοί προσκεκλημένοι εκείνη την περίοδο που έπαιζαν τζαζ ή σύγχρονη μουσική στο Ιράν. Υπήρχαν και οι ντόπιοι, οι Ιρανοί. Τα συγκροτήματα όσον αφορά την τζαζ εκείνα τα χρόνια έπαιζαν διασκευές στάνταρντς όπως το πολύ δημοφιλές τότε στο Ιράν «Take Five» του Dave Brubeck. Στα 1970s πολλά συγκροτήματα έψαχναν κατεύθυνση, έτσι κάποια από αυτά προσανατολίστηκαν στο ροκ εν ρολ και κάποια παρέμειναν στην τζαζ συνεχίζοντας να παίζουν διασκευές αλλά όχι πρωτότυπο δικό τους υλικό που δημιουργούσαν τα ίδια. Με αυτή την έννοια και στη δεκαετία αυτή δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για αυθεντική ιρανική τζαζ. Στις περιοχές όπου υπήρχαν βιομηχανικές μονάδες εξόρυξης πετρελαίου τις οποίες εκμεταλλεύονταν βρετανικές και αμερικανικές εταιρείες και εργάζονταν Βρετανοί και Αμερικανοί, ευδοκίμησαν τζαζ κλαμπ και κέντρα διασκέδασης όπου ακουγόταν τζαζ για τους εργαζόμενους. Τέτοιες περιοχές ήταν το Αχβάζ στο νοτιοδυτικό Ιράν που ήταν η πρωτεύουσα της επαρχίας Χουζεστάν, το Αμπαντάν στην ίδια επαρχία και η Χοραμσάχρ, σημαντικό λιμάνι της επαρχίας Χουζεστάν που αργότερα, στη δεκαετία του 1980 καταστράφηκε ολοσχερώς στον πόλεμο Ιράν-Ιράκ και οικοδομήθηκε εκ νέου.

Ο κομβικός ρόλος του Αμερικανού Lloyd Miller στην ανάπτυξη ιρανικής τζαζ

Στη δεκαετία του 1970 εντοπίζεται μια σημαντική φυσιογνωμία που επηρέασε καίρια την ιστορία της τζαζ στο Ιράν ο οποίος επέκτεινε τους ορίζοντες των Ιρανών τζαζ μουσικών και ευαισθητοποίησε τις κεραίες τους.

Πρόκειται για τον Αμερικανό εθνομουσικολόγο, συνθέτη και πολυοργανίστα Lloyd Miller (έπαιξε περισσότερα από 100 όργανα μεταξύ των οποίων πιάνο, κλαρινέτο, περσικά κρουστά και έγχορδα όργανα), γεννημένο το 1938 στο Γκλέντεϊλ της Καλιφόρνια, θανόντα στις 27 Δεκεμβρίου 2024, που έζησε στο Ιράν για μια επταετία, έκανε συστηματική έρευνα πάνω στο είδος και με το ψευδώνυμο «Kurosh Ali Khan» έκανε τζαζ πρόγραμμα στο εθνικό τηλεοπτικό κανάλι NIRT και συνεργάστηκε με Ιρανούς και ξένους μουσικούς παίζοντας σε ελεύθερο αυτοσχεδιαστικό ύφος. Η συνεισφορά του στη γεφύρωση ανατολικών-παραδοσιακών και δυτικών σύγχρονων τζαζ δρόμων, που εκ πρώτης όψεως φαίνονταν αταίριαστοι, ήταν αποκαλυπτική. Ο Lloyd Miller ήδη από το 1957 είχε ταξιδέψει με τους γονείς του στο Ιράν και ξεκίνησε τη μακριά μελέτη του στην περσική μουσική. Ακολούθησε η ενασχόλησή του με μουσικές του Αφγανιστάν, του Βιετνάμ, της Ινδονησίας και άλλων μουσικών της Άπω Ανατολής, της Ανατολικής Ινδίας, της Τουρκίας, της Αραβίας, καθώς και άλλων εθνοτικών μουσικών συστημάτων, τα οποία πρόσθεσε στην γνώση του. Μετά από 5 χρόνια ως επιτυχημένος τζαζίστας στην Ευρώπη (1958-1963) και συνολικά 7 χρόνια στο Ιράν και τις γειτονικές περιοχές μέχρι το 1976, ο Μίλερ ανέπτυξε την ανατολίτικη τζαζ του, η οποία δεν συνδυάζει ούτε υποβαθμίζει κανένα σύστημα, αλλά τοποθετεί τα κατάλληλα είδη από το καθένα δίπλα-δίπλα. Αξίζει να αναφέρουμε ότι για πρώτη φορά έπαιξε ζωντανά ιρανική τζαζ μουσική το 1966.

Αν θέλετε να έρθετε σε επαφή με τα μαγικά πράγματα που έκανε ο σπουδαίος αυτός μουσικός συνδυάζοντας δυτική και ανατολική μουσική, αναζητήστε τη θαυμάσια συλλογή του «Lloyd Miller – A Lifetime In Oriental Jazz» (Jazzman, 2009) που κυκλοφόρησε σε cd και δίσκο βινυλίου καθώς και τη συλλογή «Orientations» (FOUNTAINavm,2022) που κυκλοφόρησε σε διπλό δίσκο βινυλίου και όπου περιλαμβάνονται και τα πειράματά του με την ιρανική μουσική. Μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι η ζωντανή τζαζ σκηνή στην Τεχεράνη κατά τη δεκαετία του 1970 οφειλόταν στον Lloyd Miller, στις συναυλίες και στις εκπομπές του στην τηλεόραση και σε διάφορα πολιτιστικά κέντρα στην Τεχεράνη και σε άλλες πόλεις.

 

 

Οι ριζικές αλλαγές μετά την Επανάσταση του 1979 και την ανάληψη εξουσίας από το Χομέινι

Το τέλος της δεκαετίας και συγκεκριμένα το έτος 1979 ήταν κομβικό για τη χώρα και κατά συνέπεια για τη μουσική της. Ήταν η χρονιά που έγινε η Ισλαμική Επανάσταση, γνωστή ως «Επανάσταση του 1979» και όπου εκθρονίστηκε ο Σάχης και ανέλαβε ως ηγέτης του Ιράν ο Αγιατολάχ Χομέινι, ο οποίος εγκαθίδρυσε το θεοκρατικό καθεστώς. Οι κοινωνικές τομές που επήλθαν ήταν κάθετες και ανάμεσά τους βέβαια απαγορεύσεις σχετικές με την κοσμική μουσική για περισσότερο από μια δεκαετία, μέχρι το τέλος των 1980s.

Ιρανές μαθήτριες μαθαίνουν να παίζουν μουσική και να τραγουδούν στο σχολείο Ayeen στο Ισφαχάν του Ιράν πριν την Επανάσταση του 1979.

Ωστόσο η πρώτη συναυλία της οποίας η διεξαγωγή εγκρίθηκε από το νέο καθεστώς στο μεταεπαναστατικό Ιράν ήταν η συναυλία του μουσικού συγκροτήματος Ejazz, του οποίου η τζαζ φιούζιον αφομοίωνε στοιχεία της κλασικής περσικής μουσικής.

Από τη δεκαετία του 1990 παρατηρείται αλλαγή των συνθηκών και τα αυστηρά μέτρα, η επιθετικότητα και οι απαγορευτικοί κανόνες για την τζαζ στο Ιράν χαλαρώνουν. Έτσι ενισχύεται η εισαγωγή δίσκων τζαζ από το εξωτερικό και τα cd του είδους πλέον είναι προσβάσιμα για το ιρανικό κοινό. Η μερίδα του λέοντος ανήκει σε τζαζ καλλιτέχνες όπως ο πιανίστας Keith Jarrett και ο σαξοφωνίστας Jan Garbarek και στους δίσκους τους.

Τι συμβαίνει όμως μe τους Ιρανούς μουσικούς της τζαζ τα τελευταία χρόνια;

Τζαζ τραγουδίστριες και Ιράν

 Η υποβαθμισμένη άποψη και ο απόλυτος έλεγχος που άσκησε το θεοκρατικό καθεστώς στις γυναίκες είναι γνωστά. Ο ρόλος της γυναίκας στην καθημερινή ζωή αλλά και στην τέχνη έχουν γίνει κατ΄ επανάληψη θέματα πρώτης γραμμής και έχουν φωτιστεί με τα μελανότερα χρώματα. Στο πλαίσιο αυτό συνηγορεί και η άποψη του κράτους απέναντι στις τραγουδίστριες και βέβαια, ανάμεσά τους, στις τραγουδίστριες της τζαζ.

Έχει ενδιαφέρον ποιες ήταν οι συνθήκες δημιουργίας και παρουσίασης τραγουδιών από γυναίκες του Ιράν μετά την Ισλαμική Επανάσταση. Στις γυναίκες τραγουδίστριες του Ιράν δεν επιτρεπόταν μετά την Επανάσταση του 1979 να εμφανίζονται δημόσια τραγουδώντας. Επιτρεπόταν η δημιουργία μουσικής από αυτές μόνο για θρησκευτικές τελετές, που ονομάζονται ta’ziyeh. Στους άνδρες απαγορευόταν να ακούν το τραγούδι των γυναικών, οπότε το τραγούδι για τις Ιρανές γυναίκες επιτρεπόταν μόνο στον ιδιωτικό χώρο όπου ήταν μόνες τους κάνοντας τις δουλειές του σπιτιού ή στα χωράφια και πάντα μεταξύ τους. Γυναίκες μόνο μπορούσαν να ακούνε και να βλέπουν γυναίκες να τραγουδούν ζωντανά. Βέβαια με το πέρασμα των χρόνων η στάση αυτή του κράτους χαλάρωσε.

Αρκετές γυναίκες τραγουδίστριες βγήκαν από τη χώρα και μετανάστευσαν σε χώρες της Δύσης προκειμένου να δραστηριοποιηθούν ελεύθερα καλλιτεχνικά αλλά και προς αναζήτηση μιας καλύτερης αγοράς και τύχης. Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις δυο σπουδαίων Ιρανών τζαζ τραγουδιστριών, της Rana Farhan και της Maryam Akhondy.

Γεννημένη στο Ιράν, η Rana Farhan μεγάλωσε ακούγοντας με πάθος δίσκους όταν μπορούσε να τους βρει και θαυμάζοντας τις θρυλικές φυσιογνωμίες του μπλουζ (Odetta, Leadbelly) και της ροκ (Jimi Hendrix και Janis Joplin).

Rana Farhan

Τελειώνοντας τις σπουδές της στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, 10 χρόνια μετά την Ισλαμική «Επανάσταση του 1979» εγκατέλειψε το Ιράν με προορισμό τη Νέα Υόρκη όπου έμεινε μόνιμα. Εκεί δραστηριοποιήθηκε καλλιτεχνικά στη ζωγραφική αλλά και στη ζωντανή τζαζ σκηνή του Χάρλεμ. Η μουσική της συνδυάζει αρμονικά τη σύγχρονη τζαζ, την μπλουζ, τη σόουλ και αποχρώσεις R&B με την κλασική περσική ποίηση. Η συνεργασία της με τον Αμερικανό κιθαρίστα και παραγωγό Steven Toub είχε ως αποτέλεσμα το πρώτο της προσωπικό άλμπουμ στη Νέα Υόρκη με τίτλο «The Blues Are Brewin’», ενώ και το δεύτερο άλμπουμ της «I Return» προχώρησε περαιτέρω τη συνύπαρξη τζαζ, μπλουζ και κλασικής περσικής ποίησης. Στο κομμάτι «Drunk With Love» που κυκλοφόρησε από τη Rana Farhan και τον Toub κάνοντας τον γύρο του διαδικτύου, η ερμηνεία της μπλουζ τραγουδίστριας ταιριάζει ιδανικά με τους μυστικιστικούς στίχους του Πέρση ποιητή του 13ου αιώνα Rumi. Το τραγούδι γνώρισε τεράστια επιτυχία σε όλο τον κόσμο. Κορυφαία στιγμή της καριέρας της ήταν η συνεργασία της με τον σπουδαίο και διάσημο διεθνώς Ιρανό σκηνοθέτη Bahman Ghobadi, ο οποίος, λόγω της κλιμακούμενης αύξησης της δημοτικότητάς της, τη συμπεριέλαβε στην βραβευμένη στο «Ένα κάποιο βλέμμα» του Φεστιβάλ Καννών 2009 ταινία του-μουσικό ντοκιμαντέρ «No One Knows About Persian Cats». Η ταινία παρουσιάζει την προοπτική του Ιράν καθώς εξερευνά κυρίως την underground rock σκηνή του. Ο Ghobadi επαίνεσε τη Rana Farhan ως μια ζωτική φιγούρα στην ιρανική μουσική, λέγοντας: «Σαν βελόνα και κλωστή, η Rana ράβει Ανατολή και Δύση μέσα από τη μουσική της». Στην ταινία συμπεριλαμβάνεται η μεγάλη της επιτυχία «Drunk With Love». Εκτός του Rumi η Rana Farhan στη δισκογραφία της ερμήνευσε ποιήματα του Πέρση ποιητή Hafez.

Στο τελευταίο της άλμπουμ «Persian Soul», που κυκλοφόρησε το 2025 η ερμηνεύτρια επαναπροσεγγίζει με τη φωνή της τα διαχρονικά λόγια του Rumi σε πρωτότυπες συνθέσεις που κινούνται μεταξύ μπλουζ, τζαζ και περσικών μουσικών επιρροών.

Η άλλη σπουδαία Ιρανή τραγουδίστρια, η Maryam Akhondy (γεννημένη το 1957) με κλασικές σπουδές στην Τεχεράνη, λόγω της Επανάστασης του 1979 και της δύσκολης κατάστασης για τη μουσική, έφυγε από την πατρίδα της το 1986  και από τότε ζει και δημιουργεί στην Κολωνία. Ωστόσο η μεγάλη της αγάπη για τη χώρα της και την τζαζ την έφεραν στη γερμανική πόλη να συνεργάζεται με άλλους Ιρανούς μουσικούς. Μάλιστα με τα ιρανικά παραδοσιακά γκρουπ Nawa και Tschakawak εμφανίστηκε στη Γερμανία και τη Σκανδιναβία.

 

 

Ίδρυσε το Ensemble Barbad με το οποίο περιόδευσε στην Ευρώπη και κυκλοφόρησε το cd «Sarmast» το 2006 με στίχους του Hafez και άλλων Ιρανών ποιητών. Τη διετία 1999-2000 ίδρυσε το γυναικείο a cappella συγκρότημα Banu, με το οποίο το 2004 κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Banu – Τραγούδια των Περσίδων Γυναικών» παρουσιάζοντας παραδοσιακά γυναικεία τραγούδια τα οποία η Maryam Akhondy συνέλεγε έως τότε. Το γυναικείο συγκρότημα Banu έκανε περιοδείες στην Ευρώπη, την Τουρκία και την Τυνησία μέχρι το 2012 με ρεπερτόριο τα γεμάτα ζωή και ενέργεια τραγούδια που οι φωνές συνοδεύονται από διάφορα κρουστά όργανα. Σε αντίθεση με τη μελαγχολία και τον λυρισμό που εκπέμπει η ιρανική μουσική, τα παλαιά αυτά λαϊκά, ειρωνικά, συχνά αστεία τραγούδια σκιαγραφούν το πορτρέτο της Ιρανής γυναίκας στην ιδιωτική σφαίρα, την τραγουδιστική γυναικεία παράδοση αλλά και την αυτοπεποίθηση των Ιρανών γυναικών.

Η Maryam Akhondy έχει στο ενεργητικό της ως σολίστ σημαντικές τζαζ συνεργασίες με διεθνούς φήμης μουσικούς όπως την εκλεκτή ορχήστρα της Schäl Sick Brass Band της Κολωνίας μεταξύ 1994 και 1999, τον Mike Herting το 2008 και τον Bobby McFerrin το 2009. Πρόσφατα, το 2023 απέσπασε το φημισμένο βραβείο τζαζ WDR στην κατηγορία «Μουσικές Κουλτούρες».

Διάσημα συγκροτήματα από το Ιράν

Προς το τέλος της πρώτης δεκαετίας της τρίτης χιλιετίας ιδρύθηκαν στο μεταεπαναστατικό Ιράν δυο εκλεκτά συγκροτήματα που παρότι είχαν στοιχεία τζαζ, ο ήχος τους επεκτάθηκε κυρίως στους χώρους της φολκ, της τσιγγάνικης σουίνγκ και της κλεζμέρ, της μουσικής που συνδέθηκε με την εβραϊκή παράδοση.

Οι Bomrani

Δυο συγκροτήματα που ξέφυγαν από τα τοπικά σύνορα, έγιναν δημοφιλή, αγαπήθηκαν με πάθος και καταξιώθηκαν σε διεθνές επίπεδο. Πρόκειται για τους Bomrani που ιδρύθηκαν το 2008, ως μέρος ενός νέου κύματος επιρροών στις μουσικές σκηνές της Τεχεράνης και οι οποίοι εκτός των πολύ επιτυχημένων συναυλιών τους στο εξωτερικό έχουν να επιδείξουν πλήθος συνεργασιών με σκηνοθέτες του ιρανικού θεάτρου και τους Pallett, ένα συγκρότημα που σχηματίστηκε το 2009, παίζει τζαζ φιούζιον με κλαρινέτο, τσέλο και κοντραμπάσο, προσέλκυσε τεράστιο κοινό στο Ιράν και έχει εμφανιστεί και στο εξωτερικό.

Οι Pallett

Το κλεζμέρ που σαν επιρροή υπήρχε στη μουσική των Pallett,  συνδεόταν με Εβραίους από την ανατολική Ευρώπη. Παρά το γεγονός ότι θα περίμενε κάποιος οι ηγέτες του Ιράν να ήταν διώκτες μιας μουσικής που μπορεί να σχετιζόταν έστω και χαλαρά με Ισραηλίτες (Ιράν και εβραϊκό κράτος του Ισραήλ έννοιες ασύμβατες από παλαιά), κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Οι Pallett έκαναν σημαντική σταδιοδρομία εκτός του εξωτερικού και στο Ιράν όπου παρουσίασαν ουσιαστικά εβραϊκή μουσική με την έγκριση της κυβέρνησης της Τεχεράνης. Απομακρυνόμενοι από πολιτικές σκοπιμότητες έπαιζαν τη μουσική που αγαπούσαν όπως το κλεζμέρ το οποίο ήταν μια θαυμάσια λυρική μουσική την οποία δεν έπαιζαν μόνο Εβραίοι του Ισραήλ αλλά και θαυμάσιοι μουσικοί από την Ανατολική Ευρώπη όπως Αλβανοί, Ρώσοι, Βούλγαροι, Πολωνοί κ.α.

Μια σπουδαία ιρανική δισκογραφική εταιρεία

Πριν μπει η τρίτη χιλιετία στον δισκογραφικό χάρτη καταγράφηκε μια εκλεκτή εταιρεία που από το 1999 εδρεύει στην Τεχεράνη. Πρόκειται για τη δισκογραφική εταιρεία Hermes, δημιούργημα του μουσικού και παραγωγού Ramin Sadighi, η οποία με το σύνθημα «μουσική για μουσική» εκδίδει και παράγει κυρίως δίσκους σύγχρονης περσικής μουσικής, μεταξύ των οποίων η τζαζ έχει ξεχωριστό και σημαντικό μερίδιο. Επί της ουσίας η Hermes έχει με επιμονή και προσοχή ποντάρει σε σημαντικούς Ιρανούς καλλιτέχνες και συγκροτήματα από το Ιράν δημιουργώντας ένα ολοζώντανο πεδίο συνθετών, μουσικών και ακροατών περσικής πειραματικής μουσικής. Στο κομμάτι αυτό εξέχουσα θέση έχουν οι δίσκοι των Ιρανών της τζαζ οι οποίοι γεννήθηκαν από τις αλληλεπιδράσεις δυτικών και ανατολικών στοιχείων και χαρακτηρίζονται για τους ανοικτούς ορίζοντες μουσικών που εξερευνούν και πειραματίζονται δημιουργικά με την τζαζ.

Ο Peyman Yazdanian, από τα γερά χαρτιά της Hermes Records

Η εταιρεία που διανέμεται επίσημα στο Ιράν και στην Τουρκία, αλλά και σε πολλές χώρες της Ευρώπης όπως την Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, το Λουξεμβούργο, έχει αποσπάσει σημαντικές διακρίσεις και βραβεία: 2006: Εταιρεία της χρονιάς στο Fajr International Music Festival, 2007: Υποψηφιότητα στα βραβεία Grammy για το άλμπουμ των Hossein Alizadeh, Jivan Gasparyan «Endless Vision» και  2015: Womex Award for Professional Excellence.

Όσο για τον ιδρυτή και επικεφαλής της Ramin Sadighi από το 2015 διοργανώνει στο Ιράν και τη Διεθνή Ημέρα Τζαζ κυρίως με ζωντανές εμφανίσεις του Quartet Diminished, ενός από τα πιο σπουδαία ονόματα της Hermes Records. Λάτρης της τζαζ ο ίδιος o Ramin Sadighi δίνει βήμα και υποστηρίζει μέσα από την εταιρεία του καλλιτέχνες και γκρουπ που δραστηριοποιούνται στις πειραματικές περιοχές της τζαζ. Στην Hermes βέβαια ο κατάλογος είναι πολύ ευρύτερος αλλά πάντα με γνώμονα το πολύ καλό μουσικό γούστο και τις εξαιρετικές εκδόσεις που φέρνουν στον νου τη δουλειά του Manfred Eicher στην ECM.

Quartet Diminished

Μερικά από τα γερά χαρτιά που κυκλοφορούν από την Hermes Records: Ο Alireza Mashayekhi, Ιρανός μουσικός, μαέστρος, ακαδημαϊκός, από τους πρώτους συνθέτες στο Ιράν στον χώρο της avant-garde και της ηλεκτροακουστικής μουσικής, ο Hossein Alizadeh, Ιρανός μουσικός, συνθέτης, σπουδαίος ερμηνευτής του tar και του setar, ο Peyman Yazdanian, Ιρανός πιανίστας-εξέχων ερμηνευτής έργων του Beethoven, συνθέτης και δημιουργός πλήθους πρωτότυπων σάουντρακ για ιρανικές και ξένες ταινίες, συνεργάτης των κορυφαίων Ιρανών συνθετών Kiarostami, Panahi, Bahrani κ.α., ο Hooshyar Khayam, Βρετανοϊρανός ερμηνευτής, συνθέτης κλασικής, σύγχρονης και παραδοσιακής μουσικής του οποίου έργα έχει παίξει το Kronos Quartet, ο Nima A Rowshan, Ιρανός συνθέτης σύγχρονης μουσικής, ο Pejman Hadadi, δεξιοτέχνης του tonbak, κλασικός και παραδοσιακός μουσικός από την Τεχεράνη που το 1990 μετανάστευσε στις ΗΠΑ και το 1995 εντάχθηκε στο Dastan Ensemble, ο Mohammad Reza Aligholi, συνθέτης κινηματογραφικής μουσικής και μουσικής για την τηλεόραση από την Τεχεράνη, ο Hesam Inanlou, βιρτουόζος του παραδοσιακού έγχορδου kemancheh, δεινός αυτοσχεδιαστής και συνθέτης από την Τεχεράνη αλλά και το εκπληκτικό, διεθνώς αναγνωρισμένο συγκρότημα Quartet Diminished που ιδρύθηκε το 2013 και κινείται μεταξύ αβανγκάρντ, σύγχρονης τζαζ, progressive rock και παραδοσιακών ιρανικών αρμονιών και ρυθμών.

Αξίζει να αναφέρουμε την κυκλοφορία το 2005 από την Hermes Records της θαυμάσιας συλλογής «Spring In Niavaran» με καλλιτέχνες και σχήματα τόσο από το Ιράν όσο και από το εξωτερικό που κατέθεσαν τη δική τους ματιά τόσο σε παραδοσιακές φόρμες όσο και στη σύγκλιση ανατολικών και δυτικών μουσικών στοιχείων μέσα από διάφορα είδη: τζαζ, φολκ, world, country. Τα κομμάτια ηχογραφήθηκαν την άνοιξη του 2004 στο Niyavaran Palace της Τεχεράνης.

Κλείνοντας την αναφορά μας στη σπουδαία αυτή δισκογραφική εταιρεία πρέπει να τονίσουμε ότι πήρε το όνομά της από τον θεό Ερμή – αγγελιοφόρο της μουσικής, ερμηνευτή της και σύμβολο του διαπολιτισμικού διαλόγου που υπάρχει τόσο στον περσικό όσο και στον δυτικό πολιτισμό.

 

Ένας μοναδικός νέος συνθέτης και μουσικός, που αφήνει τεράστιες υποσχέσεις

 Πριν συμπληρώσει την τρίτη δεκαετία της ζωής του ο Ashkan Layegh αποτελεί ένα από τα μουσικά θαύματα τόσο ως μουσικός όσο και ως συνθέτης στον χώρο της τζαζ και γενικότερα της σύγχρονης μουσικής. Ο ορισμός του πρωτοποριακού μουσικού με την απίστευτη δεξιοτεχνία στο πιάνο και τις εξαιρετικές επιδόσεις στην ηλεκτρική και ακουστική κιθάρα, στο παραδοσιακό περσικό όργανο setar και στο άλτο σαξόφωνο αλλά και ταυτόχρονα του εμπνευσμένου συνθέτη που οι συνθέσεις αντανακλούν ωριμότητα, σπάνια φρεσκάδα και φαντασία αφήνοντας υποσχέσεις για το μέλλον και καθιστώντας τον μια από τις μεγαλύτερες ελπίδες. Η μουσική του και ο τρόπος που παίζει μουσική δεν έχουν να κάνουν με την περίπτωση ενός πολύ καλού Ιρανού μουσικού αλλά μιας προσωπικότητας που ξεφεύγει από τα τοπικά εθνικά όρια και μπορεί να σταθεί με εξαιρετική επάρκεια στο διεθνές μουσικό στερέωμα.

Ashkan Layegh

Γεννημένος το 1997 στην Τεχεράνη, δηλαδή σήμερα 29 ετών, μεγάλωσε σε μουσικό οικογενειακό περιβάλλον αφού ο πατέρας του ήταν ένας αρκετά γνωστός Πέρσης μουσικός και συνθέτης. Στα 6 του μόλις χρόνια άρχισε να μαθαίνει πιάνο και σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης από το 2016. Την επόμενη χρονιά, το 2017 κέρδισε το πρώτο βραβείο στον διεθνή διαγωνισμό πιάνου Barbados στο Shiraz, και κατόπιν σύστασης της προέδρου της κριτικής επιτροπής του διαγωνισμού, Ιρανής πιανίστριας με έδρα τη Λωζάνη Layla Ramezan, γνώρισε τον Βρετανό μαέστρο και καλλιτεχνικό διευθυντή του Internava Project (μουσικοί δημιουργοί χωρίς σύνορα) Mark Stephenson, ο οποίος τον προσκάλεσε να εμφανιστεί σε μια συναυλία μουσικής δωματίου στην Ιρανική Πρεσβεία, στο Prince’s Gate του Λονδίνου, τον Απρίλιο του 2017. Η στήριξη που του παρείχε ο Mark Stephenson συνεχίστηκε και τον έφερε μετά από οντισιόν στη Βασιλική Ακαδημία Μουσικής και στο Βασιλικό Κολλέγιο Μουσικής του Λονδίνου. Πρόκειται για τον πρώτο νεαρό μουσικό από το Ιράν που μετά την Επανάσταση του 1979 του άνοιγαν οι πόρτες και των δυο μεγάλων αυτών ιδρυμάτων.

Στη Βασιλική Ακαδημία Μουσικής του Λονδίνου από τον Σεπτέμβριο του 2018, ο Ashkan Layegh σπούδασε πιάνο με την Βρετανίδα πιανίστρια, μαέστρο, συνθέτρια Joanna MacGregor OBE και κέρδισε πλήρη υποτροφία με την οποία συμμετείχε στο Φεστιβάλ Πιάνου της Οξφόρδης τον Ιούλιο του 2019 παρακολουθώντας μαθήματα από τον κορυφαίο Ρώσο πιανίστα Boris Berezovsky και τον σπουδαίο Σκωτσέζο πιανίστα Steven Osborne. Εκτός από τις σπουδές του στο πιάνο, ο Ashkan Layegh σπούδασε σύνθεση (μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών ως συνθέτης DipRAM).

Η πρώτη μεγάλη συναυλία του Ashkan Layegh στο Λονδίνο και συγκεκριμένα στο Cadogan Hall, δόθηκε τον Ιανουάριο του 2020 με το ρεπερτόριο να περιλαμβάνει έργα του εξαιρετικού Ελβετού μινιμαλιστή συνθέτη και πιανίστα Nik Bärtsch. Ήδη από την προηγούμενη χρονιά ο  Ashkan Layegh είχε αρχίσει να συνεργάζεται σε τακτική βάση με τον Nik Bärtsch. Ο Ashkan Layegh έχει εμφανιστεί αποκαλύπτοντας το σπάνιο ταλέντο του σε ονομαστούς χώρους όπως το Kings Place, το Southbank Centre και το Wigmore Hall, ενώ έργα του έχουν εμφανιστεί από σημαντικά οργανικά σύνολα όπως London Sinfonietta, Amsterdam Sinfonietta, Riot Ensemble, Septura Brass, Chroma Ensemble και Temporal Harmonies Inc.

Τον Δεκέμβριο του 2019, δημιούργησε το δικό του σύνολο, το Ashkan Layegh Quartet — Phemo με το οποίο ερμηνεύει τη  δική του μουσική που συνθέτει. Από τον Ιούλιο του 2019, ο Ashkan Layegh είναι καλλιτέχνης του Talent Unlimited, σχολείου παραστατικών τεχνών στο Μανχάταν στη Νέα Υόρκη συμπληρώνοντας τα καλλιτεχνικά του εφόδια και με έναν εικαστικό προσανατολισμό.

Οι σημαντικές σπουδές και η έως σήμερα πορεία του Ιρανού συνθέτη και πιανίστα σίγουρα έχουν αφήσει το ίχνος τους όμως ακούγοντάς τον αντιλαμβανόμαστε τον τρόπο που οι επιρροές από τις παραδοσιακές περσικές ρίζες δεν κάνουν θόρυβο, αντιθέτως αφομοιώνονται με έναν μοναδικό τρόπο υπόγειο και περίπλοκο και ενσωματώνονται μέσω του αυτοσχεδιασμού στο ηχητικό, μουσικό του σύμπαν. Η μουσική του επαναπροσδιορίζει και διαβάζει εκ νέου τις ρίζες διατηρώντας σαφείς αποστάσεις από νοσταλγικές ματιές στο χθες. Στον τρόπο του αυτό βρίσκουν τον χώρο να αναπνεύσουν όλα τα διακοσμητικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τόσο την πέρσικη μουσική όσο και τον ελεύθερο τζαζ αυτοσχεδιασμό. Παράλληλα με το παίξιμό του καλλιεργεί έναν διαρκή διάλογο μεταξύ τζαζ και κλασικής μουσικής. Όλα αυτά όμως όπως και το δαιμονικό επίπεδο της δεξιοτεχνίας του αναπτύσσονται μέσω των πολλαπλών μεταμορφώσεων και της αυτοσχεδιαστικής λογικής του. Ακούγοντας τον Ashkan Layegh να παίζει στα πλήκτρα τις υψηλής ταχύτητας και ενέργειας συνθέσεις του, νιώθεις τον αυθορμητισμό αλλά και τη δημιουργική ευφυία ενός διόλου ευκαταφρόνητου ταλέντου. Είτε αυτοσχεδιάζει είτε ακολουθεί τις διαδρομές μιας αναλυτικής και λεπτομερούς παρτιτούρας είναι σε θέση να σε σαγηνεύσει. Ακόμα κι όταν αποδομεί πλήρως με τον δικό του αμίμητο τρόπο τους κώδικες και σαρκάζει μοτίβα και πρότυπα για χάρη μιας απόλυτα ουσιαστικής, ρηξικέλευθης πιανιστικής οπτικής.

Τσεκάρετε τον Ashkan Layegh, αναζητήστε τις συνθέσεις του για ένα ευρύτατο φάσμα οργανικών συνδυασμών και ακούστε τα δυο έως σήμερα άλμπουμ του. Το πρώτο είναι το  «Penumbra» (Apochryphal Editions, 2024) που ο Ashkan Layegh (πιάνο εδώ) συνυπογράφει με τον άλτο σαξοφωνίστα Sam Norris και ηχογραφήθηκε στο Angela Burgess Hall της Βασιλικής Μουσικής Ακαδημίας στο Λονδίνο. Το δεύτερο είναι το «Carnamortal or; the Flesh In+Between» (Apochryphal Editions) που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό, τον Δεκέμβριο του 2025. Στην ηχογράφηση αυτή στο Institute of Sound Recording του Πανεπιστημίου του Surrey στο Γκίλφορντ της Αγγλίας ο Ashkan Layegh παίζει ηλεκτρική κιθάρα σε δικές του συνθέσεις συνοδευόμενος από τους Sam Norris (άλτο σαξόφωνο), Luke Brueck Seeley και  Harry Ling (ντραμς).

Αναμφίβολα θα μας απασχολήσει στο μέλλον. Μένουμε συντονισμένοι γιατί αξίζει της αυξημένης προσοχής μας.

 

Προηγούμενο άρθροΟ Σεφέρης, ο Μπήτον κι εγώ (γράφει η Ρέα Γαλανάκη)
Επόμενο άρθροΣκέψεις για την εμφάνιση της Miranda July στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (από την Αλεξάνδρα Χαΐνη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ