Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Πολιτικός λυρισμός και τραυματική μνήμη (της Αγάθης Γεωργιάδου)

Πολιτικός λυρισμός και τραυματική μνήμη (της Αγάθης Γεωργιάδου)

0
221

της Αγάθης Γεωργιάδου

 Με τη συλλογή Γράμματα στην αγαπημένη (Σμίλη, 2025), ο Παναγιώτης Νικολαΐδης ολοκληρώνει έναν τετραετή ποιητικό κύκλο που ξεκίνησε με τη Νύφη του Ιούλη (2019), συνεχίστηκε με τον Ριμαχό (2022) και την Πόλη που ράγισε (2024). Η νέα συλλογή δεν αποτελεί απλώς μια ακόμη ποιητική σύνθεση, αλλά έναν βαθύ υπαρξιακό και πολιτικό στοχασμό πάνω στην ιστορική μνήμη και στο ανοιχτό τραύμα της Κύπρου.

Ο τίτλος Γράμματα στην αγαπημένη είναι φορτισμένος με συναισθηματικούς και διακειμενικούς απόηχους· παραπέμπει αφενός στα Γράμματα στη Μητέρα του Κώστα Μόντη, έναν ποιητικό μονόλογο γεμάτο θλίψη, πείσμα και ηθική αγωνία, και αφετέρου στον Ναζίμ Χικμέτ και στα Γράμματα στην αγαπημένη, όπως αποδόθηκαν μουσικά από τον Μάνο Λοΐζο, όπου η προσωπική επιθυμία διασταυρώνεται με την πολιτική απουσία και τη φυλακή. Αυτό που συνδέει τον Νικολαΐδη με τον Μόντη και τον Χικμέτ δεν είναι μόνο η προσφυγή στην επιστολική μορφή ως σχήμα εξομολόγησης ή αναστοχασμού, αλλά κυρίως ο τρόπος με τον οποίο η λυρική τρυφερότητα και η πολιτική ένταση συνυπάρχουν. Και στους τρεις, η ποίηση δεν είναι καταφύγιο, αλλά μορφή αντίστασης, μια πράξη που διεκδικεί την αλήθεια, ακόμη και μέσα από τη σιωπή.

Τα Γράμματα στην αγαπημένη αποτελούν μονολόγους που αναδύονται από την ψυχική ενδοχώρα του ποιητή· στην ουσία τους συνιστούν μια σπαρακτική και διεισδυτική διερεύνηση του τραύματος της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο του 1974 και, ταυτόχρονα, μια προειδοποίηση για τον κίνδυνο του εφησυχασμού. Παρόλο που το ιστορικό γεγονός δεν κατονομάζεται ρητά, τα ποιήματα αποτυπώνουν με σαφήνεια την ιστορία της διχοτομημένης πατρίδας, την οποία ο ποιητής βιώνει ως μια ανοιχτή, αιμορραγούσα πληγή. Οι συνέπειες της εισβολής δεν λειτουργούν μόνο ως ιστορικό φόντο· αντιθέτως, αποτελούν τον πυρήνα της ποιητικής του δημιουργίας, έκφραση της θλίψης του, που παραμένει αναλλοίωτη μέσα στον χρόνο. Ο ποιητής επιμένει να αναμετράται με το τραύμα, αρνούμενος τη λήθη και φωτίζοντας τον ατομικό και συλλογικό πόνο.

Η συλλογή αποτελείται από 24 ποιήματα, που αριθμούνται με τα πεζά γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου, μια ευθεία νύξη στις ραψωδίες της Οδύσσειας. Ωστόσο, σε αντίθεση με τον ρυθμό του έπους, εδώ κυριαρχεί ο ρυθμός της εξομολόγησης. Με γλώσσα λιτή, συμπυκνωμένη και βαθύτατα φιλοσοφημένη, ο Νικολαΐδης χαρτογραφεί τον εσωτερικό τόπο της τραγωδίας, της ηθικής συντριβής και της επίμονης μνήμης. Η επιλογή του επιστολικού λόγου προσδίδει σε όλη τη συλλογή έναν τόνο σχεδόν μυσταγωγικό, έναν διάλογο που εκφέρεται στο όριο της σιωπής και της εξομολόγησης.

Αυτός ο μυσταγωγικός τόνος ενσαρκώνεται κατεξοχήν στην επαναληπτική προσφώνηση της «Αγαπημένης», με την οποία ξεκινούν ή στην οποία επιστρέφουν τα περισσότερα ποιήματα. Η επανάληψη αυτή δεν λειτουργεί ως λεκτικό τέχνασμα, αλλά ως σταθερό σημείο αναφοράς γύρω από το οποίο οργανώνεται η ποιητική αφήγηση. Η «Αγαπημένη» έχει πολυεπίπεδο νόημα: ερωτικό, πολιτικό, υπαρξιακό. Είναι ταυτόχρονα πρόσωπο και σύμβολο — η γυναίκα, η πατρίδα, η γλώσσα, ακόμη και η ίδια η ποίηση.

Σ’ αυτήν εξομολογείται ο ποιητής (α: «Αγαπημένη / όλα συμβαίνουν / όλα εξακολουθούν να συμβαίνουν») […] αγαπημένη / κλαίω για όλα / και για τίποτα»)· σ’ αυτήν απολογείται (θ: «δεν πολεμήσαμε αγαπημένη / όσο έπρεπε/ δεν αμυνθήκαμε / οι πιο πολλοί δειλιάσαμε / […] ήμασταν βλέπεις προδομένοι / από μέσα»)∙ από αυτήν ζητά παρηγοριά και λύτρωση (θ: «δέξου τις μαύρες μνήμες που / με συναρτούν / και ζύμωσέ τες με γλυφό νερό / και λέξεις ολοχώματες»). Της εκμυστηρεύεται τον αγώνα του με τις λέξεις και την αγανάκτησή του για τις «μπίζνες» και «για τα μεγάλα πάρτι / τις πισίνες / τ’ αυτοκίνητα» κι εκείνη του αποκρίνεται πότε στοχαστικά και πότε επιτιμητικά (ρ: «Αγαπημένη / θα σου μιλήσω/ σαν μελλοντικός νεκρός / ο χρόνος των ανθρώπων / είναι λίμνη / που στεγνώνει στο κενό / καθώς μιλάω. / Δεν ξέρω / δεν ξέρω είπες / γιατί βλέπεις πάντα το σκοτάδι / μέσα στο μεγάλο φως / χωρίζοντας στην παγωμένη μέση / κάθε βλέμμα»). Η «Αγαπημένη» του Νικολαΐδη, ως σύνθετο και μεταμορφούμενο σύμβολο, βιώνει μέσα από το ποιητικό εγώ την πληγή, προσμένοντας μια εσωτερική κάθαρση που μόνο η ποίηση μπορεί να προσφέρει.

Η χρήση του β’ προσώπου σε μεγάλο μέρος της συλλογής εντείνει την αίσθηση διαλόγου. Η αμεσότητα αυτή γεννά έντονη δραματικότητα, δίχως να διολισθαίνει σε μελοδραματισμό. Ο ποιητής μιλά με φωνή ήρεμη και σταθερή· ο λόγος του είναι χαμηλόφωνος αλλά και αιχμηρός, με έναν πολιτικό λυρισμό που υπονομεύει τις επίσημες αφηγήσεις, αντιτάσσοντας τη σιωπηλή, ανθεκτική δύναμη της αλήθειας.

Οι ποιητικές εικόνες της συλλογής είναι σκληρές και αποτυπώνουν με ωμό ρεαλισμό την πικρή πραγματικότητα. Χαρακτηριστικές είναι οι αναφορές σε «συρματόπλεγμα», «εκατομμύρια νεκρούς», «πολυβολεία / κι ένα κατάξανθο κορίτσι / αχνισμένο / σαν τη μικρή μας Χιροσίμα» («γ»). Ο Νικολαΐδης καταγγέλλει απερίφραστα την απόπειρα αποσιώπησης της φρίκης της εισβολής. Ιδίως το «λ» αποτελεί ένα από τα πιο πολιτικά φορτισμένα ποιήματα της συλλογής, μια συγκλονιστική ποιητική καταγγελία για τη διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας και την απονεύρωση της συλλογικής μνήμης: οι θάνατοι παρουσιάζονται ως μη θάνατοι, οι πρόσφυγες ως μη πρόσφυγες, οι μανάδες ως μη πραγματικές και οι εκτελέσεις εξοβελίζονται από τη συλλογική συνείδηση («η εισβολή δεν ήταν εισβολή / ήταν μονάχα μια ψευδαίσθηση»).

Το ποίημα «λ» βασίζεται σε μια επαναληπτική δομή γύρω από τη φράση «εκείνοι είπαν», η οποία επανέρχεται ρητορικά, δημιουργώντας έναν σφιχτό ρυθμό, σχεδόν ψαλμωδικό, σε διαλεκτική αντίστιξη με το «εμείς», που αποδομεί το αφήγημα της εθνικής αυτοεικόνας και αποκαλύπτει τον ρόλο της συνενοχής. Το ποίημα αποτελεί τελικά ένα μανιφέστο για την ηθική υποχρέωση της ποίησης να αντισταθεί στη λήθη και να ονοματίσει το ανείπωτο.

Αυτό το ποιητικό ήθος, που συνδυάζει την πολιτική εγρήγορση με τη συναισθηματική ευγένεια, χαρακτηρίζει τη γραφή του Νικολαΐδη συνολικά: λιτός και εξομολογητικός τόνος, διαυγή και διακριτικά συναισθήματα, έντονη συναισθηματική φόρτιση. Ο ποιητής ανασύρει από το παρελθόν πρόσωπα και γεγονότα, συνομιλεί με τους νεκρούς και τα κατεχόμενα εδάφη (την Αμμόχωστο, το Ριζοκάρπασο, την Κερύνεια, το Λεονάρισσο, τη Μεσαορία, τη Μόρφου, το βουνό Πενταδάκτυλος) και τιμά τις γυναίκες που σήκωσαν το βάρος του αγώνα, όπως τη Χαρίτα Μάντολες και την Ελένη Φωκά. Ο Νικολαΐδης συνθέτει έναν ποιητικό κόσμο στον οποίο η μνήμη της εισβολής, η αγάπη για την πατρίδα και η υπαρξιακή εμπειρία συνυφαίνονται αξεδιάλυτα. Η έντονη διακειμενικότητα —με αναφορές σε Όμηρο, Καβάφη, Καρούζο, Σολωμό, Μηχανικό, Φιλίππου-Πιερίδη— εντάσσει την ποίησή του σε έναν ευρύτερο λογοτεχνικό διάλογο, που δεν επισκιάζει την προσωπική της ταυτότητα. Η κυπριακή εντοπιότητα —λεκτική, πολιτισμική, βιωματική— έρχεται σε δημιουργική αντίστιξη με τις οικουμενικές του αναζητήσεις: τον πόνο, την ταυτότητα, την αλήθεια.

Ο Νικολαΐδης αποτελεί μια αυθεντική ελληνική φωνή της Κύπρου, που δεν διστάζει να εκφράσει πικρές, αμείλικτες αλήθειες ακόμα και μέσα από τη σιωπή του («υ»: «υπάρχουν πράγματα που δεν μπορώ να πω»), αλλά και την απουσία του («η»: «Υπάρχω όταν εξαφανίζομαι»). Στο ποίημα «ε» σημειώνει: «Γράφω / γιατί δεν είμαι ορατός / χωρίς τις λέξεις / στο λευκό χαρτί»,  μια φράση που αποκαλύπτει ότι η ποιητική πράξη δεν είναι απλώς μέσο έκφρασης· είναι πρωτίστως τρόπος ύπαρξης, εσωτερική αναγκαιότητα και ηθική στάση απέναντι στον κόσμο. Ο ποιητής γράφει επειδή δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, και η γραφή του αυτή δεν τον λυτρώνει· τον δεσμεύει.

Αυτή η ανάγκη φέρει και το βάρος μιας «καταδίκης»: την αδιάκοπη επιστροφή στο τραύμα, την υποχρέωση να το ανασκάπτει, να το ανασυνθέτει και να το καθιστά παρόν. Η ποιητική φωνή μετατρέπεται έτσι σε συνείδηση, σε πράξη ευθύνης και μαρτυρίας, σε έκκληση πολιτικής και ηθικής αφύπνισης — τόσο προσωπικής όσο και συλλογικής. Όπως γράφει αλλού: «Πρέπει να γίνω η χαμένη σφαίρα». Οι αυτοαναφορικές παρομοιώσεις («η»: «σαν Ονήσιλος», «σαν Σίσυφος», «σαν Αμμόχωστος»,) φανερώνουν τη βαθιά του ταύτιση με το εθνικό τραύμα και τη ματαιωμένη ιστορική μοίρα του τόπου του. Το ποιητικό υποκείμενο δεν επιζητεί παρηγορητική λύτρωση, αλλά εδραιώνει την παρουσία του μέσα από μεταφορές  που σηματοδοτούν τη θυσία, την αντίσταση ή τον εγκλωβισμό. Ο ποιητής δεν γράφει για να λησμονήσει ή να καθησυχάσει, αλλά για να θυμάται και να μοιράζεται το τραύμα, αναγνωρίζοντάς το ως αναπόσπαστο στοιχείο της ύπαρξής του.

Τα Γράμματα στην αγαπημένη είναι μια ώριμη, βαθιά ανθρώπινη και στοχαστική συλλογή. Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης γεννήθηκε τη χρονιά της εισβολής και δεν γνώρισε την Κύπρο ελεύθερη και αδιαίρετη. Τη νοσταλγεί όμως ως ώριμος ποιητής και παλεύει να δώσει φωνή σε όσα αποσιωπούνται, παραχαράσσονται και «στρογγυλεύονται» από τα επίσημα αφηγήματα και τη συλλογική αμνησία. Η ποίησή του δεν ζητά μόνο δικαίωση· αποτελεί η ίδια μια επίμονη υπενθύμιση πως το κακό δεν μπορεί να διαιωνίζεται.

Με τη λιτότητα της μορφής, τη δύναμη της εικόνας, την ευθύτητα της εξομολόγησης και τον πολιτικό στοχασμό που σμιλεύεται μέσα από προσωπικά βιώματα, ο Νικολαΐδης καταθέτει μια ποίηση που σέβεται το τραύμα αλλά δεν το εμπορεύεται. Το κάθε ποίημα λειτουργεί ως τελετουργία μνήμης και συνείδησης. Για τον σκοπό αυτό η γραφή του Νικολαΐδη δεν προσφεύγει στη ρητορεία. Η απλότητα του λόγου, η κοφτή σύνταξη, τα ρήματα σε πρώτο πρόσωπο και η περιορισμένη, σχεδόν λακωνική χρήση επιθέτων, υποστηρίζουν την ένταση της μαρτυρίας. Στον πυρήνα κάθε ποιήματος υπάρχει μια εικόνα υψηλής ποιητικής πυκνότητας που λειτουργεί αφυπνιστικά: είτε ως «Όμηρος / στολισμένος με δάκρυα» («α»), είτε σαν «αράχνη» που ψελλίζει πως «η ζωή / είναι απέραντη» («γ») ή «χαμένη σφαίρα» («η»), είτε ως σπουργίτι που τιτιβίζει «ακόμη» («φ») ,είτε «σαν μανιασμένος άνεμος» («ψ»).

Η όλη ποιητική σύνθεση είναι ένα δείγμα ενός «υβριδικού λυρισμού», όπου ο ερωτισμός, η πολιτική αγωνία και η ανάγκη επανόρθωσης των πραγμάτων συνυπάρχουν αρμονικά. Είναι μια ποιητική πράξη μνήμης, πένθους και αξιοπρέπειας. Ο Παναγιώτης Νικολαΐδης αρθρώνει μια βαθιά συγκινητική αλλά και ασυμβίβαστη φωνή. Η συλλογή είναι ένας ποιητικός χώρος όπου «το συρματόπλεγμα» των νεκρών δεν είναι μόνο εικόνα, αλλά ο τόπος από τον οποίο μπορεί να ξεκινήσει μια νέα ελπίδα. Μια ελπίδα σιωπηλή, ίσως αδύναμη, αλλά αδιάψευστη: ένα τιτίβισμα σπουργιτιού μέσα στην τραγωδία.

 

Παναγιώτης Νικολαΐδης, Γράμματα στην αγαπημένη , Σμίλη, 2025, Έργο εξωφύλλου: Σταύρος Κίκας

 

Προηγούμενο άρθροΜια ιστορία και μερικές παρατηρήσεις για το “Πεδίο ροής” της Νίνας Ράπη (της Αμαλίας Κοντογιάννη)
Επόμενο άρθρο Αποχαιρετώντας τον Μάρκο (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ