Τρίτη, 21 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΜΙΚΡΑ ΚΡΙΤΙΚΑ 10+1 προτάσεις ελληνικής πεζογραφίας (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)

10+1 προτάσεις ελληνικής πεζογραφίας (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)

0
3147

 

του Γιάννη Ν.Μπασκόζου

Η πρόσφατη ελληνική λογοτεχνική παραγωγή από νεότερους και παλιότερους συγγραφείς προσφέρει ποικιλία θεματική και υφολογική. Αντλεί κυρίως από τη σύγχρονη πραγματικότητα, την οποία πολλές φορές όμως αναδιατάσσει, αναδομεί και επιμηκύνει σε άλλες διαστάσεις. Ο λογοτεχνικός λόγος υφίσταται διαφοροποιήσεις ανάλογα με τον συγγραφέα αλλά όλα τα παρουσιαζόμενα βιβλία έχουν ένα ειδικό ενδιαφέρον.  Σε αρκετά από αυτά η αφήγηση είναι πολυοπτική αν και υπάρχουν και ισχυροί μονόλογοι. Δεν λείπει το χιούμορ και η ειρωνεία, αν και στην ελληνική γραμματεία παραμένει περιορισμένη συγγραφική επιλογή. Τέλος οι περισσότεροι είναι νεότεροι συγγραφείς που δικαιώνουν τις ελπίδες που δημιούργησαν στο πρώτο τους βιβλίο. Το +1 του τίτλου ανήκει σε ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα του πολύ παλιότερου Γιάννη Μάρη.

 

Βασίλης Γκουρογιάννης, Τα κιάλια του Βασίλι Τσούικοφ, Μεταίχμιο

Μετά από αρκετά χρόνια ο Γκουρογιάννης  βγάζει ένα βιβλίο που θα συζητηθεί. Πρόκειται στην ουσία για τον μονόλογο ενός παροπλισμένου ορθόδοξου κομμουνιστή, νυν δικηγόρου που ζει από πλειστηριασμούς, αγνοημένο συγγραφέα, εμμονικό ιδεολόγο. Ο Βασίλης μεγάλωσε με τα νάματα του εμφυλίου και δεν μπορεί να χωνέψει πώς πήγαν όλα στραβά.  Πως η μεγάλη αριστερά που είχε τόσα σχέδια για την μελλοντική κοινωνία κατάφερε μια τρύπα  στο κενό. Ο Βασίλης είναι μόνος εναντίον όλων. Δεν υπάρχει ιδεολογία για να στηριχτεί. Ζει αναθυμούμενος όλα τα προηγούμενα, στρυμωγμένος  στο παρόν.  Βασική του αναφορά Το Κιβώτιο του Άρη Αλεξάνδρου, αυτός τα είχε πει αλλά κανείς δεν τον πίστεψε. Τα κιάλια του τίτλου είναι ένα σύμβολο για το πως έβλεπε τότε ένας ηγέτης, όπως ο στρατάρχης Τσούικοφ τον εχθρό και πως μπορεί να τον δει ο σημερινός άνθρωπος. Ο Χαρίλαος Φλωράκης του ζητά να τα παραδώσει στο Μουσείο του Κόμματος αλλά ο Βασίλης αρνείται. Οι σκηνές της συζήτησης του Βασίλη με τον Φλωράκη, προϊόν ευφάνταστης μυθοπλασίας, είναι υπέροχες. Όλο το κείμενο κινείται μεταξύ παρωδίας και τραγωδίας, αναπάντητων ερωτημάτων και υποτιθέμενης αυτοκριτικής. «Κάποια  πράγματα που έγιναν εκείνο τον καιρό δεν εξηγούνται» θα πει ο ήρωας στην μάνα του, όταν αυτή προσπαθούσε να εξηγήσει πώς βρέθηκε ένα μοναδικό γυναικείο παπούτσι στον ομαδικό ανδρικό τάφο, στον οποίον περιλαμβανόταν και ο άνδρας της. Ο Γκουρογιάννης έχει πει ότι το βιβλίο αυτό το έγραψε με το υποσυνείδητο, τρέχει μόνο του με το θυμικό. Θα το έλεγες ποιητικό, ιλαροτραγικό, κριτικό. Είναι μια κατάθεση για όσα στροβιλίζονται στο μυαλό του συγγραφέα και του ήρωα του, μπερδεμένα, αναξιολόγητα, επιθετικά, διαυγή όσο και ασαφή. Για τα παλιά αλλά και τα σημερινά, όπως και σήμερα, «ίσως δεν άλλαξε κάτι», μονολογεί στο τέλος ο Βασίλης.

 

Βίκυ Τσελεπίδου, Η αγέλη, Πατάκης

Στο 6ο μυθιστόρημα της η Βίκυ Τσελεπίδου παίρνει αφορμή από τις πολλές γυναικοκτονίες και δημιουργεί ένα μυθιστόρημα μιας «τοξικής» σχέσης (όπως θα γράψουν τα ΜΜΕ) που εξετάζει το πως ένας άνδρας φτάνει να σκοτώσει αυτήν στην οποίαν ορκίζεται ότι ζει μόνον γι αυτήν. Την ιστορία την μαθαίνουμε από πρόσωπα που κινούνται στο περιβάλλον το ζευγαριού:  Έναν συνάδελφο του, την Φαίη μια αρχιτέκτονα, πρώην ερωμένη του, τον εργοδότη του, την παιδική του φίλη Στέλλα, την  Όλγα φίλη της άτυχης κοπέλας, έναν ξάδελφο και φίλο του. Ο θύτης δεν κατονομάζεται (μπορεί να είναι οποιοσδήποτε με σκοτεινή ψυχή), το θύμα είναι η Λυδία. Ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα  που γίνεται μπροστά στα μάτια του θύτη, και η προσπάθεια του τελευταίου να απεγκλωβίσει την Λυδία αποδεικνύεται ο μίτος της ιστορίας. Την ερωτεύεται ξαφνικά, απόλυτα, εμμονικά. Την απομονώνει από την «αγέλη» – τον κοινωνικό περίγυρο, την κακοποιεί. Την προσβάλλει, την πιέζει, την κακοποιεί λεκτικά και σωματικά και τέλος σε μια καλοκαιρινή έξοδο την σκοτώνει με φριχτό τρόπο. Η ιστορία αναπτύσσεται μέχρι το μέσον με τις περιγραφές του χαρακτήρα του δολοφόνου από τους φίλους του. Αρχιτέκτονας με ευφυείς λύσεις για κάθε πρόβλημα, ήρεμος, ελαφρά απομονωμένος. Από το μέσον και μετά μαθαίνουμε την πραγματική του ζωή σε σχέση με την Λυδία. ΟΙ φίλοι προσπαθούν να ερμηνεύσουν το γεγονός. Η συγγραφέας έχει επιλέξει να παρουσιάζει τον λόγο του θύματος, ο οποίος παρεμβαίνει στις ομιλίες των φίλων του. Λόγος ναρκισσιστικός, παραληρηματικός, αυτοαναφορικός, εξοργιστικός μερικές φορές. Τα σημάδια υπήρχαν από παλιότερα, οι φίλοι έδωσαν μικρή σημασία. Ο δολοφόνος θα κλειστεί μετά στη σιωπή του, αρνούμενος να μιλήσει στη δίκη του. Η συγγραφέας δεν παίρνει θέση , αφήνει  να μιλήσουν οι άλλοι αναδεικνύοντας τον ρόλο της «αγέλης», ισορροπώντας ανάμεσα στο κοινωνιολογικό και το ψυχολογικό πεδίο συνθέτοντας τα κομμάτια του παζλ της ιστορίας. Ένα μυθιστόρημα που κινείται σε εύθραυστες ισορροπίες με μεγάλη προσοχή.

 

Θωμάς Κοροβίνης, Γράμμα στον αδελφό Γιώργο Ιωάννου που λείπει χρόνια στην γκλαβανή, Άγρα

Γράμμα που απευθύνει ο Θωμάς Κοροβίνης στον όμότεχνό του θεσσαλονικέα Γιώργο Ιωάννου. Δεν είναι μια τιμητική αναφορά στο έργο του Ιωάννου αλλά περισσότερο μια συνομιλία. Ο Κοροβίνης τον ενημερώνει για τις εξελίξεις στα 40 χρόνια που πέρασαν από την εκδημία του. Σαράντα χρόνια είναι πολλά, σχεδόν ένας αιώνας. Η πόλη τους, η Θεσσαλονίκη, οι λογοτεχνικές παρέες, τα στέκια, οι συνήθειες, η ίδια η δημιουργία άλλαξε. Αναθυμάται το λίγο που τον γνώρισε, τα έργα του Ιωάννου που τον σημάδεψαν. Τον ενημερώνει αναλυτικά για την πόλη που άλλαξε, τον καταναλωτισμό της «Όμορφης Θεσσαλονίκης», κυρία πια, παρφουμαρισμένη κι ευειδής. «Ψουνίζει πανάκριβο το παριζιάνικο άρωμα για να σκεπάσει το βουργάρικο πατσουλί». Οι φίλοι συγγραφείς αραιώνουν, το περίφημο λογοτεχνικό κλίμα της πόλης ανήκει στο παρελθόν. Ακόμα και τη μνήμη σου την αλλοιώνουν, ξεχνούν τον ερωτισμό σου. Του ζητάει να του πει αν αντάμωσε εκεί πάνω στην γκλαβανή(καταπακτή του Άδη) τους ομότεχνους, τον Ταχτσή, την Νταντωνάκη, τη Διδώ Σωτηρίου. Θα έλεγα όμως ότι η επιστολή αυτή είναι ένας μονόλογος του ίδιου του Θωμά Κοροβίνη για όσα χάνονται, όσα αλλοιώνονται, όσα ντυμένα με μαλάματα προσπαθούν να διασκεδάσουν την έλλειψη πνεύματος. Μια άλλη οπτική του επίσης Θεσσαλονικιού «Πεθαίνω σαν χώρα».

 

Ελένη Στελλάτου, Καιρός των Κρυστάλλων, Πόλις

Η Ελένη Στελλάτου μετά και το πρώτο της βιβλίο Το κόκκινο και το άσπρο (Πόλις) εδραιώνει την πεποίθηση πώς είναι μια συγγραφέας ιδιαίτερου λογοτεχνικού στυλ. Η ιστορία της εδράζεται σε ένα απροσδιόριστο τόπο και χρόνο , λατινογενή ίσως, λόγω των ονομάτων που δίνει στους ήρωες της. Ένας γάμος κι ένας ιός θα είναι η αρχή του μύθου της. Η Ιρένε Μάντες, κόρη του έμπορα Μέντες, ετοιμάζεται να παντρευτεί τον Μάρκους Σεμπρούν. Την ημέρα του γάμου η Ιρένε έχει ορισμένες αλλαγές στο σώμα της, μια σχετική ακαμψία. Μετά την τελετή κι ενώ σηκώνεται να χορέψει τον γαμήλιο χορό με τον σύζυγό της κρυσταλλοποιείται. Με το που την αγγίζει ο Μάρκους διαλύεται σε μικρά κομματάκια. Σε ένα κιβώτιο ο άτυχος σύζυγος μεταφέρει τα θρύψαλα της γυναίκας του στον φαρμακοποιό  του χωριού, Εμμάνουλε Περόν, προκειμένου να βρει αντίδοτο σε ό,τι της συνέβη ώστε να την επανασυστήσει ως γυναίκα. Όμως κανένα γιοτροσόφι δεν υπάρχει στα παλιά βιβλία του φαρμακοποιού. Ούτε ο γιατρός Μανέ μπορεί να   καταλάβει τι και πως συνέβη.  Τα συμπτώματα αυξάνουν, και άλλοι κάτοικοι της πόλης κρυσταλλώνονται και με το παραμικρό άγγιγμα διαλύονται σε κομματάκια. Στην πόλη εξαπλώνεται μαζί με την επιδημία, ο φόβος και οι φήμες. Ο Περόν, μια μοναχική φιγούρα πιστεύει ότι η κρυστάλλωση είναι παράγωγο και όχι η αιτία. Κατ αυτόν η εσωτερική ρηγμάτωση οφείλεται στην παρακμή της κοινωνικής συνοχής και των αξιών που υπήρχαν μέχρι τότε. Συμβολικό μυθιστόρημα, θα το χαρακτήριζα μαγικού ρεαλισμού, κοντά στη  Ζατέλη και τον Πάραμο, αλλά με ένα δικό του ύφος, το οποίο στηρίζεται στον εύπλαστο λογοτεχνικό λόγο της Στελλάτου και στη ευφυία της να κινεί αναγνωστικά την  ιστορία. Ιδιαίτερο!

 

Μάρω Κακαβέλα, Το καλοκαίρι του σκύλου, Στερέωμα

«Τα νεκρά παιδιά δεν φεύγουν ποτέ από το σπίτι τους», λέει ο στίχος του Γιάννη Ρίτσου, η Μάρω Κακαβέλα με δύο μικρές ιστορίες ανατρέπει το νόημα του και λέει ότι τα νεκρά παιδιά μένουν στις μνήμες και αλλάζουν τις ζωές των ανθρώπων που τα θρηνούν.  Οι δύο παράλληλες ιστορίες έχουν κοινό θέμα: τον θάνατο του Γιάννου από έναν μεθυσμένου ταξιτζή και τον θάνατο, από άγνωστη αιτία του μικρού Νίκου. Ο πατέρας του Γιάννου, Ηλίας, θα παραμονέψει και θα σκοτώσει τον ταξιτζή τρεις μέρες μετά την πρόωρη αποφυλάκισή του. Χωρισμένος από τη γυναίκα του Έρση, είχε ήδη αποξενωθεί από το παιδί του μη αποδεχόμενος ότι είναι gay. Την  ανάκρισή του Ηλία έχει αναλάβει ο Νικήτας αστυνόμος gay, που ταλανίζεται με τον δικό του έρωτα. Στην Κρήτη ο πατέρας και ο θείος του μικρού Νίκου σκοτώνουν έναν συντοπίτη τους γιατί είχαν διαφορές. Ο Νίκος απομονώνεται από  την κοινότητα και τους φίλους του επειδή φέρει το στίγμα «παιδί του δολοφόνου».  Θα το σκοτώσει κι αυτόν ένας μεθυσμένος χωριάτης και το πτώμα του θα βρεθεί πολύ αργότερα. Την δεύτερη ιστορία την μαθαίνουμε από τις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις του μικρού Νίκου που παρεμβαίνουν στο κυρίως κείμενο με την ιστορία του Ηλία. Μπορεί οι θάνατοι των δύο παιδιών να μην έχουν κάποια οργανική σχέση αλλά είναι και τα δύο πρόσωπα αποσυνάγωγα, ο δε τυχαίος θάνατός τους αποδομεί τις σχέσεις των δικών τους. Νουβέλα συναισθηματική για τη μνήμη που πονάει.

 

Αργυρώ Μαντόγλου, Ένας δικός της δρόμος, Τρεις ιστορίες σε άλλο χρόνο, Καστανιώτης

Η Αργυρώ Μσντόγλου έχει πάντα στο επίκεντρο των ενδιαφερόντων της την γυναίκα. Και σε αυτό το μυθιστόρημά της η γυναίκα σε τρεις εκδοχές είναι η βασικής της ηρωίδα. Η πρώτη ιστορία αφορά στην Ελισάβετ Μουτζάν Μαρτινέγκου όταν αυτή επιχειρεί να αποδράσει από την οικογενειακή εστία να πάει στην Ιταλία για να κυνηγήσει τη γνώση σε καθεστώς ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Η δεύτερη ιστορία αφορά στην Βιρτζίνια Γουλφ. Το 1906, η Βιρτζίνια Στίβεν, μετέπειτα Βιρτζίνια Γουλφ, μαζί με μια μεγάλη παρέα στην οποία πρωτοστατεί η φίλης της Βάιολετ Ντίκινσον,πραγματοποιεί το πρώτο της ταξίδι μέσω Ιταλίας στον ελληνικό χώρο ως νεαρή δημοσιογράφος. Θα επισκεφθεί πολλούς αρχαιολογικούς χώρους στην Ελλάδα και τελικά θα εγκατασταθεί στην Εύβοια στο κτήμα του Νόελ. Ένας φόνος στο κτήμα θα την ταράξει. Παράλληλα αναζητά την δική της ταυτότητα για να γράψει.

Η τρίτη ιστορία έχει στο κέντρο της μια γυναίκα στη σύγχρονη Βενετία, η οποία θα γνωρίσει έναν αρχαιολόγο, που μελετάει τις διώξεις μαγισσών και νεκρές γυναίκες που τάφηκαν με περίεργο τρόπο.  Και οι τρεις γυναίκες παλεύουν με τον δικό τους τρόπο για την κατάκτηση της αυτοτέλειας τους, την ανάκτηση της δύναμης τους, την δημιουργία του δικού τους διακριτού προσώπου. Η γραφή είναι και για τις τρεις μια απελευθερωτική δύναμη, μια ανάσα που διατρέχει τους αιώνες.

¨Ένα βιβλίο με πολλή έρευνα, προσεκτική μελέτη των εποχών και με διακριτό στόχο τη δύναμη της γυναίκας να απελευθερωθεί.

 

Νίκος Αμανίτης, Ο αγνοούμενος του Ματαρόα, Μεταίχμιο

Μια πολύ ενδιαφέρουσα νουβέλα που στηρίζεται τόσο στην έρευνα όσο και στην ικανότητα του συγγραφέα να την αναπτύσσει και να την παρουσιάζει μυθοπλαστικά. Είναι η ιστορία του άγνωστου σε μας ζωγράφου Νίκου Μπαλογιάννη. Γεννημένος το 1911 φεύγει στη Γαλλία το 1938 για να σπουδάσει στην περίφημη Μποζάρ , από την οποίαν έχει περάσει η πλειονότητα των ελλήνων ζωγράφων. Θα ξαναγυρίσει στην πατρίδα για να συμμετάσχει στον ελληνοϊταλικό πόλεμο. Θα ξαναφύγει στο Παρίσι το 1945 με το περίφημο Ματαρόα που μεταφέρει τον ανθό της ελληνικής  διανόησης για να συνεχίσει τις σπουδές του. Ο συγγραφέας βρίσκει ένα χειρόγραφο του ζωγράφου, γεμάτο αλήθειες και ψέματα. Το χειρόγραφο τον προκαλεί να ασχοληθεί μαζί του. Επικοινωνεί με  την κόρη του ζωγράφου και προσπαθεί να βρει άκρη για τη ζωή του. Ο συγγραφέας κάνει πειστική ερευνητική δουλειά καθώς το ημερολόγιο πέρα του ότι απεικονίζει μια εποχή περιέχει πολλά θέματα που χρειάζονταν εξακρίβωση. Ο ίδιος ο Μπαλογιάννης είχε φύγει μετά το Παρίσι στην Αμερική, άλλαξε το όνομά του σε Μπελ-Τζον και πέθανε άγνωστος ως ζωγράφος. Η προσπάθεια του συγγραφέα να γνωρίσει τον ζωγράφο που αρχίζει πριν από πολλά χρόνια  από έναν χαρακτηριστικό πίνακα που κρέμεται σε ένα τοίχο στην οικογενειακή του εστία, θα ευοδωθεί πολύ αργότερα όταν θα ανακαλύψει την κόρη του Μπαλογιάννη, την Ρέα κάπου στο Μεξικό. Από εκεί και πέρα έγγραφα, ημερολόγια, αποκόμματα εφημερίδων, ψάξιμο επί τόπου σε αρχεία σε Αθήνα και Γαλλία ολοκληρώνουν σε μεγάλο βαθμό το παζλ της ζωής του ζωγράφου. Κόκκινη κλωστή που ενώνει όλα τα κομμάτια, πέρα από τον αρχικό πίνακα ζωγραφικής, είναι ο έρωτας του Μπαλογιάννη με μια νεαρή όμορφη ζωγράφο, την Μουν, την οποίαν είχε γνωρίσει στο πρώτο του ταξίδι του στο Παρίσι αλλά ο πόλεμος τους είχε χωρίσει. Η προσπάθεια του να μη χαθεί η μορφή της και οι ευτυχισμένες μέρες που πέρασαν σε ένα χωριουδάκι στη Νότιο Γαλλία αποτυπώνεται σε ένα τεράστιο χειρόγραφο, ένα μεγάλο ερωτικό γράμμα, χωρίς χρονολογική σειρά στο οποίο  δεσπόζει ο τρυφερός έρωτας τους. Ο Νίκος Αμανίτης έγραψε ένα μυθοπλαστικό docfiction που θα έρθει σε μας ως ένα γοητευτικό μυθιστόρημα για τη ζωή ενός τυχοδιώκτη. Ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Νίκου και της Μουν είναι η κινητήρια δύναμη του μυθιστορήματός του και αυτό το κάνει συναρπαστικό.

 

Ηλίας Μπιστολάς, Η κορυφή του κόσμου, Τόπος

Έχοντας διακριθεί ως πρωτοεμφανιζόμενος με το βιβλίο του Χώμα στα μάτια, στα αυτιά, στο στόμα (από τις εκδόσεις Τόπος) είναι φυσικό οι αναγνώστες να περιμένουν την δεύτερη απόπειρά του, η οποία και δεν διέψευσε τις προσδοκίες. Οι ιστορίες σε αντίθεση με το προηγούμενο βιβλίο του αφορούν κυρίως στο σήμερα. Οι ήρωες του είναι «παρακατιανοί», περιθώριοι, φτωχοί του μεροκάματου. Τα διηγήματα του εγγράφονται στον νατουραλισμό περνούν στο ρεαλισμό φλερτάροντας όμως συχνά με τον σουρεαλισμό, όπως π.χ. στο διήγημα «Ο κουμπάρος». Στο πρώτο διήγημα «Μεσογαία» ο συγγραφέας εκκινεί από μια πραγματικότητα, την αντίδραση των κατοίκων της Ανατολικής Αττικής στην χωροθέτηση ΧΥΤΑ στην περιοχή τους. Τραυματισμένοι άνθρωποι, σακάτηδες, περίεργες κοπέλες ζουν σε έναν κλοιό μικροκαταφερτζηδων και μικροκακοπιιών. Η αντίστασή τους είναι θέμα αρχής. Κάτι διαφορετικό παρουσιάζει ο συγγραφέας στο «Η αόρατη επιφάνεια», όπου ένας άνδρας που σώζεται από βέβαιο θάνατο ανακαλύπτει το χάρισμα να προσφέρει ουτοπικές ελπίδες σε ασθενείς και χαροκαμένους. Το σώμα, το κουρασμένο και κομματιασμένο σώμα κυριαρχεί στα διηγήματα «Οι θεαματικές κινήσεις του Κατς»  και «Τσακώνικο πορνό».  Τα κείμενα του Η.Μπ. διαθέτουν πλατιά θεματολογία συγκλίνουσα όμως στον σημερινό ηττημένο άνθρωπο, στην απέλπιδες προσπάθειες του να σηκωθεί, να αντισταθεί. Ο λόγος του είναι δυνατός, συνεκτικός, ουσιαστικός.

 

Στέργιος Χατζηκυριακίδης, Ιστορίες απλής λογικής και λίγης θλίψης, Νήσος

Τον Στέργιο Χατζηκριακίδη δεν τον είχα ξαναδιαβάσει, ίσως και ο προηγούμενος εκδοτικός του οίκος να μην είχε φτάσει έως  τον Αναγνώστη. Αφού διάβασα τις ιστορίες του έψαξε το βιογραφικό του. Η γλώσσα του είναι πολύ νεανική και μου θύμισε ένα άλλον νεαρό συγγραφέα από την Κρήτη , τον Στέλιο Παπαγρηγορίου και το σπιντάτο ύφος του. Είδα ότι ο Στ. Χ. είναι καθηγητής Υπολογιστικής Γλωσσολογίας στο τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Κρήτης και είναι 45 ετών. Η λογοτεχνία του δείχνει πάντως νεαρότερο άτομο. Η θεματολογία του σε κάποια διηγήματα τον προδίδει, καθώς έχει αρκετές ιστορίες με καθηγητές και μάλιστα στη Δανία, που όπως διάβασα στο βιογραφικό του ήταν στέλεχος στο Κέντρο Γλωσσολογικής Θεωρίας και Πιθανοκρατικών Σπουδών.  Εν πάσει περιπτώσει οι ιστορίες του δεν έχουν τίποτα βαρύγδουπο αλλά κινούνται στον χώρο των απλών ανθρώπων, με έναν χαριτωμένο , δροσερό θα έλεγα, ρεαλισμό. Ενυπάρχει στα διηγήματά του ισχυρή σάτιρα των πανεπιστημιακών, της δημόσιας γραφειοκρατίας, των παρωχημένων αλλά ακόμα δυνατών παραδόσεων της Κρήτης. Διηγήματα που διαβάζοντας τα χαμογελάς- και πιστέψτε με- αυτό δεν είναι λίγο.

 

Χρηστίνα- Καλλιρρόη Γαρμπή, Τώρα όμως δεν έχουν συμβεί όλα αυτά, Κείμενα

Πολύ όμορφα κείμενα που ανταποκρίνονται ευθέως με τον τίτλο της συλλογής. Ιστορίες που υπονομεύουν την πραγματικότητα ή που δίνουν μια άλλη οπτική της. Πρόσωπα φευγάτα που δεν ζουν απλώς αλλά νιώθουν την πραγματικότητα με τις αισθήσεις τους. Όπως π.χ. στο διήγημα «Ο άγνωστος στρατιώτης», ένας γεράκος και η νεαρή κοπέλα που τον βοηθά να βγεί από μια δύσκολη κατάσταση. Η θεματολογία της  ποικίλλει, όπως η ερωτική σχέση μιας νεαρής γυναίκας με μια μικρή αλεπού στο «Οι Δευτέρες, οι Τετάρτες και οι Παρασκευές» που κινείται στα όρια του μεταφυσικού. Ή στο διήγημα με τίτλο «Η κόκκινη τρύπα» όπου μια απειλητική κατάσταση που βιώνει μια νεαρή d.j. κινείται στα όρια του εφιάλτη.  Ένας ψυχολογικός εφιάλτης είναι και το διήγημα με τίτλο «Αυτός όμως μοιάζει με θλιβερό φάρο» όπου ένα ζευγάρι βλέπει απέναντι του δύο σωσίες τους να βγαίνουν από ένα ίδιο αυτοκίνητο και οι κινήσεις του πρώτου ζεύγους να καθρεφτίζονται στο δεύτερο. Τα διηγήματα της Χρηστίνας Καλλιρρόη Γαρμπή κινούνται στο χώρο του weird, οι κύριοι χαρακτήρες είναι γυναίκες σε αφύσικες καταστάσεις. Η πραγματικότητα παραμένει ρεαλιστική αλλά παραμορφώνεται στο νου των ηρωίδων και των ηρώων τους, οπότε και καλούνται να δράσουν αναλόγως. Οι αποφάσεις παίρνονται μέσα σε στιγμές που αιωρούνται στον αέρα ή συμπυκνώνονται σε ένα μικρό αόρατο σημείο. Η ατμόσφαιρα του ανοίκειου παρασύρει τον αναγνώστη να μείνει σε ότι αυτός θεωρεί σημαντικό στην εξέλιξης της ιστορίας. Μια πολύ προσωπική λογοτεχνική ματιά.

 

Γιάννης Μαρής, Έγκλημα στα παρασκήνια, Άγρα

Ένα από τα εμβληματικά έργα του Γιάννη Μαρή, το πρώτο που δημοσιεύτηκε στον απογευματινό τύπο σε συνέχειες που κράτησαν πάνω από ένα χρόνο (1954-1955). Αθηναϊκό μυθιστόρημα και αυτό, ξεκινάει με τον θάνατο της ηθοποιού Ρόζας Βαργή που την βρίσκουν νεκρή λίγο πριν την πρεμιέρα του έργου της. Νωρίτερα κάποιος ζήτησε να την δει και η θυρωρός τον είχε συνδέσει με το τηλέφωνο που υπήρχε στο καμαρίνι της. Το μυστήριο δυνάμωσε όταν αποδείχτηκε ότι το καμαρίνι ήταν κλειδωμένο από μέσα. Οι ύποπτοι πολλοί: ο πλούσιος εραστής, η ηθοποιός που την ζήλευε, ένας άνθρωπος που τον είχε καταστρέψει, η γυναίκα που της έκλεψε τον έρωτα ή κάποιος άλλος που δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Την υπόθεση «τρέχουν» τρεις άνδρες, ο Μακρής αρχισυντάκτης της εφημερίδας Πρωινή, ο νεαρός ρεπόρτερ Πεχλιβανίδης και ο καθηγητής Δέλιος. Τις ανακρίσεις θα αναλάβει ο αστυνόμος Μπέκας, που εδώ έχει μικρότερο ρόλο. Μαζί με το Έγκλημα στο Κολωνάκι (Άγρα) αυτά τα δύο πρώτα μυθιστορήματα του Μαρή που πρωτοδημοσιεύτηκαν ως συνέχειες άρχισαν να κτίζουν το όνομα του συγγραφέα τους. Στην έκδοση υπάρχει λεπτομερής εισαγωγή του Ανδρέα Αποστολίδη για την εποχή, την κοινωνία, το θέατρο και τις εφημερίδες, όπως και για το ποιοι άλλοι συγγραφείς έχουν γράψει στο ίδιο στυλ του «κλειστού δωματίου». Κλασικό!

 

 

Προηγούμενο άρθροΗ αρκούδα της Άνω Γλυφάδας (της Λουκίας Δέρβη)
Επόμενο άρθροΑλλάζει η Ελλάδα; -14 προκλήσεις (της Άννας Λυδάκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ