Ο πόλεμος των παιδιών

0
609

 

 

Του Σπύρου Κακουριώτη.

 

Η εικόνα ενός μετά βίας δεκάχρονου αγοριού, οπλισμένου με ένα καλάσνικωφ ίσαμε το μπόι του, φυσεκλίκια και μια ματσέτα περασμένη στη ζώνη, με το βλέμμα θολωμένο από ένα μίγμα φόβου και παντοδυναμίας, είναι συνηθισμένη στις ζώνες ενδημικών εμφύλιων συγκρούσεων της Αφρικής.

Το προσδόκιμο ζωής ενός τέτοιου παιδιού δεν είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο των 50.000 παιδιών και ενηλίκων έλαβαν μέρος στη «Σταυροφορία των παιδιών», το 1212, με σκοπό να φτάσουν στους Άγιους Τόπους. Κανένα τους δεν έφτασε εκεί… Όσα γλίτωσαν από τις κακουχίες της περιπλάνησης, πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της βόρειας Αφρικής.

Μέσα σε αυτούς τους οκτώ αιώνες που χωρίζουν τις δύο παιδικές εικόνες, ο πόλεμος μεταμορφώθηκε ολοκληρωτικά. Αν η Σταυροφορία ήταν ένα προϊόν θρησκοληψίας, που κατάφερε να αποδεκατίσει τους «στρατιώτες» της πριν καν εμπλακούν σε οποιαδήποτε μάχη, οι πόλεμοι που ακολούθησαν θα είναι δουλειά των επαγγελματιών.

Μονάχα η Γαλλική Επανάσταση, καλώντας τους πολίτες στα όπλα, θα επιφέρει τον «εκδημοκρατισμό» του πολέμου, εμπλέκοντας σε αυτόν το σύνολο του (άρρενος και ενήλικου) πληθυσμού, εισάγοντας με τον τρόπο αυτό τη νεωτερικότητα στο πεδίο της μάχης.

Όμως η άρση της διάκρισης εμπολέμων και αμάχων υπήρξε υπόθεση του 20ού αιώνα και των ολοκληρωτικών πολέμων του, καθώς στην πολεμική προσπάθεια καλείται να κινητοποιηθεί το σύνολο της κοινωνίας, ιδιαίτερα μάλιστα στους εμφυλίους. Τα παιδιά δεν θα μπορούσαν παρά να εμπλέκονται σε αυτούς, είτε ως «μαχητές» είτε ως θύματα που έχουν ανάγκη από ασφάλεια και περίθαλψη –και σε κάθε περίπτωση ως επίδικο εργαλείο πολιτικής εκμετάλλευσης.

Δεν θα μας απασχολήσει εδώ το ζήτημα της συμμετοχής ανηλίκων στις μάχες –ήδη από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο έχουμε την κατάταξη ατόμων που δεν είχαν τη νόμιμη ηλικία, ενώ είναι γνωστό πως τις ύστατες μάχες στο Βερολίνο, κατά την προέλαση των Συμμάχων, τις έδωσαν σε μεγάλο ποσοστό δεκαπεντάχρονα και δεκαεξάχρονα παιδιά. Το ίδιο συνέβη και στον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, πιθανόν και από τις δύο αντίπαλες παρατάξεις.

Όμως η βασικότερη συμμετοχή των παιδιών στον Εμφύλιο σχετίζεται με το «παιδομάζωμα» και το «παιδοφύλαγμα», μια παραδειγματική περίπτωση εργαλειακής αντιμετώπισης των αναγκών που δημιουργεί ο πόλεμος για τους ανήλικους.

Ξεκινώντας από την ανάγκη προστασίας των παιδιών από τις συγκρούσεις, ώστε οι γονείς τους να μπορούν να στρατολογηθούν (και να δεσμευτούν) στην πολεμική προσπάθεια, το ΚΚΕ οργάνωσε στις αρχές του 1948 την προώθησή τους στις Λαϊκές Δημοκρατίες, στην πλειονότητα των περιπτώσεων με τη συναίνεση των γονέων τους.

Απαντώντας στο «παιδομάζωμα», όπως το χαρακτήρισε τότε, η κυβέρνηση της Αθήνας, έχοντας παράλληλα να αντιμετωπίσει και τη συσσώρευση των πληθυσμών που εξαθλιωμένοι εγκατέλειπαν την ύπαιθρο καταφεύγοντας στην περιφέρεια των πόλεων, προχώρησε σε μια αντίστοιχη κίνηση, το «παιδοφύλαγμα».

Η πρωτοβουλία της τότε βασίλισσας Φρειδερίκης να δημιουργήσει την Πρόνοια Βορείων Επαρχιών Ελλάδος, υπό τον έλεγχο των ανακτόρων, λειτουργούσε, αφενός, σταθεροποιητικά για τον θρόνο, αφετέρου, αποφόρτιζε τις επαρχιακές πόλεις από το «εύφλεκτο» υλικό που δημιουργούσε η εξαθλίωση. Το αποτέλεσμά του υπήρξε η δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου παιδοπόλεων (έφταναν τις 55 τον Ιούλιο του 1949), στις οποίες φιλοξενήθηκαν (και εδώ εκουσίως, τις περισσότερες φορές) τα παιδιά που υπήρξαν θύματα των συγκρούσεων.

Η εμπλοκή των παιδιών στον εμφύλιο δεν υπήρξε ελληνική αποκλειστικότητα. Μια δεκαετία νωρίτερα, το ίδιο είχε συμβεί και στον Ισπανικό Εμφύλιο. Εκεί, οι Δημοκρατικοί, εκκενώνοντας από αμάχους τις περιοχές απ’ όπου υποχωρούσαν, προωθούσαν τα παιδιά στη Γαλλία. Αντίστοιχα, οι εθνικιστές, μέσω της Auxilio Social, ενός οργανισμού πρόνοιας που είχε συγκροτηθεί και διευθυνόταν από την φασιστική Φάλαγγα, κατεύθυναν τα παιδιά, ορφανά εθνικιστών και δημοκρατικών, στα δικά τους προνοιακά ιδρύματα.

Τις δύο αυτές εμπειρίες, παρόμοιες και ταυτόχρονα διαφορετικές, τις πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες μέσα από τις οποίες γεννήθηκαν και εξελίχτηκαν, τους μηχανισμούς που συγκρότησαν και τις ιδεολογικές αξίες με βάση τις οποίες λειτούργησαν εξετάζει ο Λουκιανός Χασιώτης στο βιβλίο του Τα παιδιά του Εμφυλίου. Στη συγκριτική του αυτή προσέγγιση, ο συγγραφέας εξετάζει επίσης τις επιδράσεις που είχαν στο έργο τους οι αντιλήψεις και οι πρακτικές για τη φιλανθρωπία και την κοινωνική πρόνοια κατά τον 20ό αιώνα, εντοπίζοντας και εδώ ομοιότητες και διαφορές, συνέχειες και ασυνέχειες.

Σε αυτήν τη συγκριτική μελέτη, από τις λίγες που παρουσιάζονται στην, ιδιαίτερα ελληνοκεντρική, οικεία ιστοριογραφία, ο συγγραφέας επικεντρώνεται στην πλευρά των νικητών. Αν τα τελευταία χρόνια οι μελέτες για το «παιδομάζωμα», όπως και εκείνες για τους πολιτικούς πρόσφυγες, έχουν σε κάποιο βαθμό καλύψει το ερευνητικό κενό, η πλευρά του «παιδοφυλάγματος» και των παιδοπόλεων αποτελεί παρθένο έδαφος για την ιστοριογραφία, με ελάχιστες σχετικές εργασίες.

Ο Λ. Χασιώτης αντιμετωπίζει το αντικείμενό του με ψύχραιμη ματιά, τοποθετώντας το στο κοινωνικό, πολιτικό και ιδεολογικό πλαίσιο της εποχής, αποφεύγοντας τη δαιμονοποίηση που προκαλείται από τον ρόλο της Φρειδερίκης και τον «μοναρχικό πατερναλισμό» της.

Εντέλει, παρά την τραυματική εμπειρία που αποτέλεσε ο χωρισμός από την οικογένεια και τον τόπο καταγωγής, για τα παιδιά του Εμφυλίου, τα περισσότερα των οποίων προέρχονταν από εξαιρετικά φτωχά αγροτικά περιβάλλοντα, η φοίτησή τους στις παιδοπόλεις, όπως ακριβώς και η διαμονή τους στα αντίστοιχα ιδρύματα των ανατολικών χωρών, πρόσφερε καλύτερες συνθήκες ζωής, καλύτερη μόρφωση και καλύτερες προοπτικές για την επαγγελματική τους αποκατάσταση, εδώ ή εκεί. Τα παιδιά αυτά, πληρώνοντας το βαρύ τίμημα του τραυματικού αποχωρισμού, μπόρεσαν, στις περισσότερες των περιπτώσεων, να ακολουθήσουν ένα ρεύμα ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας, που τα απέσπασε, βίαια ασφαλώς, από τη στασιμότητα των αγροτικών κοινωνιών όπου γεννήθηκαν, για να τα μετατρέψουν σε λιγότερο ή περισσότερο ειδικευμένο εργατικό δυναμικό.

 

info

Λουκιανός Χασιώτης

Τα παιδιά του Εμφυλίου. Από την «Κοινωνική πρόνοια» του Φράνκο στον «Έρανο» της Φρειδερίκης (1936-1950)

Βιβλιοπωλείον της Εστίας 2013

σελ. 363

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here