Σάββατο, 25 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΑΡΘΡΑ Πώς ένα σημερινό βιβλίο προκαλεί παρωπίδες 100ετηρίδων για την ψυχική  νόσο και...

Πώς ένα σημερινό βιβλίο προκαλεί παρωπίδες 100ετηρίδων για την ψυχική  νόσο και την αναπηρία (της Χριστίνας Λιναρδάκη)

0
68

της Χριστίνας Λιναρδάκη

 

Η αρχαιολόγος πεδίου Γαρουφαλιά Στέτου είναι μια νέα κοπέλα που πάσχει από διπολική διαταραχή τύπου Ι. Πολύς κόσμος πάσχει από τον συγκεκριμένο τύπο που είναι και ο πιο ήπιος, όμως ελάχιστοι θα έμπαιναν στη διαδικασία να γράψουν ένα βιβλίο για το θέμα. Η Γαρουφαλιά Στέτου το έκανε με τις Μνήμες: Σκέψεις μια πρώην ψυχασθενούς (ιδιωτική έκδοση, 2023), ένα βιβλίο σημαντικό και μόνον για το γεγονός της συγγραφής του. Όχι απλώς επειδή απαιτεί τόλμη να μοιραστεί κάποιος κάτι τόσο προσωπικό όσο μια νόσος (πόσο μάλλον ψυχική) στην εποχή της εμμονής με τον ικανοτισμό, την κανονικότητα και τα αισθητικά πρότυπα, αλλά κυρίως επειδή το βιβλίο της συνδιαλέγεται σε πάρα πολλά επίπεδα με την ιστορία των στερεοτύπων που αναπαράγει η δυτική κοινωνία όταν καλείται να αντιμετωπίσει την ψυχική ή σωματική νόσο και αναπηρία – και θα βρείτε εδώ μια σύντομη περιήγηση στο ποια είναι αυτά και πώς εδραιώθηκαν.

Ξεκινώντας από τον Μεσαίωνα, ο ψυχικά ασθενής αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο του 52ου ψαλμού της Παλαιάς Διαθήκης: «Είπε άφρων εν τη καρδίαν αυτού: ουκ έστι Θεός». Τρελός δηλαδή θεωρούνταν εκείνος που δεν παραδεχόταν την ύπαρξη του Θεού και το μεγαλείο Του. Στις εικονογραφήσεις μάλιστα του ψαλμού αυτού στα μεσαιωνικά χειρόγραφα, η μορφή του άφρονα παριστάνεται δίπλα δίπλα με τον Σατανά ή με σκηνές οδύνης όπως η Σταύρωση, γεγονός που της προσδίδει εντελώς αρνητικό πρόσημο. Αυτή η θέαση καθόρισε τη χριστιανική σκέψη, υποβιβάζοντας αυτόματα τον ψυχικά ασθενή σε κάτι το κακό, το αποκλίνον και περιφρονητέο.

Δεν είναι λοιπόν παράξενο που οι τρελοί στοιβάζονταν στις φυλακές μαζί με τους φτωχούς και τους απόκληρους, τους εγκληματίες και τους παραβατικούς, τους τοξικομανείς και τους αλκοολικούς. Γιατί φρενοκομεία ακόμη δεν υπήρχαν, ιδρύθηκαν αργότερα: πρώτα το 1247 στην Αγγλία το ονομαστό Bethlam ή Bedlam, έπειτα «Το νοσοκομείο των αθώων» (Hospital de los Inocentes)  το 1410 στη Βαλένθια της Ισπανίας.

Μεταξύ 1580 και 1640 η ψυχική νόσος προκαλούσε μεγάλο ενδιαφέρον με τους ψυχασθενείς να αποτελούν θέαμα: τα φρενοκομεία τούς εξέθεταν για τη διασκέδαση των επισκεπτών έναντι μικρού αντιτίμου. Διαφορετικά, αποτελούσαν μέσο εξιλέωσης: οι «κανονικοί» άνθρωποι, ελεώντας τους, αυτούς και τους κάθε λογής αναπήρους, εξασφάλιζαν τον δρόμο τους προς τον Παράδεισο όπως διακήρυττε η ρωμαιοκαθολική εκκλησία, επιβάλλοντας ουσιαστικά τον οίκτο ως ΤΟ συναίσθημα απέναντι στην ύπαρξή τους. Άλλωστε, η εκκλησία λειτουργούσε παράλληλα με τα φρενοκομεία, ιδίως στην αντιμετώπιση των ψυχικών νόσων, διενεργώντας – τι άλλο; – εξορκισμούς. Οι πραγματείες της εποχής, όπως του Timothie Bright, μένουν αναποφάσιστες όσον αφορά την τρέλα ανάμεσα στον προσδιορισμό της ως αμαρτίας ή ως ασθένειας και βλέποντας ως υπεύθυνο για την ίασή της πότε τον πνευματικό και πότε τον γιατρό – ή και τον αστρολόγο, γιατί και τα άστρα θεωρούνταν υπεύθυνα για τις διαταραχές αυτές και είναι ενδεικτικές λέξεις όπως σεληνιασμός, lunatic asylum (από το λατινικό luna=φεγγάρι) κ.λπ. Επίσης, υπεύθυνη θεωρείτο η επίδραση του περιβάλλοντος, ιδίως του καιρού, στα νεύρα – μια πεποίθηση που έχει επιβιώσει μέχρι σήμερα.

Άλλωστε τότε δεν υπήρχε ιατρική όπως την ξέρουμε σήμερα. Είναι αξιοσημείωτο ότι εφαρμόζονταν ακόμα όσα είχε πει ο Ιπποκράτης και Ρωμαίοι γιατροί μετά από αυτόν, όπως ο Γαληνός. Γι’ αυτό και στα πανεπιστήμια της εποχής οι έδρες της ιατρικής ήταν δίπλα από τις έδρες της φιλολογίας.  Η ιατρική συγκροτείται σε πραγματική επιστήμη όταν αρχίζουν οι σημαντικές ανακαλύψεις: ο εμβολιασμός το 1796, το στηθοσκόπιο το 1816, η αναισθησία και η αποστείρωση το 1840, οι ακτίνες Χ το 1895, οι ομάδες αίματος το 1901, τα αντιβιοτικά το 1928. Οι γιατροί του Μεσαίωνα πλησίαζαν το πάσχον σώμα αδαείς εν πολλοίς και τρεμάμενοι. Το λένε εύγλωττα διάφορα λογοτεχνικά κείμενα της εποχής, όπως του Φλωμπέρ. Σημειωτέον ότι τότε οι γιατροί δεν είχαν ειδικότητες, έκαναν τα πάντα – από ακρωτηριασμούς μέχρι τραχειοστομίες, από τοκετούς μέχρι χειρουργεία και, φυσικά, διαγνώσεις επί ψυχικών νοσημάτων.

Κατόπιν, σε όλη την περίοδο του ρομαντισμού (από τη Γαλλική Επανάσταση δηλαδή στα τέλη του 18ου αι. μέχρι και τις αρχές του 19ου αι.), οι ασθένειες άρχισαν να αποτελούν αντικείμενο συστηματικής επιστημονικής παρατήρησης. Ανάμεσα σε αυτές και οι ψυχικές, παρότι δεν ήταν ακόμα σαφές πού έγκειτο η αυθεντία και ποιος ήταν οι πλέον κατάλληλος να ασχοληθεί με τους ψυχασθενείς: ο γιατρός, ο κληρικός, ο φιλόσοφος, ο φιλάνθρωπος ή ο διευθυντής του φρενοκομείου; Σίγουρα πάντως σημειώνεται τότε μεταστροφή στην αντιμετώπιση της ψυχικής διαταραχής. Τον 18ο αιώνα συγκροτείται η «επιστήμη» της φρενολογίας από τους Franz Joseph Gall και Johann Spurzheim, όμως ήταν ένας κλάδος που απαξιώθηκε σε μεγάλο βαθμό μέχρι το 1850. Το 1803 ο Johann Christian Rell εισήγαγε τον όρο «ψυχιατρική» σε μια προσπάθεια καθορισμού ενός νέου επιστημονικού κλάδου.

Οι επισκέψεις σε φρενοκομεία απαντούν με μεγάλη συχνότητα στις ταξιδιωτικές αφηγήσεις του ρομαντισμού, γεγονός που σημαίνει ότι το φρενοκομείο συγκαταλέγεται στα αξιοθέατα μιας ξένης πόλης. Ωστόσο, στις αρχές του 19ου αι., οι επισκέψεις δεν αποσκοπούν πλέον στη διασκέδαση των επισκεπτών ή στην άσκηση φιλανθρωπίας, αλλά συνάδουν με το ενδιαφέρον της αστικής τάξης για την πρόοδο της ιατρικής επιστήμης. Συγχρόνως, οι επισκέψεις αυτές λειτουργούν και σαν επιβεβαίωση της απόστασης ασφαλείας των επισκεπτών: η θέα των ψυχικά ασθενών τους διαβεβαιώνει για τη δική τους ψυχική και διανοητική υγεία. Και στην ελληνική λογοτεχνία του 19ου αι. απαντά το μοτίβο της επίσκεψης στο φρενοκομείο, αντανακλώντας το ενδιαφέρον της εποχής για τη συγκεκριμένη θεματική σε έργα όπως Αι συνέπεια της παλαιάς ιστορίας του Γεώργιου Βιζυηνού, Εκδρομή εις τον Πόρον του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή ή Εις τον οίκον των τρελών του Μιχαήλ Μητσάκη.

Έχουμε πια περάσει για τα καλά στον 19ο αιώνα. Η φυματίωση και η σύφιλη θερίζουν. Ειδικά η φυματίωση όμως, όπως και η νευροπάθεια (ή  μελαγχολία/υστερισμός) από τις ψυχικές νόσους, εξιδανικεύονται. Θεωρούνται ασθένειες των ευαίσθητων, παθητικών ανθρώπων οι οποίοι δεν αγαπούν τη ζωή όσο χρειάζεται για να επιβιώσουν. Για τα όντα που η μοίρα έχει ρίξει σε έναν κόσμο αφιλόξενο, χωρίς νόημα, συντρίβοντάς τα ψυχικά και ηθικά, μοναδική διέξοδος ήταν η διά της νόσου διαφυγή. Πόσο δε μάλλον αφού η ενδεδειγμένη θεραπεία ίασης ήταν το ταξίδι, σε μια εποχή που και αυτό είχε εξιδανικευθεί και που οι νέοι, για παράδειγμα, θεωρούσαν υποχρέωσή τους να κάνουν το Grand Tour, το μεγάλο ταξίδι που θα τους οδηγούσε στα μέρη όπου άνθησε η κλασική αρχαιότητα για να ολοκληρώσουν έτσι τη μόρφωσή τους.

Έχουμε φτάσει πια στο 1859, όταν ο Δαρβίνος με τη θεωρία του της εξέλιξης επηρεάζει, μεταξύ άλλων γνωστικών πεδίων, και την ιατρική σκέψη. Αυτή η επίδραση ασκείται σε συνδυασμό με τις ανακαλύψεις του Μέντελ, ο οποίος εδραιώνει την υπόθεση της επίδρασης της κληρονομικότητας κατόπιν πειραμάτων σε μπιζέλια. Κάπου εδώ είναι που σταματά η εξιδανίκευση της νόσου και αρχίζουν οι δεύτερες σκέψεις.

Σταδιακά ιατρικοί όροι βρίσκουν τον δρόμο τους στην κοινωνική και την πολιτική σφαίρα. Η άνθηση διάφορων, ακόμη και ετερόκλητων επιστημονικών τομέων όπως οι βιοϊατρικές επιστήμες, η εξελικτική θεωρία, η δημογραφική στατιστική, η εγκληματολογία δημιούργησε έναν συμπαγή συνεκτικό ιστό που προσδιοριζόταν από την εμμονική μέριμνα για τη δημόσια υγεία και τη βελτίωση του βιολογικού κεφαλαίου του έθνους και της φυλής. Επρόκειτο για μια μέριμνα που όλο και συχνότερα κατέληγε στη μαζική υστερία και την πρόκληση ηθικών πανικών σε βάρος των «επικίνδυνων διαφορετικών». Ποιοι ήταν αυτοί; Συφιλιδικοί, ομοφυλόφιλοι, επιληπτικοί, σχιζοφρενείς, διπολικοί. Αυτοί γίνονται τα αντικείμενα πάνω στα οποία ασκούνταν βιοεξουσιαστικός έλεγχος:  επιτήρηση,  βίαιη πειθάρχηση,  εγκλεισμός και  ασυλοποίηση θα αποτελούσαν τον εξουσιαστικό ορίζοντα της «ανάξιας» και επομένως «άχρηστης» ζωής τους.

Τότε ήταν που εδραιώθηκε ένα άλλο κυρίαρχο συναίσθημα απέναντι στους αναπήρους ή ψυχικά νοσούντες: η αηδία. Η ασθένεια γίνεται αντικείμενο αποφυγής πάση θυσία, καθώς η γειτνίαση και ο συγχρωτισμός με τους ασθενείς επισύρει τον κίνδυνο μόλυνσης και μετάδοσης. Και αν ο οίκτος που είδαμε νωρίτερα ότι είχε επιβάλει η ρωμαιοκαθολική εκκλησία σε παλαιότερες εποχές ήταν το συναίσθημα απέναντι στους αναπήρους και επέτασσε τη φιλανθρωπία, η αηδία πλέον επέτρεπε, αν όχι δικαιολογούσε, την κακομεταχείρισή τους.

Ακολούθησαν κάποια κομβικά σημεία. Εδραιώθηκε η θεωρία του εκφυλισμού λόγω κληρονομικότητας, με αποτέλεσμα το 1883 ο Φράνσις Γκάλτον να εισαγάγει τον όρο «ευγονική», τον οποίο πολλοί ενστερνίστηκαν γιατί είδαν σε αυτόν τη μέλλουσα σωτηρία των ανθρώπων. Έναν χρόνο νωρίτερα, το 1882, ο Νίτσε είχε γράψει τη Χαρούμενη επιστήμη, στην οποία οραματίστηκε μια νέα, μεγάλη υγεία, βασισμένη στα επιτεύγματα της επιστήμης. Το όραμά του θα στοίχειωνε όλο τον δυτικό κόσμο.

Στην Ελλάδα, με την έννοια της κληρονομικότητας ασχολήθηκε ο λογοτέχνης Κώστας Παρορίτης (1878-1931). Ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο «σάπιο αίμα» για να αναφερθεί στον εκφυλισμό της υγείας για λόγους κληρονομικότητας και, μια και μας απασχολεί η ψυχική ασθένεια, ας σημειωθεί ότι, στα τέλη του 19ου αι., ο υστερισμός π.χ. θεωρούνταν κληρονομικός.

Λίγα χρόνια προτού πεθάνει ο Παρορίτης, το 1924, ιδρύθηκε στην Ελλάδα η Ελληνική Ανθρωπολογική Εταιρεία, παράλληλα με διάφορα ινστιτούτα ευγονικής σε όλα τα Βαλκάνια – όπως προειπώθηκε, η ευγονική είχε συνδεθεί με την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα. Ο φυλετισμός και η ευγονική ήταν ιδέες που εμπότισαν πολλούς διανοούμενους της εποχής, υπό τη σκιά και του Νίτσε που είχε γράψει για τη νέα, μεγάλη υγεία.

Η δεκαετία του 1930 βρίσκει την Ελλάδα (αλλά και την Ευρώπη) με ένα αίτημα για έναν υγιή, νέο άνθρωπο και έναν υγιή, νέο κόσμο. Είμαστε στα απόνερα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ψυχίατρος Νίκος Δρακουλίδης αναλαμβάνει εκστρατεία κατά της σύφιλης και γίνεται πρόεδρος της Ελληνικής Αντιαφροδισιακής Εταιρείας. Κάποια από τις παρενέργειες της σύφιλης ήταν, σημειωτέον, η παράνοια, και τότε το 1/3 των θανάτων στην Ελλάδα οφείλονταν στη σύφιλη που κολλούσε συνήθως η σύζυγος από τον σύζυγο και την περνούσε στα παιδιά τους: το αποτυπώνει αριστοτεχνικά ο Τερζάκης στο βιβλίο του Η παρακμή των Σκληρών. Αλλά ήταν πάρα πολλά, ιδίως τα διηγήματα, που δημοσιεύονταν τότε παντού, από αυτοτελή βιβλία μέχρι λαϊκά περιοδικά, και ασχολούνταν με όλα αυτά τα ζητήματα: τις κληρονομικές νόσους, το σάπιο αίμα, την ελπίδα για έναν νέο, υγιή άνθρωπο. Επρόκειτο για την ατμόσφαιρα ολόκληρης της εποχής.

Έπειτα ήρθε η διάψευση, με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στα συντρίμμια του, ήταν πολλοί οι ανάπηροι πολέμου που έπρεπε τα κράτη να τακτοποιήσουν με κάποιον τρόπο γιατί τους χρωστούσαν και ευγνωμοσύνη: ήταν άλλωστε άνθρωποι που είχαν θυσιαστεί για την πατρίδα. Και ο τρόπος που θεωρήθηκε ο πιο ενδεδειγμένος ήταν ο εγκλεισμός, είτε κατ’ οίκον με εξειδικευμένο προσωπικό, είτε σε ιδρύματα – η με κάθε τρόπο απόσυρση από το συλλογικό βλέμμα. Γιατί το μισερό σώμα, το παραμορφωμένο λειτουργούσε ως η φριχτότερη υπενθύμιση της απειλής του θνητότητας – περισσότερο και από τον ίδιο τον πόλεμο. Ενεργοποιούσε δηλαδή τον φόβο, το βασικότερο συναίσθημα που νιώθουν οι περισσότεροι άνθρωποι ακόμη και σήμερα, όταν αντικρίζουν έναν ανάπηρο, έναν ψυχικά ασθενή, κάποιον μη «κανονικό» και παραγωγικό. Ο φόβος ενεργοποιείται γιατί το πάσχον σώμα λειτουργεί σαν υπενθύμιση της φθαρτότητας και του επικείμενου θανάτου – ακόμη και σήμερα ή μάλλον ιδίως σήμερα, σε μια εποχή σαν τη δική μας, που έχει εξιδανικεύσει την πλαστή ομορφιά αλλά και την πλαστή υγεία. Όσο για το στρες του πολέμου και τα ψυχικά τραύματα, λόγος γι’ αυτά άρχισε να γίνεται μόνο μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ, δηλαδή το 1975.

Ωστόσο, η απόσυρση των αναπήρων από το συλλογικό βλέμμα και η ανοικείωση με αυτό, συνοδευόμενη από την εμμονή για ένα αρτιμελές, υγιές και όμορφο σώμα λειτούργησαν αρνητικά, με αποτέλεσμα η θέα ενός σωματικά ή ψυχικά αναπήρου ή  νοσούντος να προκαλεί οίκτο, αηδία ή φόβο, ακόμη και σήμερα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Αυτή λοιπόν είναι η παράδοση με την οποία συνδιαλέγεται και προσπαθεί να αποτινάξει ένα βιβλίο σαν της Γαρουφαλιάς Στέτου. Αλλά δεν είναι καθόλου απλό. Σήμερα, «κανονικότητα» θεωρείται να είναι κάποιος λειτουργικός και παραγωγικός – αν δεν είναι, δεν αποτελεί κανονικό άνθρωπο αλλά απόκλιση. Τον συνοδεύει στίγμα, είναι ενδεχομένως άχρηστος, ακόμη κι επικίνδυνος. Και χρειάζεται διπλή παρρησία και τόλμη να πάει κάποιος κόντρα στο κυρίαρχο ρεύμα, στην κυρίαρχη αφήγηση του ανθρώπου που «οφείλει» να γίνεται όλο και καλύτερος, όλο και πιο όμορφος ή πιο δυνατός με επεμβάσεις, παρεμβάσεις και συμπληρώματα κάθε λογής. Η αδυναμία είναι σφάλμα, ενίοτε μοιραίο, κυρίως η ορατή – είτε πρόκειται για το σώμα είτε για την ψυχή. Και εξαιρέσεις δεν χωράνε.

Σήμερα όμως, ειδικά σήμερα που οι ευκαιρίες επικοινωνίας και απεύθυνσης του απλού ανθρώπου σε ένα ευρύτερο κοινό από τον συνήθη κύκλο του, λόγω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, είναι ευρέως προσβάσιμες και η αυτοδιήγηση ανθεί, σήμερα είναι πιο εφικτό από ποτέ να μιλήσει κάποιος για μια σοβαρή νόσο, οπωσδήποτε για μια ψυχική νόσο. Είναι μια δυνατότητα που δεν θα μπορούσε να μην επηρεάσει την τέχνη.

Στο εξωτερικό, η λογοτεχνία της αναπηρίας είναι διακριτός άξονας σε πολλές χώρες – όχι μόνο αγγλόφωνες. Και είναι αξιοσημείωτο το παράδειγμα της Αμερικής όπου ο Ιούλιος έχει θεσπιστεί disability pride month μετά και την ψήφιση της ADA (Americans with Disabilities Act) το 1980. Και είναι σημαντικός θεματικός άξονας γιατί φέρνει στο φως τις εμπειρίες ανθρώπων που νοσούν, εμπειρίες που λόγω της στιγματοποίησης και των κάθε λογής ταμπού μένουν κρυφές και ανείπωτες – άρα εν πολλοίς άγνωστες. Αν δούμε έναν άνθρωπο στον δρόμο να περπατά με πατερίτσα, πόσο μάλλον να είναι σε αμαξίδιο ή να κρατά λευκό μπαστούνι, θα γυρίσουμε και θα τον κοιτάξουμε δύο φορές (ακόμα χειρότερα, θα αποστρέψουμε το βλέμμα) γιατί το θέαμα μάς είναι ανοίκειο. Οι μη πλήρως λειτουργικοί άνθρωποι δεν κυκλοφορούν συνήθως, κυρίως επειδή, σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, είναι απλώς πολύ δύσκολο. Τα πεζοδρόμια είναι χαλασμένα, οι διευκολύνσεις σπάνιες, η προκατάληψη – κυρίως η προκατάληψη – θηρίο να τους καταπιεί

Όμως η λογοτεχνία της αναπηρίας είναι ένας τρόπος για τους πάσχοντες να ανταποδώσουν το βλέμμα που τους ρίχνει η κοινωνία, ένα βλέμμα απανθρωπιστικό και υποτιμητικό. Είναι μια ευκαιρία να μιλήσουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους, στους όρους που αυτοί επιλέγουν, μέσα σε έναν κόσμο όπου οι αποφάσεις για οτιδήποτε τους αφορά λαμβάνονται από άλλους ανθρώπου, συνήθως μη πάσχοντες και υγιείς.

Το πιο σημαντικό λοιπόν που επιτυγχάνει ένα βιβλίο σαν της Γαρουφαλιάς Στέτου είναι ότι κομίζει μια νέα επίγνωση και μαζί της την υπόσχεση ενός καλύτερου αύριο, ενός αύριο όπου ο ορισμός της κανονικότητας θα έχει διευρυνθεί σημαντικά ώστε να χωράει τους πάντες και όπου το σώμα δεν θα αντιμετωπίζεται σαν κάτι το στατικό, αλλά σαν ένα ατελείωτο φάσμα τροπικοτήτων που μπορεί να το αφορούν – και όπου όλες εμπίπτουν.

Επιπλέον, το βιβλίο αυτό της Στέτου ήταν το πρώτο μονοθεματικό βιβλίο ποίησης της αναπηρίας που γράφτηκε στην Ελλάδα σήμερα (εξαιρώντας τον Φεβρουάριο του 2001 του Ηλία Λάγιου που δημοσιεύθηκε το 2002). Νόμιζα ότι ήταν το δικό μου, όπου περιγράφω τα συμπτώματα ενός ασθενούς με σκλήρυνση κατά πλάκας, αλλά όχι – το δικό μου ήρθε δεύτερο. Και ακολούθησε εκείνο του Μανώλη Νανούρη, και αυτό για τη διπολική διαταραχή. Ελπίζω να υποδεχτούμε περισσότερα μέσα στα επόμενα χρόνια.

Όσο για το βιβλίο αυτό καθαυτό, περιέχει τα πρώτα ποιήματα που έγραψε ποτέ η Γαρουφαλιά, υπό το κράτος του σοκ της κρίσης που την είχε οδηγήσει στο ψυχιατρείο, και γι’ αυτό κάποια ποιήματα μπορεί να μοιάζουν πιο αμήχανα. Δεν έχει όμως καμία σημασία, γιατί η γραφή εξελίσσεται και ωριμάζει. Αυτό που κάνει το συγκεκριμένο βιβλίο είναι πολύ πιο σημαντικό από το περιεχόμενό του – η ύπαρξή του και μόνο βοηθά να στοιχειοθετηθεί η υπόθεση μιας ελληνικής λογοτεχνίας της αναπηρίας.

Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για ένα βιβλίο δυνατό, πέρα από τις όποιες αμηχανίες, για ένα βιβλίο που περιέχει ατόφιες και πολύτιμες στιγμές αλήθειας. Και είναι τόσο δυνατές και τόσο ηχηρές που καταντούν εκκωφαντικές. Είναι τόσο ανοίκειες που, αφού κάποιος διαβάσει αυτό το βιβλίο, δεν θα μπορέσει ποτέ πια να αντιμετωπίσει το ζήτημα της νόσου με τον ίδιο τρόπο. Γι’ αυτό, αντί επιλόγου, θα παραθέσω ένα σύντομο απόσπασμα από αυτό το συγκλονιστικό – για όλους τους λόγους που προανέφερα – βιβλίο της Γαρουφαλιάς Στέτου:

«Όλα ξεκίνησαν λοιπόν, όταν δεν άντεχε ο νους μου τη σκληρότητα της πραγματικότητας και απέδρασε. Απέδρασε για λίγο από το πλαίσιο της λογικής και έφτασε στο παράλογο, στο άλογο, στο αλλόκοτο, στη σκέψη δίχως έλεγχο. Είναι ενδιαφέρον, πώς ακόμα και όταν δεν υπάρχει λογική, η σκέψη είναι εκεί και δεν χάνεται. Συνεχίζει να υπάρχει αλλά γεννά παράλογα σχήματα, γωνιώδη, σπειροειδή και συλλογιστικά πλέγματα ταυτίσεων. Ταυτίσεων, στη δική μου περίπτωση, με το εκάστοτε περιβάλλον. Μια μέρα λοιπόν, τρελάθηκα. Αλλά η τρέλα μου ήταν σαν καθρέπτης. Άραγε, αν δεν ήμουν στο ψυχιατρείο, αλλά σε μια βιβλιοθήκη, ένα μέγαρο, έναν παιδότοπο, μια μουσική σάλα, μια αίθουσα χορού, μια πινακοθήκη, ένα τσίρκο, άραγε η παράστασή μου να ήταν διαφορετική;

 Το θέατρο άλλωστε δεν είναι η ζωή;

 Κάποιοι εικάζουν ότι η μουσική βρίσκεται παντού, άλλοι λένε ότι η τέχνη στο σύνολό της είναι παντού. Εγώ θα πω αυτό, παντού μέσα στη ζωή υπάρχει το παράλογο, αλλά και μέσα στην ίδια τη λογική. Γιατί τι είναι λογική; Είναι κάτι σαν την ηθική στα μάτια μου ή τους νόμους. Πλαίσια συλλογιστικών σχημάτων που δεν ανταποκρίνονται σε σταθερές.

 Ενώ η μόνη σταθερά είναι ότι υπάρχει αστάθεια.»

 

 

Βιβλιογραφία:

Αλεξιάδου, Λίλυ, «Νοσογραφία στον Ζητιάνο του Καρκαβίτσα. Πάθη και γιατροσόφια στον αρρωστότοπο του Νυχτερεμιού», στο Γ. Βαρζελιώτη, Ξ. Γεωργοπούλου & Α. Καρακατσούλη (επιμ.), Νόσος και λογοτεχνία: Πρακτικά 1ου Διεπιστημονικού Συνεδρίου του Εργαστηρίου Ιστορίας του Βιβλίου (Τμήμα Θεατρικών Σπουδών) σε συνεργασία με την Ιατρική Σχολή ΕΚΠΑ, 26-27 Μαΐου 2023. Διαθέσιμο στο: https://www.openbook.gr/nosos-kai-logotechnia/

Αμπατζοπούλου, Φραγκίσκη, σεμινάριο «Νόσος και λογοτεχνία», διοργάνωση: Μελένια Λεμόνια, 27.1.2026-24.2.2026.

Βασιλειάδου, Δήμητρα, «Αυτοπαθογραφίες: Σώμα, ψυχή και συναισθήματα στα τέλη του 19ου αιώνα», στο Γ. Βαρζελιώτη κ.ά., ό.π.

Bright, Timothy, “A Treatise of Melancholie. Containing the causes thereof, & reasons of the strange effects it worketh in our minds and bodies”, 1586.

Γεωργοπούλου, Ξένια, «“Τρελός βόρεια-βορειοδυτικά”: Η ψυχική νόσος στο θέατρο της Αναγέννησης», στο Γ. Βαρζελιώτη κ.ά., ό.π.

Darwin, Charles, On the Origin of Species by Means of Natural Selection, or The Preservation of Favoured Races in the Struggle for Life, 1859.

Galton, Francis, Inquiries into the Human Faculty and Its Development, 1883.

Hughes, Bill, «Εξετάζοντας κριτικά τα συναισθήματα στο φαντασιακό των μη ανάπηρων: Φόβος, οίκτος και αηδία», στο Nick Watson & Simo Vehmas (επιμ.), Σπουδές για την αναπηρία, Αθήνα: Τζιόλας, 2η έκδοση 2025.

Κόκκινος,  Γιώργος, «Ιατρικοποιώντας τους “επικίνδυνους” σε αναζήτηση μιας “υγιεινής του πνεύματος”: Ο Max Nordau, ο εκφυλισμός και οι “εχθροί της αστικής κοινωνίας”», στο Γ. Βαρζελιώτη κ.ά., ό.π.

Mentel, Gregor, «Experiments on Plant Hybridization», 1865.

Μπίστα, Πολυξένη, «Η ασθένεια, αόρατος μαραγκός που ροκανίζει τη ζωή των ηρώων στο τερζακικό σύμπαν», στο Γ. Βαρζελιώτη κ.ά., ό.π.

Nietzsche, Friedrich, Die fröhliche Wissenschaft, 1882.

Ρασιδάκη, Αλεξάνδρα, «Από την τρέλα του κόσμου στον κόσμο του φρενοκομείου: Οι Νυχτερινές περίπολοι του Μποναβεντούρα», στο Γ. Βαρζελιώτη κ.ά., ό.π.

Προηγούμενο άρθροΝα μένεις ορατός (γράφει η Νατάσα Ζαχαροπούλου)
Επόμενο άρθροΣπίτι είναι εκεί απ’ όπου ξεκινάμε (γράφει ο Αντώνης Βαδόλας)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ