Ποιητών και Αγίων Πάντων

1
375

Της Αλεξάνδρας Μπακονίκα.

 

Καίρια μαγνητίζει με  την πρωτοτυπία και την ατμόσφαιρα των συναισθηματικών εκμυστηρεύσεων η καινούργια συλλογή της Γιώτας Αργυροπούλου”Ποιητών και Αγίων Πάντων”.  Διαθέτει αξιοσημείωτες αρετές, όπως η αμεσότητα του βιώματος, η ενάργεια, ο ευθύβολος, καλοδουλεμένος, διαυγέστατος ποιητικός λόγο, ένας λόγος και μια δική της ιδιότυπη έκφραση που δένει τέλεια, αρμονικά με το παλλόμενο από χυμούς ζωής περιεχόμενο. Φυσάει αναζωογονητικό αεράκι γνήσιας ποιητικής κατάθεσης, που ευχάριστα μας εκπλήσσει κι ενσταλάζει βάλσαμο στην κουρασμένη ψυχή μας.

Η ποιήτρια βάζει βαθιά το νυστέρι μέσα της και εξομολογείται ότι οι σκιές και τα σκοτάδια που την περιβάλλουν συνεχώς μεγαλώνουν καθώς περνούν τα χρόνια. Οι σκιές και τα σκοτάδια αντιπροσωπεύουν την αίσθηση της απώλειας και των ελλείψεων σε δυνατά αισθήματα, όπως ο έρωτας, οι σαγηνευτικές συναναστροφές, οι εξάρσεις, οι ενθουσιασμοί σε δράσεις, συμμετοχές και γεγονότα. Αν μαθήτευσε στο φως για να γράψει ποίηση, άλλο τόσο και περισσότερο εμποτίστηκε από «το σκοτεινό μέρος του φεγγαριού» που τραγικά της αποκάλυψε το ανυπόφορο, το μοιραία ανυπόφορο που κυκλοφορεί και απειλητικά μας πνίγει στη ζωή. «Γιατί τι είναι ο ποιητής;/ Ένα υπάκουο σκυλί/που ανιχνεύει τη σκιά του/ψάχνει τα θηράματα/που χτύπησε ο θεός/ να του τα πάει», εν πλήρει γνώσει και με επιγραμματική δύναμη το δηλώνει η ποιήτρια. Ασφαλώς η λέξη «σκιά» που αρκετές φορές επαναλαμβάνεται στη συλλογή  έχει ευρύτερη σημασία. Συμβολίζει και υπαινίσσεται  την ανίχνευση των εσώτερων τοπίων του ψυχικού της κόσμου, στη χαρά ή στη λύπη, τις ευφρόσυνες στιγμές αλλά και «τα δύσκολα, τα τραχιά, τα ερημικά, τη μοναξιά, το φόβο».

Μια δραματική χροιά αναδύεται από τα ποιήματα. Η υπέροχη εποχή των νεανικών της χρόνων με την πίστη σε ιδέες για έναν καλύτερο κόσμο, με τις αισθησιακές συγκινήσεις του έρωτα, με τη μοναδική ομορφιά των λογοτεχνικών συνάξεων και εκδηλώσεων φαντάζει μακρινή και χαμένη. Κάτι άλλαξε, κάτι σβήστηκε, κάτι έδειξε το κενό της απώλειας και των αναπότρεπτων ψευδαισθήσεων.

Μέσα στα τόσα που τη συντάραξαν σε ιδέες, βιώματα κι αισθήματα από τα νεανικά της χρόνια μέχρι τώρα  η ποίηση είναι στοιχείο πανταχού παρόν, εμποτίζει το κάθε τι στη ζωή της. Βιβλία, βιβλιοπωλεία, τυπογραφεία, αμφιθέατρα, ποιητικά συμπόσια,  δρόμοι, αίθουσες, μέσα συγκοινωνίας, ερωτικές σχέσεις, πρόσωπα της πόλης εισχωρούν μέσα στους στίχους και συναρπαστικά σχετίζονται με την σαρωτική δύναμη που έχει η ποίηση. Η συλλογή αποτελεί έναν ύμνο στη διαδικασία της έμπνευσης και το απτό αποτύπωμά της σε στίχους.. Για την Αργυροπούλου η ποίηση είναι ουσία ζωής. Ως γνήσια δημιουργός γνωρίζει ότι τέχνη και ζωή συνυπάρχουν, συνυφαίνονται και αδιάλειπτα «συγκοινωνούν» μεταξύ τους.

Με κατάνυξη η ποιήτρια υποκλίνεται στην ιερότητα της τέχνης, όπως ένας αφοσιωμένος πιστός προσέρχεται στα ιερά και όσια της θρησκείας του. Αντίστοιχα οι ποιητές με τη μαγευτική γραφή τους ( Καβάφης, Σολωμός, Κάλβος, Σικελιανός, Σαχτούρης, Καριωτάκης, Πολυδούρη, Κατσαρός, Εγγονόπουλος κ.α) είναι οι άγιοι, οι ιερομάρτυρες, οι ήρωες, οι ημίθεοι, τα μυθικά πρόσωπα που της χαρίζουν ανάταση, ευφορία, ευδαιμονία, γνώση της ενδοχώρας του βαθύτερου είναι της.

Ο ρεαλιστικός τρόπος γραφής της ποιήτριας με εκλεκτή αφηγηματική μαστοριά μας ξετυλίγει σπαρταριστές από αισθησιασμό και πεμπτουσία πνεύματος σκηνές, στιγμιότυπα, σκέψεις, τολμήματα, επιθυμίες,  τόπους, χώρους, χρονολογίες, των ποιητών που λατρεύει. Διαβάζουμε τους στίχους από το πολύ αισθησιακό ποίημα «Οι ανερούσες»: Ένα μεσημέρι/ η Γαλάτεια με την Εύα μπήκανε κατάγυμνες/στη ρηχή, την κρύα θάλασσα/…Ολόδροσες  και λαμπερές/σαν ανερούσες, /κείνο το βράδυ τους περίμεναν, /αμίλητοι να μην τους πάρουν τη λαλιά/ σαν ανερούσες ’κείνο το βράδυ τις κοιμήθηκαν.

Σαν πολύτιμα συναξάρια οι λαμπρές παρουσίες, οι πράξεις, η μοναξιά, οι στοχασμοί, η εγρήγορση, η αγρύπνια, οι ηρωισμοί,  η ίδια η γραφή των ποιητών, μεταπλασμένα μέσα από τον ψυχισμό  της Αργυροπούλου  πλημμυρίζουν τη συλλογή. Απολαμβάνουμε το πανδαιμόνιο των εικόνων από τον βίο των ποιητών, συμμετέχουμε στην φαντασμαγορία της ποιητικής ενδοχώρας, στη μέθη που μας μεταλαμπαδεύει.

Η ποιήτρια δεν φείδεται με λεπτή ειρωνεία και αιχμηρό σαρκασμό σε αρκετά ποιήματά της να καταγγείλει την οίηση, τη μίζερη συμπεριφορά, την εντελώς αδικαιολόγητη αλαζονεία που συναντά σε σύγχρονους ποιητές. Συγχρόνως προβάλλει και την άλλη όψη, το τελείως  αντίθετο, που εκείνη θαυμάζει στους «άγιους» ποιητές της και ακολουθεί η ίδια στο έργο της, όπως η ταπεινοφροσύνη, ο στοχασμός, η περισυλλογή, η ασκητική αφοσίωση στην τέχνη- γιατί πάντα η τέχνη είναι δυσκολοκατάκτητη. Το βλέπουμε ξεκάθαρα στο ποίημα: «Η πιο ωραία μας στιγμή δεν είναι όταν/ έμπνευση γοργόφτερη έρχεσαι κοντά μου/ αλλά όταν μέρα νύχτα με παιδεύεις/ και σιγά σιγά μου παραδίνεσαι…κι ας μένεις χρόνια κάποτε/ ποίημα/ ημίεργο στα χαρτιά μου».
Αποτελεί κατάκτηση το γεγονός ότι η Αργυροπούλου μιλάει με απλή και κατανοητή έκφραση («Δεν θέλω να καταλαβαίνουν την ποίηση μόνο οι ειδικοί» ευθαρσώς το δηλώνει ο στίχος στη σελ. 20) για τα βαθιά και ουσιαστικά της υπαρξιακής μας υπόστασης. Σε χαλεπούς καιρούς, της πείνας, της καταστροφής, του μίσους και των δεινών, που «σαν χιόνια πέφτουν», πιστεύει ότι «την ποίηση ξανά θα χρειαστούμε…κι έτσι νέο δένδρο στην αυλή μας θα φυτρώσει». Με σθένος επίσης πιστεύει στο ρήμα «ανθίσταμαι», που σαν φρόνημα οφείλει να μετατρέπεται σε έργο και πράξεις. Και για κάθε όνειρο που πεθαίνει προβάλλει τον δυναμικό σαν αστραπή  στίχο: «θα μείνουμε. Θα παλέψουμε. Δεν θα ξεριζωθούμε».

Χωρίς μεγαλοστομίες, υψιπετείς λυρισμούς, ρητορικές φλυαρίες, εντυπωσιακούς πειραματισμούς που πέφτουν στο κενό, η Αργυροπούλου συνθέτει- και σε αυτή τη συλλογή της- μεστή, άρτια επεξεργασμένη, ώριμη και πρωτότυπη  ως σύλληψη ποίηση.

 

INFO: Γιώτα Αργυροπούλου

ΠΟΙΗΤΩΝ ΚΑΙ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ εκδ. Μεταίχμιο 2013, σελ. 70

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here