8 πρωτοεμφανιζόμενοι πεζογράφοι στα Βραβεία Αναγνώστη ’25 -Ποιοι είναι, τι θέλουν (της Αλεξάνδρας Χαΐνη)

0
3127
Spread the love

 

 

Επιμέλεια: Αλεξάνδρα Χαΐνη

 Με την τελετή απονομής των Λογοτεχνικών Βραβείων Αναγνώστη 2025 να πλησιάζει, επιχειρούμε φέτος μια γνωριμία με τους πρωτοεμφανιζόμενους και τις πρωτοεμφανιζόμενες πεζογράφους της Μικρής Λίστας, η οποία ανακοινώθηκε στις αρχές Μαΐου. Αντίστοιχα, θα παρουσιάσουμε στη συνέχεια και τους ποιητές και τις ποιήτριες που εξέδωσαν τις συλλογές τους για πρώτη φορά την περασμένη χρονιά.

Η λίστα των πεζογράφων περιλαμβάνει 8 + 1 άτομα. Και το γράφω με αυτό τον τρόπο (και όχι 9) μια και ο ένας εξ αυτών, και συγκεκριμένα ο Θοδωρής Τσομίδης («Η γέννα», Πατάκης), αρνήθηκε να συμμετάσχει στη διαδικασία της βράβευσης (στο τέλος θα διαβάσετε ένα απόσπασμα του σκεπτικού του).

Στο δια ταύτα λοιπόν. Θέσαμε μια σειρά ερωτημάτων στους υπόλοιπους 8 υποψήφιους (3) και υποψήφιες (5) από τα οποία είχαν τη δυνατότητα να επιλέξουν εκείνοι/ες ποια θα απαντούσαν. Εστιάσαμε στη διαδικασία της συγγραφής αλλά και στις προσδοκίες του πρώτου βιβλίου για τους/τις συγγραφείς τόσο σε σχέση με το κοινό που θα τους/τις διαβάσει όσο και με το βραβείο καθαυτό.

Αν μπορούσαμε να βγάλουμε κάποια γενικά συμπεράσματα είναι ότι όλοι/ες οι συμμετέχοντες/ουσες της λίστας θεωρούν τη συγγραφή ως αναπόφευκτη, ως φυσική εν τέλει, συνέχεια της αγάπης τους για το διάβασμα, δείχνουν ότι δεν φοβούνται την έκθεση ούτε όμως και την κριτική, αρκεί να είναι εποικοδομητική και να τους δίνει ώθηση για βελτίωση.

Όσον αφορά τη συμμετοχή τους στη Μικρή Λίστα, την αποδέχτηκαν με έκπληξη και θεωρούν ότι αν μη τι άλλο σημαίνει ότι αναγνωρίζεται η δουλειά τους.

Τα ονόματα των συγγραφέων εμφανίζονται κατ’ αλφαβητική σειρά.

 

Σίσσυ Αγγελάκου | «Η νύχτα ακίνητη» (Γραφή)

Τι σε ώθησε να γράψεις;

 Δεν κατάφερα να αποκτήσω ένα εικαστικό λεξιλόγιο και να ασχοληθώ με τη ζωγραφική. Δεν κατάφερα να ασχοληθώ με τη μουσική, για να έχω τις νότες. Κατέφυγα στις λέξεις. Το γράψιμο ήταν από πάντα ένα καταφύγιο για μένα. Επιπλέον υποφέρω από αϋπνίες.

Πώς πήρες την απόφαση να εκδώσεις το πρώτο σου βιβλίο;

 Πορεύομαι με αβεβαιότητα. Το βιβλίο ήρθε μετά από έναν λογοτεχνικό διαγωνισμό μικρής φόρμας των εκδόσεων Γραφή. Υπήρχαν πολλά διηγήματα στο «συρτάρι».  Κάποια από αυτά βρέθηκαν στο φως. Ακόμα αισθάνομαι πως κάνω ένα βήμα προς το άγνωστο.

Τι γνώμη έχεις για τις βραβεύσεις λογοτεχνικών βιβλίων και πώς υποδέχτηκες την υποψηφιότητά σου για τα βραβεία του Αναγνώστη;

Οι βραβεύσεις είναι μια τιμητική διάκριση. Σαφώς, η βιβλιοπαραγωγή στην Ελλάδα διατηρείται σε τέτοια ύψη, που θα ήταν αδύνατον να περιλαμβάνονται όλοι οι τίτλοι στις λίστες μιας κριτικής επιτροπής. Διαπιστώνω ωστόσο, ότι στα βραβεία Αναγνώστη βρίσκονται αξιόλογοι λογοτέχνες. Προσωπικά, στεκόμουν αμέριμνη και χαίρομαι πολύ που βρίσκομαι ανάμεσα σε τόσο εξαιρετικά βιβλία.

Πώς αντιδράς στην κριτική;

 Αν αντλείς υλικό μόνο από τα θετικά, είσαι χαμένος από χέρι. Είναι αναγκαίο να εξετάζουμε το «εγώ» μας.

Τι θέλεις να αποκομίσουν οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες από το βιβλίο σου;

 Χρειάζεται να συναντηθούμε υπώρεια για να ανέβουμε. Ο καθένας έχει το δικό του βουνό, αλλά όλοι μαζί φτιάχνουμε μια οροσειρά. Οι άνθρωποι είναι οι χάρτες μας.

 

 

Νικήτας Δεσποτίδης | «Η διαδρομή τους την Πέμπτη τα μεσάνυχτα»

(Ποταμός)

 Τι σε ώθησε να γράψεις;

 Δεν θυμάμαι ακριβώς, ήμουν πολύ μικρός, στο Γυμνάσιο. Διάβαζα τις ιστορίες των άλλων και σκεφτόμουν συχνά δικές μου. Αργότερα αποφάσισα πως ήθελα να χρησιμοποιήσω αυτές τις ιστορίες για να πω και κάτι παραπάνω· τότε, νομίζω, ξεκίνησα να προσέχω περισσότερο όσα έγραφα. Δηλαδή, ονειρευόμουν να γίνω συγγραφέας.

Πώς πήρες την απόφαση να εκδώσεις το πρώτο σου βιβλίο;

Τροποποιούσα και έσβηνα το κείμενο για πάνω από πέντε χρόνια. Κάποια στιγμή έπρεπε να φύγει από τα χέρια μου.

 Τι γνώμη έχεις για τις βραβεύσεις λογοτεχνικών βιβλίων και πώς υποδέχτηκες την υποψηφιότητά σου για τα βραβεία του Αναγνώστη;

Όταν έμαθα για την υποψηφιότητα ενθουσιάστηκα, το σκεφτόμουν ασταμάτητα για μέρες. Όσο για τις βραβεύσεις γενικότερα, πιστεύω είναι γόνιμες όταν γίνονται με τρόπο εξωστρεφή προς την αναγνωστική κοινότητα, χωρίς αποκλεισμούς. Έτσι μπορεί να ανοίξει η συζήτηση σε σχέση με το ποια είναι τα κριτήρια, τι επιλέγεται ή, αντίθετα, ποια βιβλία περνάν κάτω απ’ τα ραντάρ (ακόμη κι αν αρέσουν σε όσες/όσους τα διαβάζουν).

 Ακολουθείς συγκεκριμένο πρόγραμμα όταν γράφεις και πώς συνδυάζεις δουλειά με συγγραφή;

Το πρόγραμμα γενικά μού είναι χρήσιμο, αν και εύκολα το μετατρέπω σε καταναγκασμό. Το να γράφεις και να εργάζεσαι σημαίνει ότι κάνεις δυο δουλειές, και δεν υπάρχει λόγος να φετιχοποιούμε αυτόν τον κόπο. Στην τελευταία μου δουλειά, βέβαια, διάβαζα και έγραφα στα κρυφά. Αυτό που θέλω, πάντως, είναι κάποτε η «δουλειά» μου να είναι το γράψιμο. Κι αυτό δε θα έπρεπε να είναι τόσο εξωπραγματικό όσο μας ακούγεται σήμερα.

 Πώς αντιδράς στην κριτική;

Συνήθως ντρέπομαι ό,τι κι αν μου πουν για τα κείμενά μου (κυρίως όταν μου λένε κάτι καλό). Ξέρω ελάχιστα πράγματα, οπότε ακούω κάθε σχόλιο προσεκτικά. Θέλω κάποτε τα βιβλία μου να συγκινούν όσες και όσους περισσότερους γίνεται – κάθε τι άλλο μου φαίνεται ελιτίστικο. Αυτό δε μπορεί να γίνει χωρίς κριτική: η κριτική κάνει το γράψιμο αρκετά ευκολότερο.

 Τι θέλεις να αποκομίσουν οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες από το βιβλίο σου;

Και μόνο μια δυο καλές εικόνες να μείνουν στο μυαλό τους, εγώ θα είμαι πολύ ικανοποιημένος.

 

Αταλάντη Ευριπίδου | «Εκείνοι που δεν έφυγαν» (Πόλις)

 

Τι σε ώθησε να γράψεις;

Επειδή ξεκίνησα να γράφω σε μικρή ηλικία, δεν θυμάμαι ακριβώς⸱ υποθέτω, όμως, ότι ήταν η αγάπη μου για τα βιβλία και την ανάγνωση. Διάβαζα πάρα πολύ και τα βιβλία ποτέ δεν έφταναν, οπότε κάποιες φορές έπρεπε να καλύψω την ανάγκη μου για φανταστικές περιπέτειες φτιάχνοντάς τις η ίδια.

 

Πώς πήρες την απόφαση να εκδώσεις το πρώτο σου βιβλίο;

Για μένα, η τέχνη είναι επικοινωνία και μοίρασμα – ήταν αναπόφευκτο ότι κάποια στιγμή θα ήθελα να μοιραστώ και παραέξω, επομένως. Αλλά περίμενα μέχρι να έχω στα χέρια μου κάτι που θα με ικανοποιούσε, εξ ου και η έκδοση τώρα και όχι νωρίτερα ή αργότερα.

 Τι γνώμη έχεις για τις βραβεύσεις λογοτεχνικών βιβλίων και πώς υποδέχτηκες την υποψηφιότητά σου για τα βραβεία του Αναγνώστη;

Οι βραβεύσεις είναι σίγουρα μια αναγνώριση ότι είσαι ορατός, ότι κάτι έκανες έστω και λίγο καλά. Και, κακά τα ψέματα, αλλιώς κοιτούν κι οι πιθανοί αναγνώστες ένα βραβευμένο βιβλίο. Ήταν έκπληξη η υποψηφιότητα, δεν θα πω ψέματα. Νομίζω ότι ακόμα δεν το έχω συνειδητοποιήσει.

Ακολουθείς συγκεκριμένο πρόγραμμα όταν γράφεις και πώς συνδυάζεις δουλειά με συγγραφή;

 Προσπαθώ να γράφω όσο πιο σταθερά μπορώ, αλλά δεν είναι πάντα εφικτό καθώς εργάζομαι ταυτόχρονα. Σ’ αυτό βοηθούν πολύ τα διάφορα λογοτεχνικά εργαστήρια και σεμινάρια: σε σπρώχνουν να είσαι συνεπής με το γράψιμο, να μην το αφήνεις να καταπλακώνεται απ’ το βάρος της καθημερινότητας.

Πώς αντιδράς στην κριτική;

 Η κριτική είναι απαραίτητη για την πρόοδο. Κανείς δεν βελτιώνεται σ’ ένα υπόγειο, μόνος του, γράφοντας χωρίς να βλέπει τα γραπτά του ψυχή. Αν χρωστώ κάπου αυτήν την υποψηφιότητα, είναι σε όλους τους φίλους και συναδέλφους συγγραφείς που διάβασαν τα διηγήματά μου όταν γράφονταν, με ενθάρρυναν, μου επεσήμαναν τι χρειαζόταν να βελτιώσω. Οπότε, ακούω την κριτική, την επεξεργάζομαι, εφαρμόζω ό,τι μπορώ και ό,τι ταιριάζει μ’ αυτό που έχω στο μυαλό μου για το έργο, και προχωρώ.

Τι θέλεις να αποκομίσουν οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες από το βιβλίο σου;

 Ότι δεν είναι μόνοι.

Χαρά Ζυμαρά | «Ηρεμίας 21» (Το Ροδακιό)

Τι σε ώθησε να γράψεις;

Στην περίπτωση του Ηρεμίας 21, το κλισέ που λέει ότι «γκαστρώνεσαι» μια ιστορία και πρέπει σώνει και καλά να τη «γεννήσεις», ίσχυσε και με το παραπάνω. Εκ των υστέρων αντιλήφθηκα ότι αυτό που «έσπειρε» μέσα μου την ιστορία ήταν μια εσωτερική ανάγκη να επεξεργαστώ το δικό μου τραύμα από τις συνέπειες του πολέμου στην Κύπρο.

 

Πώς πήρες την απόφαση να εκδώσεις το πρώτο σου βιβλίο;

Είχα μια περιέργεια να δω πώς θα τα πάει το «παιδί» που δημιούργησα στον έξω κόσμο.

Τι γνώμη έχεις για τις βραβεύσεις λογοτεχνικών βιβλίων και πώς υποδέχτηκες την υποψηφιότητά σου για τα βραβεία του Αναγνώστη;

Οι βραβεύσεις κάτι λένε. Μπορεί να μη λένε ότι ένα βιβλίο είναι αντικειμενικά καλό γιατί αντικειμενικά κριτήρια στη λογοτεχνία δεν υπάρχουν, ωστόσο σίγουρα λένε πολλά για τις τάσεις και το αισθητικό κριτήριο του κοινού στο οποίο τα βραβεία απευθύνονται. Όταν, δε, είσαι πρωτοεμφανιζόμενη σ’ έναν χώρο που σε κατακλύζει με ανασφάλεια και δέος, και μόνο μια συμπερίληψή σου σε μια βραχεία λίστα σού δίνει μεγάλη ώθηση.

Ακολουθείς συγκεκριμένο πρόγραμμα όταν γράφεις και πώς συνδυάζεις δουλειά με συγγραφή;

Προσπαθώ να σκέφτομαι το κάθε έτος σαν έναν ολοκληρωμένο συγγραφικό κύκλο. Αυτό καθιερώθηκε μετά το Ηρεμίας 21, που πήρε σχεδόν τρία χρόνια γιατί προϋπέθετε εκτενή έρευνα. Γενικά, πρώτα γράφω το πρώτο προσχέδιο σχεδόν χωρίς καμία αυτολογοκρισία και όταν το ολοκληρώσω πάω πίσω και το δουλεύω ξανά και ξανά, μέχρι να νιώσω ότι έχει φτάσει στην καλύτερη δυνατή μορφή του.

Η δουλειά -όπως και η γονεϊκότητα- εκ των πραγμάτων μπορεί να είναι εμπόδιο στη συγγραφή, αλλά όταν νιώθεις ότι μια ιστορία πρέπει οπωσδήποτε να ειπωθεί, βρίσκεις και τον χρόνο να την γράψεις.

Πώς αντιδράς στην κριτική;

Στο στάδιο γραψίματος μιας ιστορίας η κριτική μού είναι απαραίτητη. Γι’ αυτό και μοιράζομαι τα προσχέδιά μου με ανθρώπους που ξέρω ότι έχουν, μεν, καλή προαίρεση, αλλά δεν θα μου χαϊδέψουν τ’ αυτιά.

Τι θέλεις να αποκομίσουν οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες από το βιβλίο σου;

Ιδανικά θα ήθελα η πρωταγωνίστρια Ήβη να τους συμπαρασύρει στην περιπέτειά της και να τους ξεναγήσει σε μια Κύπρο που μόνο εκείνη θα μπορούσε να δει.

—-

Έλενα Καρακούλη | «Δέκα τρόποι να εκτεθείς» (Καστανιώτης)

Τι σε ώθησε να γράψεις;

Γράφω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Η περιπέτεια της γραφής ξεκίνησε για μένα από τη στιγμή που άρχισα να διαβάζω και δεν σταμάτησε ποτέ. Αισθάνομαι ότι στο βάθος των πραγμάτων που ζούμε υπάρχει μια συγκίνηση, κάτι βαθύ και ανομολόγητο, γι’ αυτό που πέρασε, για το τυχαίο, για  το καθημερινό, γι’ αυτό που δεν συνέβη τελικά, γι’ αυτό που πήγε στραβά, γι’ αυτό που περίσσεψε και δεν χώρεσε σε αυτό που ορίζεται ως πραγματικότητα. Με αυτή την έννοια γράφω μάλλον για να αποκαταστήσω την πραγματικότητα -όχι να την αγιοποιήσω ή να την επικρίνω- αλλά για να αφηγηθώ χωρίς υπεκφυγές τη δική μου εκδοχή. Αυτό το πρώτο μου βιβλίο εμπνέεται από βιώματα και αναφορές τόσο δικές μου όσο και ανθρώπων που συναντώ, θραύσματα, στιγμιότυπα, που όταν ενώνονται αποκτούν μια  αυτόνομη υπόσταση. Το να γράφω όμως γι’ αυτά είναι ο τρόπος μου να πλησιάσω την αλήθεια και ίσως είναι τελικά μια πράξη τρυφερότητας απέναντι στους ανθρώπους που δεν μπορούν παρά να είναι ατελείς.

Πώς πήρες την απόφαση να εκδώσεις το πρώτο σου βιβλίο;

Το να καταφέρω να ολοκληρώσω δέκα ιστορίες και να απευθυνθώ αμέσως μετά σε έναν εκδότη που εκτιμώ, ήταν για μένα κάτι σαν προσωπικό στοίχημα. Έπρεπε να βρω τη συνθήκη και την αυτοπειθαρχία για να γράψω και δεν ήταν απλό. Μετά από αρκετά εμπόδια -κάποια από τα οποία αναφέρονται στο τελευταίο διήγημα- οι ιστορίες ολοκληρώθηκαν, οι εκδόσεις Καστανιώτη πίστεψαν αμέσως στο βιβλίο και τα πράγματα πήραν το δρόμο τους.

Τι γνώμη έχεις για τις βραβεύσεις λογοτεχνικών βιβλίων και πώς υποδέχτηκες την υποψηφιότητά σου για τα βραβεία του Αναγνώστη;

Η βράβευση είναι ενθάρρυνση, σε μια εποχή δύσκολη και για τον χώρο του βιβλίου. Πόσο μάλλον όταν προέρχεται από ένα θεσμό, όπως είναι τα βραβεία του Αναγνώστη. Θα έλεγα μάλιστα ότι ιδίως μια υποψηφιότητα στην κατηγορία του πρωτοεμφανιζόμενου/ης έχει μια επιπλέον σημασία, γιατί μοιάζει με ψήφο εμπιστοσύνης.

Τι θέλεις να αποκομίσουν οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες από το βιβλίο σου;

Στη λογοτεχνία όπως και στο θέατρο, η δύναμη της αφήγησης κρύβεται πάντα σε αυτό που δεν λέγεται. Με ενδιαφέρει το ψυχικό τοπίο των ανθρώπων, οι εμμονές, τα απωθημένα, τα όνειρα, οι αυταπάτες τους. Όλα αυτά είναι πολύ ισχυρά -ακόμα κι αν δεν τα συνειδητοποιούμε- και σίγουρα δεν μπορούν  να επαληθευτούν πάντοτε με όρους πραγματικότητας. Αυτά θέλω να φωτίσω. Προσωπικά, αγαπώ τα βιβλία που κάνουν στα μάτια μου τον κόσμο διαυγέστερο. Η αλήθεια, αυτό είναι το ζητούμενο.  Τρυφερότητα και κατανόηση για το τι είμαστε ικανοί και τι όχι. Συμφιλίωση. Κι αυτό θα ήθελα να θυμάται και ο αναγνώστης/ η αναγνώστρια κλείνοντας το «Δέκα τρόποι να εκτεθείς».

Αντώνης Μπουρμάς | «Στιγμιότυπα υπερθέσεως» (Γραφή)

 

Τι σε ώθησε να γράψεις;

Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου γράφω. Δεν υπήρξε ένα συγκεκριμένο γεγονός, ήταν μια ανάγκη που υπήρχε ανέκαθεν μέσα μου, ένα φυσικό επακόλουθο της ανάγνωσης. Όσον αφορά το συγκεκριμένο βιβλίο, την ώθηση μου την έδωσαν οι άνθρωποι της επαρχίας και ο δυναμικός τόπος του χωριού.

 Πως πήρες την απόφαση να εκδώσεις το πρώτο σου βιβλίο;

 Νομίζω ήρθε απλά το πλήρωμα του χρόνου. Οι συγγραφείς γράφουν αρχικά για τον εαυτό τους έως ότου αυτό να μην είναι πια αρκετό.

Τι γνώμη έχεις για τις βραβεύσεις λογοτεχνικών βιβλίων και πως υποδέχτηκες την υποψηφιότητα σου για τα βραβεία του αναγνώστη;

 Δεν το περίμενα. Μου έδωσε μεγάλη χαρά αυτή η υποψηφιότητα και την ώθηση που χρειαζόμουν για να συνεχίσω. Είναι πολύ τιμητικό να βρίσκεται το έργο σου ανάμεσα σε τόσο αξιόλογα έργα.

Ακολουθείς συγκεκριμένο πρόγραμμα όταν γράφεις και πως συνδυάζεις δουλειά με συγγραφή;

 Υπάρχουν κάποιες συγκεκριμένες ώρες της ημέρας που αφιερώνω στο γράψιμο και στο διάβασμα. Προσπαθώ να διατηρώ μια ρουτίνα ώστε να προγραμματίζω το μυαλό μου και να μπορώ πιο εύκολα να μπω σε μια κατάσταση δημιουργικής ηρεμίας. Δεν επιτυγχάνεται πάντα αλλά είναι ο δικός μου τρόπος. Έστω και μία φράση να γράψω, ακόμα κι αν την επόμενη μέρα τη σβήσω, δεν έχει σημασία, αρκεί να ξεφύγω από τη στείρα καθημερινότητα.

Πως αντιδράς στην κριτική;

 Η κριτική είναι φυσικό επακόλουθο της έκθεσης. Τη δέχομαι μέχρι το σημείο που μπορεί να μου δώσει κάτι για το επόμενο κείμενο.

Τι θέλεις να αποκομίσουν οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες από το βιβλίο σου;

 Κάθε βιβλίο έχει ξεχωριστό αντίκτυπο από αναγνώστη σε αναγνώστη. Θα ήθελα απλά να τους παρουσιάσω μια διαφορετική οπτική ενός εδραιωμένου κόσμου, να φωτίσω λίγο τις σκιές που είτε, ίσως, αγνοούσαν, είτε φοβόντουσαν να αντικρύσουν.

 

Βαγγέλης Σέρφας | «Όχι, μην μπαίνετε στον κόπο» (Πατάκης)

 

Τι σε ώθησε να γράψεις;

Βλέπω το γράψιμο σαν μέρος και συνέχεια της ανάγνωσης, οπότε ήταν κάτι που ήρθε φυσικά.

 Πώς πήρες την απόφαση να εκδώσεις το πρώτο σου βιβλίο;

Βρέθηκα με κάποια διηγήματα που διαφαινόταν μια κοινή συνισταμένη, σαν οι χαρακτήρες να κολυμπούσαν στα ίδια νερά. Η γραφή των διηγημάτων κάλυψε μια ανάγκη σχεδόν σωματική. Υπήρχε όμως και μια ανάγκη για επικοινωνία, κάτι που πίεζε να βγει προς τα έξω.

 Τι γνώμη έχεις για τις βραβεύσεις λογοτεχνικών βιβλίων και πώς υποδέχτηκες την υποψηφιότητά σου για τα βραβεία του Αναγνώστη;

Χάρηκα για την υποψηφιότητα, είναι ωραίο να βλέπεις κάτι που έχεις γράψει να γίνεται μέρος μιας ευρύτερης συζήτησης.

Ακολουθείς συγκεκριμένο πρόγραμμα όταν γράφεις και πώς συνδυάζεις δουλειά με συγγραφή;

 Έχω παρατηρήσει πως πολλές φορές αυτό που προσπαθείς να γράψεις σου υποδεικνύει και τον τρόπο. Παρόλα αυτά επιδιώκω να γράφω καθημερινά.

Πώς αντιδράς στην κριτική;

Νομίζω πως η κριτική είναι μια ευκαιρία να πάρουμε απόσταση από το κείμενο. Να δούμε τι λειτούργησε και τι όχι, αλλά και ποιες νέες οπτικές ανοίγονται με κάθε ανάγνωση. Με εντυπωσιάζει πως τα βιβλία συνεχίζουν να γράφονται ακόμα και μετά το πέρας της συγγραφής τους.

 Τι θέλεις να αποκομίσουν οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες από το βιβλίο σου;

 Νιώθω μια υποχρέωση απέναντι στους χαρακτήρες του βιβλίου, οπότε αν ήθελα κάτι από τους αναγνώστες θα ήταν να τους δώσουν μια ευκαιρία και να τους ακούσουν.

 

Γιώτα Ταχταρά | «Οχτώ λεπτά» (Ενύπνιο)

Τι σε ώθησε να γράψεις;

Νομίζω ότι η κινητήριος δύναμη εδώ ήταν η ίδια η ιστορία. Την σκεφτόμουν για αρκετό καιρό, πολύ πριν ανοίξω το word και αρχίσω το πληκτρολόγημα. Ξεκίνησε σαν διήγημα, αλλά όσο γνώριζα τους χαρακτήρες, μεγάλωνε, έγινε νουβέλα. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, τα εργαστήρια δημιουργικής γραφής έγιναν διαδικτυακά, και έτσι είχα την ευκαιρία να συμμετέχω κι εγώ από την Αμερική. Με την βοήθεια της ομάδας μου, έφτιαξα τη μορφή, τη φωνή, τη δομή, έγινε η ιστορία που είχα στο μυαλό μου, μόνο καλύτερη και πιο ολοκληρωμένη.

Πώς πήρες την απόφαση να εκδώσεις το πρώτο σου βιβλίο;

Ήταν το επόμενο λογικό βήμα. Διάλεξα το Ενύπνιο γιατί μου άρεσαν πολύ οι επιλογές και η φροντίδα κάθε έκδοσης.

Τι γνώμη έχεις για τις βραβεύσεις λογοτεχνικών βιβλίων και πώς υποδέχτηκες την υποψηφιότητά σου για τα βραβεία του Αναγνώστη;

Ήταν μια πολύ ευχάριστη έκπληξη! Τη μέρα που ανακοινώθηκαν οι λίστες, εγώ τις είδα καθυστερημένα λόγω διαφοράς ώρας, και τα πρώτα emails που άνοιξα εκείνη τη μέρα ήταν από φίλους που είχαν δει πως είμαι shortlisted. Σαν αναγνώστρια, πάντα μου κινεί το ενδιαφέρον να διαβάσω βραβευμένα ή υποψήφια έργα, οπότε χαίρομαι πολύ και σαν συγγραφέας τώρα.

Ακολουθείς συγκεκριμένο πρόγραμμα όταν γράφεις και πώς συνδυάζεις δουλειά με συγγραφή;

Μακάρι να μπορούσα να πω ότι έχω συγκεκριμένο πρόγραμμα ή στρατηγική! Άλλες φορές γράφω περισσότερο, άλλες λιγότερο. Εργάζομαι σαν υπεύθυνη επικοινωνίας στο πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, οπότε το καλοκαίρι που το γραφείο ηρεμεί, είναι η καλύτερη εποχή μου.

Πώς αντιδράς στην κριτική;

Γράφω για γυναικεία περιοδικά εδώ και 20 χρόνια, κι έχω συνηθίσει την κριτική -από αρχισυντάκτριες, συναδέλφους, και αναγνώστριες- νιώθω ότι με βοηθούν να γίνω καλύτερη. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έκαναν αυτή τη σχέση με το κοινό πιο άμεση και είναι κάτι που απολαμβάνω, σαν να συνεχίζουμε την κουβέντα και μετά το περίπτερο. Γι’ αυτό αναζήτησα και ομάδες δημιουργικής γραφής όταν αποφάσισα ν’ ασχοληθώ με τη μυθοπλασία. Χρειάζεσαι τα σχόλια των άλλων για να προχωρήσεις, να καταλάβεις αν αυτό που είναι τόσο ξεκάθαρο στο κεφάλι σου καταφέρνει να επικοινωνήσει με τους άλλους έτσι όπως το θέλεις.

Τι θέλεις να αποκομίσουν οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες από το βιβλίο σου;

Ότι το πραγματικό μας σπίτι, η πατρίδα όπου νιώθουμε η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας, μπορεί να έχει πολλές μορφές.

και μία ξεχωριστή περίπτωση:

Θοδωρής Τσομίδης | «Η γέννα» (Πατάκης) – εκτός συμμετοχής

«Πληροφορήθηκα πως το βιβλίο μου “Η Γέννα” περιλαμβάνεται στην βραχεία λίστα για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Αναγνώστης». Η είδηση αυτή με χαροποιεί στο επίπεδο που σημαίνει πως ορισμένοι πεπειραμένοι αναγνώστες, τα μέλη δηλαδή της κριτικής επιτροπής του βραβείου, εντόπισαν ποιότητες στο έργο μου και το έκριναν θετικά. Στις λίστες που ανακοινώθηκαν εξάλλου περιλαμβάνονται πολλά αξιόλογα βιβλία. Δηλώνω ωστόσο πως δεν είμαι σε θέση να δεχτώ την υποψηφιότητά μου για αυτό ή οποιοδήποτε άλλο λογοτεχνικό βραβείο.» Αυτά έγραψε μεταξύ άλλων ο Θοδωρής Τσομίδης σε επιστολή του προς τον Αναγνώστη και τα μέλη της κριτικής επιτροπής.

Προηγούμενο άρθροΆριs Γεωργίου: Homo Ludens, Αναδρομή 1974–2024 (MIET, Θεσσαλονίκη)
Επόμενο άρθροΈνας “Οιδίποδας” που χαμήλωσε στο ύψος των ανθρώπων (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ