Παρασκευή, 8 Μαΐου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΑ Ολοκαύτωμα: Έξι Έλληνες συγγραφείς για το πως το αντιμετωπίζουν μυθοπλαστικά (επιμέλεια: Μαρίζα...

Ολοκαύτωμα: Έξι Έλληνες συγγραφείς για το πως το αντιμετωπίζουν μυθοπλαστικά (επιμέλεια: Μαρίζα Ντεκάστρο)

0
2040

 

επιμέλεια: Μαρίζα Ντεκάστρο

 

Στις 27 Ιανουαρίου του 1945, απελευθερωθήκαν στο Άουσβιτς 416 παιδιά κάτω των 13 χρονών, καθώς και 234 αγόρια και κορίτσια ηλικίας μεταξύ 14 και 17 χρονών, σημειώνει ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Άλβιν Μέγιερ στην εισαγωγή του βιβλίου του Μην ξεχάσεις το όνομά σου. Τα παιδιά του Άουσβιτς. Στο εξώφυλλο η φωτογραφία τριών χαμογελαστών παιδιών, από τις εκατοντάδες χιλιάδες που εκτοπίστηκαν στα στρατόπεδα. Το αγόρι της φωτογραφίας επέζησε και μίλησε.

Ο συγγραφέας βασίστηκε σε μακρές συνομιλίες με παιδιά του Άουσβιτς που ζούσαν όταν έγραψε το βιβλίο (α’ γερμανική έκδοση το 1990), τα οποία, ενήλικα πλέον, ήταν διατεθειμένα να μιλήσουν για το πώς επιβίωσαν και για τη ζωή τους μετά, καθώς και με συγγενείς τους και κοντινούς τους ανθρώπους που πρόσθεσαν περισσότερες πληροφορίες.

Το Μην ξεχάσεις το όνομά σου. Τα παιδιά του Άουσβιτς δεν απευθύνεται σε νέους. Είναι βιβλίο ‘βάσης’ για όλους εκείνους που ασχολούνται με το θέμα ΄Παιδιά και Ολοκαύτωμα’, και παρουσιάζει τις μαρτυρίες του δράματος της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας η οποία πέρασε στην Ιστορία.

Το έργο χωρίζεται σε δεκαεπτά κεφάλαια. Οι τίτλοι σοκάρουν:

Το πριν: «Τότε σταμάτησε η παιδική μου ηλικία».

Η μετάβαση στο στρατόπεδο- Σαν σε φέρετρο.

Η ζωή εκεί – «Τα δίδυμα! Πού είναι τα δίδυμα;», Γεννήσεις στο Άουσβιτς.

Τον τρόμο- «Πεθαίνω! Τι είναι αυτό;»

Το δραματικό μετά- Επιτέλους ζωή, «Ποιος είμαι;», «…Πάντα το άλλο τρένο με ακολουθεί».

 

Η Άννα Φρανκ ήταν παιδί του Μπέργκεν-Μπέλζεν. Δεν επέζησε. Το Ημερολόγιό της σώθηκε ανάμεσα στα βανδαλισμένα υπάρχοντα της οικογένειας Φρανκ, εκδόθηκε στην Ολλανδία το 1947, και είναι μάλλον το πρώτο τεκμήριο στο οποίο παρουσιάζονται η ζωή και οι σκέψεις κυνηγημένων και κρυμμένων ευρωπαίων εφήβων στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής*.

Ας θεωρήσουμε λοιπόν το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ ως αφετηρία για τη συλλογή μαρτυριών, τη συγγραφή μελετών και νεανικών βιβλίων με θέμα ‘παιδιά και Ολοκαύτωμα’.

Έκτοτε, έχουν πολλαπλασιαστεί τα έργα της παιδικής/ νεανικής ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας τα οποία περιλαμβάνουν στην πλοκή τους το Ολοκαύτωμα.

*****

Έξι Έλληνες συγγραφείς νεανικής λογοτεχνίας απαντούν στο ερώτημα του ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ: Πώς αντιμετωπίσατε μυθοπλαστικά στο έργο σας το Ολοκαύτωμα;

 

Η Μαρία Δασκαλάκη

Η απόφαση να εντάξω το Ολοκαύτωμα στο μυθιστόρημά μου  ‘Μυστική Αποστολή: τα μυστικά του πέτρινου γεφυριού’, που απευθύνεται και σε παιδιά δεν ήταν καθόλου εύκολη· γι’ αυτό κι όταν ξεκίνησα, οι ώρες που πέρασα μπροστά στον υπολογιστή, κοιτάζοντας ένα κενό έγγραφο στην οθόνη του, ήταν πολλές. Η αλήθεια ήταν άγρια, μα και αδιαπραγμάτευτη. Πώς να την έγραφα με σεβασμό, δίχως να προσπαθώ να τη λειάνω για να μην τα τραυματίσω; Πώς να προσέγγιζα ένα τόσο βαθύ τραύμα, ιστορικό και συλλογικό, χωρίς αναφορές στις βαναυσότητες που το καθόρισαν ως τέτοιο;

Αρχικά, προσπάθησα να αφήσω την Ιστορία να μιλήσει μέσα από τις ζωές των ανθρώπων που τη βίωσαν, μέσα από τις σιωπές τους, τις απώλειες και τις μνήμες που κουβαλούσαν. Η μορφή της ηλικιωμένης Σαλιγκαρούς -της κυρίας Άννας Κοέν- λειτούργησε ως φορέας αυτής της μνήμης: ως άνθρωπος με παρελθόν, πληγές και ανάγκη για λύτρωση.

Επέλεξα να μην αφηγηθώ το Ολοκαύτωμα, αλλά να το αφήσω να αποκαλυφθεί. Τα παιδιά-ήρωες δεν γνωρίζουν εξαρχής· απορούν, ψάχνουν, ανακαλύπτουν, μαθαίνουν -όπως μαθαίνουν μαζί τους και τα παιδιά-αναγνώστες. Μέσα στο βιβλίο, η Ιστορία δεν επιβάλλεται· είναι γραμμένη με μελάνι στον πήχη της Άννας Κοέν. Αναδύεται μέσα από το κίτρινο αστέρι που οι δύο ήρωες βρίσκουν πεσμένο στο βρεγμένο χώμα. Κρύβεται στα σκοτεινά, σκουριασμένα βαγόνια ενός τρένου στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό της Θεσσαλονίκης, απ’ όπου ξεκίνησαν οι εκτοπίσεις των Εβραίων της πόλης. Φτάνει ως το Άουσβιτς, φορά ξύλινα παπούτσια και περπατά στο χιόνι προς τους θαλάμους αερίων. Εκεί, η Ιστορία βγάζει τα ρούχα της και παίρνει την τελευταία της ανάσα.

Το Ολοκαύτωμα -με το ανθρώπινο βάρος που πάντα θα φέρει- συνεχίζει να διαμορφώνει ζωές και συνειδήσεις μέχρι σήμερα. Όπως έχει διατυπωθεί σε αναλύσεις πολλών στοχαστών του 20ού αιώνα -όπως ο Πρίμο Λέβι- ο φασισμός δεν εμφανίζεται ξαφνικά· γεννιέται και εδραιώνεται στη σιωπή και την αδιαφορία των πολλών. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα δεν επιβάλλονται μόνο με γραφειοκρατικές αποφάσεις, αλλά τροφοδοτούνται και από τη συνενοχή της κοινωνίας.

Αυτή ακριβώς τη διάσταση πιστεύω πως οφείλει να φωτίζει η λογοτεχνία, ιδίως όταν απευθύνεται σε αναγνωστικό κοινό μικρότερης ηλικίας. Αν, διαβάζοντας το βιβλίο μου, τα παιδιά συγκινηθούν, προβληματιστούν και νιώσουν την ανάγκη να μη σιωπήσουν ποτέ απέναντι στην αδικία και την απανθρωπιά, τότε η αφήγησή μου έχει επιτελέσει τον σκοπό της.

*****

Η Εύα Κασιάρου

Η Θεσσαλονίκη ήταν ένας τόπος που επισκεπτόμουν αρκετά συχνά κατά την παιδική μου ηλικία, λόγω συγγενικών προσώπων που ζούσαν στην πόλη, και τα μνημεία της πάντα μου προκαλούσαν δέος.

Όταν μάλιστα γνώρισα την ιστορία αυτής της πόλης, μιας κατ΄ ουσίαν εβραϊκής μεγαλούπολης, και  τον αφανισμό της εβραϊκής κοινότητας  – τόσο ζωντανής και ακμάζουσας πριν από τον πόλεμο, μα σχεδόν ολοκληρωτικά εξαφανισμένη στη συνέχεια (πληγή και στίγμα ταυτόχρονα), αισθάνθηκα ως υποχρέωση να γράψω για τη διατήρηση της μνήμης όλων των ανθρώπων που χάθηκαν, αλλά και για  όσα προσπάθησαν να σώσουν.

Στο μυθιστόρημά μου ‘Το ξεχασμένο κλειδί’, το Ολοκαύτωμα λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στον αναγνώστη και στα όσα συνέβησαν την τραγική εκείνη περίοδο, μέσα από μια ανθρώπινη ιστορία δύο παιδιών: ενός εβραιόπουλου και μιας προσφυγοπούλας από τη Μικρά Ασία. Αυτά τα παιδιά μεγαλώνουν με όνειρα και ερωτεύονται σε μια πόλη γεμάτη μνημεία, που αποτελούν σημεία αναφοράς της ζωής και της καθημερινότητάς τους. Όμως, βίαια, εξαιτίας του ναζισμού, η αγνή σχέση τους καταστρέφεται.

Το κλειδί που έραψε η μητέρα του μικρού Εβραίου πρωταγωνιστή, του Ιάκωβου, στον ποδόγυρο του παλτού του γιου της, είναι μια απελπισμένη πράξη αντιμετώπισης της πείνα – δεν ανοίγει απλώς ένα κουτί με χρυσαφικά. Ανοίγει έναν ολόκληρο κόσμο μνήμης για την προσφυγοπούλα, η οποία, ηλικιωμένη πια, προσπαθεί απεγνωσμένα να μάθει αν ο αγαπημένος της ζει, με την βοήθεια του εγγονού της. Μέσα από αυτό το μικρό αντικείμενο- το κλειδί-,  ο αναγνώστης αρχίζει να μαθαίνει πόσο  οι άνθρωποι πάλεψαν και αγωνίστηκαν για να επιβιώσουν.

Ο έρωτας αυτών των παιδιών, ως αντίβαρο στη φρίκη εκείνης της εποχής, υπενθυμίζει σε όλους μας ότι ακόμη και σε περιόδους ακραίας βίας η αγάπη δεν εξαφανίζεται.  Και όλα όσα τερατώδη έγιναν, οφείλουμε να μην  τα λησμονούμε, αλλά αντίθετα να αγωνιζόμαστε συνεχώς  να μην ξανασυμβούν. Γιατί κάθε μικρό κλειδί που σώζεται ανοίγει τον δρόμο της ευθύνης  όλων μας για μέλλον.

*****

Η Κέλλυ Ματαθία Κόβο

Όταν ήμουνα μικρή, μιλούσαμε συχνά για τις αγωνίες και τον τρόμο που έζησε η οικογένειά μου κατά τη διάρκεια του  Β’ ΠΠ, προσπαθώντας να ξεφύγει από τις διώξεις, τις συλλήψεις και τα ναζιστικά στρατόπεδα.

Μια ανοιξιάτικη νύχτα του 1943, η μητέρα μου, οι γονείς της και τα έξι αδέρφια της κατάφεραν να δραπετεύσουν από το εβραϊκό γκέτο της Θεσσαλονίκης, που βρισκόταν υπό γερμανική κατοχή. Διέφυγαν μέσα από μια μικρή πόρτα στην αυλή που συνέδεε το σπίτι τους με το σπίτι του γείτονα.

Έπειτα, ένα κωδικοποιημένο τηλεγράφημα στάλθηκε στο δήμαρχο της Γλώσσας Σκοπέλου, πιστό φίλο και συνεργάτη της οικογένειας.

 Τα ‘Κίτρινα Καπέλα’ είναι μια ιστορία που μιλάει για φόβο και θάρρος, αλληλεγγύη, ανθεκτικότητα και  ευγνωμοσύνη. Θέλοντας να κάνω ένα βιβλίο για μικρά παιδιά, εστίασα στο καλό μέρος μιας, κατά τα άλλα, φριχτής ιστορίας.

Σύντομα, άρχισαν τα ερωτηματικά και τα διλήμματα. Πώς ήταν πραγματικά να ζουν σε κατάσταση συνεχούς φόβου και υπαρκτού κινδύνου; Πώς κατάφεραν να συνεχίσουν να εμπιστεύονται άλλους ανθρώπους και να βρίσκουν ελπίδα ακόμα και στις χειρότερες δυνατές συνθήκες; Αφού έφυγαν από το σπίτι τους, πώς κατάφεραν να επιβιώσουν; Και το πιο σημαντικό, πώς και γιατί απλοί άνθρωποι έβαλαν σε κίνδυνο τη ζωή τους, αντιστάθηκαν στην ιδεολογία του μίσους που ήταν διάχυτη εκείνη την εποχή, για να σταθούν στο πλευρό τους;

Με ποιο τρόπο έπρεπε να μοιραστώ τραυματικά γεγονότα με παιδιά; Στην προσπάθεια να κρατηθούν οι νεαροί αναγνώστες σε ασφαλή απόσταση, το ρόλο των ηρώων ανέλαβε μια οικογένεια προβάτων που πλαισιώθηκε από  έναν κόκορα, ένα λαγό και έναν ποντικό. Η βασική μου σκέψη ήταν ότι είναι όλα τους ζώα οικεία και προσιτά. Τα παιδιά βλέπουν τα πρόβατα ως απαλά και φιλικά ζώα. Βαθιά ριζωμένα στην ανθρώπινη κουλτούρα, τα πρόβατα συχνά απεικονίζονται σε ποιμενικές σκηνές, αντιπροσωπεύοντας την αθωότητα. Και το πιο σημαντικό δίλημμα: πώς να εικονογραφήσω τους κακούς της Ιστορίας αποφεύγοντας τα στερεότυπα και την υπέρ-απλούστευση; Κατέληξα να τους αναφέρω μόνο λεκτικά  ως «άγρια θεριά».

 Αναρωτιέμαι πάντα: 80 χρόνια μετά το τέλος του Β’ΠΠ, είναι ο κόσμος πιο δίκαιος και ασφαλής; Υπάρχουν αμέτρητες ιστορίες ανθρώπων σε ολόκληρο τον κόσμο που, ακόμα και σήμερα, διώκονται και εκτοπίζονται από τις εστίες τους. Τι έχουμε μάθει από τις σκοτεινές περιόδους της Ιστορίας και πώς μπορούμε να εμποδίσουμε την επανάληψή τους; Τι πρέπει να κάνουμε ώστε η γνώση αυτή να μην παραδοθεί στη λήθη; Γιατί πρέπει να διατηρούμε τη μνήμη ζωντανή, και πώς πρέπει να τη μοιραστούμε με τις επόμενες γενιές;

Η Μνήμη είναι ένα χρέος που οφείλουμε σε όλους εκείνους που έχουν υποστεί τραύματα πολέμου, καθώς και σε όλους όσοι στάθηκαν ενάντια στην αδικία και τις διακρίσεις. Είναι ένα χρέος που οφείλουμε στα παιδιά μας και στις επόμενες γενιές.

Ιστορίες σαν Τα Κίτρινα Καπέλα μας δείχνουν πόσο εύθραυστη είναι η ζωή και πώς ο κόσμος μπορεί να ανατραπεί από τη μια στιγμή στην άλλη. Εύχομαι η ιστορία αυτή να δώσει στους αναγνώστες την πίστη ότι στο τέλος το φως πάντα νικάει το σκοτάδι.

*****

Η Αλεξάνδρα Μητσιάλη

Για τη Δίκαιη Μνήμη

Όταν το 2015 μπήκα στη διαδικασία της έρευνας και της συγγραφής του βιβλίου ‘Ξυπόλυτοι Ήρωες’, δεν είχαν περάσει παρά λίγα χρόνια από τότε που είχε αρχίσει να αναψηλαφείται το κατοχικό παρελθόν της Θεσσαλονίκης με όλα τα σημαντικά γεγονότα του: οικονομική αφαίμαξη και εγκληματικές πράξεις των ναζιστών, αντιστασιακό κίνημα, δωσιλογισμός, ξεκλήρισμα της μεγάλης εβραϊκής κοινότητας, απελευθέρωση. Γρήγορα κατάλαβα ότι τις δεκαετίες που προηγήθηκαν τα γεγονότα αναφορικά με την περίοδο εκείνη είχαν επιμελημένα σπρωχτεί κάτω από το χαλάκι της επίσημης ιστορίας και σκεπαστεί από στερεότυπα, παραποιήσεις, μισόλογα και κυρίως σιωπή. Σαν, αν μιλούσες γι’ αυτά, να έκανες κάτι επικίνδυνο κι απαγορευμένο, σαν μια ομερτά να τα είχε καταδικάσει στην αφάνεια: στη δημόσια ιστορία υπήρχαν ακόμη ονόματα δωσίλογων σε οδόσημα κεντρικών δρόμων, η Πλατεία Ελευθερίας του Μαύρου Σάββατου ήταν -και δυστυχώς εξακολουθεί να είναι- πάρκινγκ, ενώ τα ιστορικά κτίρια που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα τεκταινόμενα δεν έφεραν καμία σχετική ένδειξη για να τ’ αναγνωρίσει κανείς.  

Μεγαλωμένη στην εβραϊκή συνοικία του γενέθλιου τόπου μου, της Κέρκυρας, έχοντας παιδί κιόλας αντικρίσει τον αριθμό του Άουσβιτς στο χέρι της κυρίας Ρεβέκκας και του κύριου Ααρών, έχοντας ακούσει ιστορίες για τα κρεματόρια και τους φούρνους του κολαστήριου που εξόντωσαν την πρώτη γυναίκα του κύριου Ματαθία και τα τέσσερα παιδιά του, έχοντας διαβάσει στην Α΄ Λυκείου την Ανάκριση του Πέτερ Βάις, Το Εβραϊκό Ζήτημα του Μαρξ και τα Ποιήματα του Μπρεχτ που βρήκα στην οικογενειακή βιβλιοθήκη, είχα από νωρίς ένα πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο και τα ζητήματά της.

Το βιογραφικό υπόστρωμα υπήρχε. Η θρυαλλίδα ήταν ο θυμός που ένιωσα όταν συνειδητοποίησα, στο ξεκίνημα της έρευνάς μου, το μέγεθος της απόκρυψης. Οι πολιτικές δυνάμεις που επικράτησαν στη χώρα μετά τον εμφύλιο και οι οποίες είχαν κλείσει με νόημα το μάτι στον ναζισμό και σε πολλές περιπτώσεις του είχαν σφίξει θερμά το χέρι, είχαν φροντίσει να καλύψουν τα ίχνη των εγκλημάτων και είχαν επιβάλει τη σιωπή, για να αποκρύψουν τις ευθύνες τους σε μερικά από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της περιόδου. Η εξόντωση των 48.500 εβραίων της Θεσσαλονίκης ήταν ένα από αυτά. Αποφάσισα να συνεχίσω την έρευνα και να γράψω ένα μυθιστόρημα. Και είναι ακριβώς τότε που ενώθηκαν όλα μέσα μου: το βιωματικό υλικό που ξεκινούσε από την παιδική μου ηλικία, οι γνώσεις μου, το ερευνητικό μου ενδιαφέρον, η ανάγκη να γνωρίσω την πόλη όπου σπούδαζα και ζούσα στο ιστορικό της βάθος, να μάθω για ένα από τα τραύματα που τη σημάδεψαν. Το περιβόητο, θαμμένο στις λαϊκές αφηγήσεις των γεροντότερων, Ξυπόλυτο Τάγμα της πόλης -κυρίως τα ορφανά του Παπάφειου Ορφανοτροφείου και η συγκινητική διαδρομή τους στα χρόνια της Κατοχής- ολοκλήρωσε την αρχική σύλληψη.

Πιστεύω ότι είναι ανάγκη να αναστοχαζόμαστε διαρκώς την Ιστορία από την οπτική του παρόντος και να την αφηγούμαστε ξανά και ξανά υπό το φως νέων ερευνών και καινούργιων συνειδητοποιήσεων. Ο ναζισμός δεν τελείωσε με την υπογραφή της άνευ όρων παράδοσης της Ναζιστικής Γερμανίας τον Μάη του ΄45, η αποναζιστικοποίηση δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, η Ιστορία δε διδάσκεται όπως πρέπει στα σχολεία, η αλήθεια για τους παράγοντες που τροφοδότησαν τη ναζιστική παράνοια, για τη σκοπιμότητα της εξόντωσης των αντιφρονούντων και των διαφορετικών, για το Ολοκαύτωμα των εβραίων και των τσιγγάνων, γίνεται συχνότατα ένας χυλός από αφηγήσεις που διεκδικούν υπεροπτικά ίση βαρύτητα στη ζυγαριά της Ιστορίας και χρησιμοποιούνται ενίοτε εργαλειακά για τις πιο άθλιες στοχεύσεις. Γι’ αυτό πρέπει να επιμένουμε.

                                                                        *****

Η Αργυρώ Πιπίνη

Τον καιρό του πανεπιστημίου, είδα στο Στούντιο στην πλατεία Αμερικής, ακόμα το θυμάμαι, δεν θα το ξεχάσω ποτέ, το ντοκυμαντέρ του Αλαίν Ρενέ ‘Νύχτα και καταχνιά’ κι αυτός ο ακρωτηριασμός της αξιοπρέπειας των ανθρώπων με πάγωσε και με έκαψε. Και διάβασα Πρίμο Λέβι και Στάιρον και Γκραμπέρ, και είδα πολλές ταινίες, και μετέφρασα βιβλία με θέμα το Ολοκαύτωμα. Και πάντα σκεφτόμουν πόσο ανοχύρωτες ήταν οι ζωές αυτών των ανθρώπων, πόσο γυμνοί στάθηκαν απέναντι στη σκληρότητα.

Όταν είδα την ταινία του Νάμες ‘Ο Γιος του Σαούλ’, αυτή τη μελέτη στο αδιανόητο, είπα πως δεν πρέπει να ξεχάσει ποτέ κανείς πως το Ολοκαύτωμα το προκάλεσαν άνθρωποι. Και άρχισα να μαζεύω υλικό και να κρατάω σημειώσεις. Έτσι δουλεύω συνήθως. Κρατάω σημειώσεις ακολουθώντας μια παρόρμηση, μια εσωτερική φωνή, και μετά γράφω ιστορίες. Κι όταν τις ολοκληρώνω τις αφήνω ― άλλες φορές ξαναγυρίζω σ’ αυτές κι άλλες τις ξεχνάω. Ξεκίνησα ένα κείμενο με τίτλο ‘Τσαφ-Τσουφ’ και η ιστορία αυτή κατέληξε στη ‘Ζάζα’. Το καλοκαίρι του 2020 πήγα στο Βερολίνο. Ήταν το πρώτο καλοκαίρι της πανδημίας και το Εβραϊκό Μουσείο που ήθελα να επισκεφτώ ήταν κλειστό. Μια μέρα, όμως, πήγα στο Μνημείο του Ολοκαυτώματος. Με το που βλέπεις αυτα τα δεκάδες μαύρα παραλληλόγραμμα κουτιά, ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο μαύρα κουτιά, και λίγο πιο πέρα το Ράιχσταγκ με τη σημαία ν’ ανεμίζει, σε πιάνει ένα σφίξιμο. Σε ολόκληρο το Βερολίνο έτσι όπως σκοντάφτεις παντού πάνω στην Ιστορία, ταράζεσαι βαθιά. Κάτω από το μνημείο υπάρχει ένας ακόμα χώρος με είσοδο, έκθεση και πωλητήριο. Το επισκεπτόμασταν σε γκρουπ. Στην ομάδα μου δεν μπορούσαμε να κρατήσουμε τους λυγμούς μας. Κλαίγαμε όλοι, άντρες γυναίκες. Ακούγαμε πίσω από τις μάσκες αναστεναγμούς και κόσμο να ρουφάει τη μύτη του. Βλέπαμε φωτογραφίες και χάρτες στους τοίχους ―Πολωνία, Ελλάδα… από πολλές χώρες― οικογενειακές φωτογραφίες στην εξοχή, γιορτές σε κήπους και σπίτια, ενώ στο δάπεδο προβάλλονταν ταυτόχρονα σημειώματα και γράμματα ανθρώπων ένα βήμα πριν τον θάνατο, ανθρώπων νέων και γέρων, απορημένων και τρομοκρατημένων, που προσπαθούσαν να καταλάβουν τι συνέβαινε, που έγραφαν χωρίς να ξέρουν αν θα έφτανε το σημείωμά τους στα χέρια κάποιων. Ήταν τόσο σπαρακτικά αυτά τα γράμματα. Όταν γύρισα στο σπίτι, την ίδια μέρα, τελείωσα τη ‘Ζάζα’.

                                                                 *****

Ο Κώστας Στοφόρος

Τη γιαγιά μου από τη μεριά του πατέρα μου δεν τη γνώρισα ποτέ. Υπήρξε θύμα των στρατευμάτων Κατοχής. Των Ναζί. Μια αγρότισσα που μεγάλωνε μόνη επτά παιδιά κι απλώς πήγε στο βουνό για ξύλα. Ένας από τους καλύτερους φίλους του πατέρα μου, Έλληνας Εβραίος, μου έδειξε πρώτη φορά στο χέρι του τον αριθμό. Δέκα χρονών,  πήγαμε στο Νταχάου… Λίγο αργότερα στα 13-14 διάβασα το «Οι Εβραίοι κάποτε» της Λιλής Ζωγράφου.

Ωστόσο, δεν είχα σκεφτεί να γράψω βιβλίο για το Ολοκαύτωμα μέχρι που βρέθηκα μπροστά στο μνημείο στη Καστοριά. Διάβασα:

Στη θέση αυτή, στις 24 Μαρτίου 1944, οι Ναζί συγκέντρωσαν τους 1.000 Εβραίους της Καστοριάς. Τους μετέφεραν στα κρεματόρια θανάτου του Άουσβιτς. Επέστρεψαν μόνο 35  επιζήσαντες.

Κι ένα σημείωμα χαραγμένο στο μάρμαρο:

«Τασίτσα μου, όταν διαβάσεις αυτά τα λόγια, δεν θα υπάρχω πια στη ζωή. Θα μ’ έχει φάει η ξενιτιά. Χύσε για μένα ένα δάκρυ. Αν ζω ή αν πεθάνω», Ρεγγίνα Κοέν.

Ήταν ένα σοκ. Δεν γνώριζα τίποτε για τους Εβραίους της Καστοριάς. Κι ας είχα ασχοληθεί και διαβάσει για το Ολοκαύτωμα. Έτσι γεννήθηκε το βιβλίο ‘Η σπηλιά του δράκου’. Μέσα από το μυστήριο και την περιπέτεια θέλησα να μοιραστώ, να κάνω γνωστό αυτό το έγκλημα που είχε συμβεί.

Η πολύμηνη μελέτη για τους Έλληνες Εβραίους και το Ολοκαύτωμα, ώρες -ώρες με αρρώσταινε. «Εάν αυτό είναι ο άνθρωπος». Η φράση του Πρίμο Λέβι με στοίχειωνε. Όμως συνέχισα. Κι ελπίζω να έβαλα ένα λιθαράκι. Και δεν ήθελα αν μείνω στο παρελθόν, αλλά να έρθω και στο σήμερα. Και στην παρέα των παιδιών πρόσθεσα τη Ρεβέκκα που με ακολουθεί από τότε. Και ήρθε και το βιβλίο «Το μακρύ ταξίδι του Καραβάτζο», όπου αναφέρομαι και στην εξόντωση τω Εβραίων της Θράκης.

 Πηγαίνω σε σχολεία με αφορμή τα βιβλία, συζητάω με τα παιδιά, πραγματοποιώ ιστορικούς περιπάτους σε εβραϊκές συνοικίες και τα τελευταία έξι χρόνια με το Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης οργανώνουμε σεμινάρια για εκπαιδευτικούς που αφορούν στην προσέγγιση του Ολοκαυτώματος στη σχολική τάξη.

Όλα αυτά τα θεωρώ ως ένα ενιαίο σύνολο. Κι έχω την πεποίθηση πως όλοι οι αγαπημένοι Έλληνες συγγραφείς  που έχουν προσεγγίσει λογοτεχνικά το Ολοκαύτωμα συμβάλλουν τα μέγιστα ώστε να βγει από τη σκιά. Τα παιδιά ταυτίζονται πιο εύκολα με ήρωες από τη χώρα τους. Και τα βιβλία γίνονται αφορμή να ανακαλύψουν και τη δική τους τοπική ιστορία.

Πέρα από το Ολοκαύτωμα πιστεύω πως μπορούμε αν συμβάλλουμε γράφοντας ώστε να γίνει κατανοητό πως οι Έλληνες Εβραίοι και η μακραίωνη ιστορία τους είναι κομμάτι της ελληνικής ιστορίας κι όχι κάποιο «ξένο σώμα», όπως τους θεωρούν όσοι ασπάζονται τον αντισημιτισμό.

Συμπτωματικά γράφω κάτι τώρα για την Άρτα, όπου επίσης άνθισε κάποτε η Εβραϊκή Κοινότητα ως αναπόσπαστο κομμάτι της πόλης. Οι Έλληνες Εβραίοι είναι πραγματικά «δικοί μας άνθρωποι».

Κι ελπίζω να το έχει κατανοήσει κάποιος αφού διαβάσει κάποιο από αυτά τα βιβλία μου…

                                                                       

 

* Πρώτη έκδοση στην Ελλάδα το 1956, με τίτλο Το ημερολόγιο της Άννυ Φρανκ (μετάφραση, πρόλογος Κωνσταντίνος Καλλιγάς, Ενωμένοι Εκδότες).

 

INFO

Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ

Μτφρ. Ρένα Χατχούτ

Εκδ. Πατάκη, 1997.

 

 

Άλβιν Μέγιερ

Μην ξεχάσεις το όνομά σου. Τα παιδιά του Άουσβιτς

Μτφρ. Καρίνα Λάμψα & Παυλίνα Δηράνη

Εκδ. Καπόν & Σάμπυ Μιωνής, 2019.

 

Κώστας Στοφόρος

Η σπηλιά του δράκου

Εκδ. Κέδρος, 2019.

 

 

Κέλλυ Ματαθία Κόβο

Τα κίτρινα καπέλα

Εκδ. Πατάκη, 2017.

 

Αργυρώ Πιπίνη

Ζάζα

Εικ. Πέτρος Μπουλούμπασης

Εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2021.

 

Μαρία Δασκαλάκη

Μυστική αποστολή: Τα μυστικά του πέτρινου γεφυριού

Εικ. Κριστίν Μενάρ

Εκδ. Μίνωας, 2021.

 

 

Εύα Κασιάρου

Το ξεχασμένο κλειδί

Εκδ. Κόκκινη κλωστή δεμένη, 2017.

 

 

 

Αλεξάνδρα Μητσιάλη

Ξυπόλητοι ήρωες

Εκδ. Πατάκη, 2016.

 

Προηγούμενο άρθροΟ Μαξ στην ουρά για το Άουσβιτς (διήγημα της Εύης Καρκίτη)
Επόμενο άρθρο«Ιβάνοφ!», Α. Τσέχωφ, Γ. Χουβαρδάς: οι απρόβλεπτες εκπλήξεις του πολύπτυχου της ζωής (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ