Οι πολιτικοί πρόσφυγες και η εμπειρία τους

1
853

 

 

Του Σπύρου Κακουριώτη. 

 

Ο αποκλεισμός του «λαού της Αριστεράς», η στρατηγική που εφάρμοσε το μετεμφυλιακό κράτος έκτακτης ανάγκης, εκφράστηκε στο εσωτερικό της χώρας με μέτρα που κλιμακώνονταν από τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων μέχρι τον εγκλεισμό και τις εξορίες. Για ένα τμήμα αυτού του «λαού», όμως, ο αποκλεισμός υπήρξε απόλυτος, καθώς πήρε τον χαρακτήρα της πλήρους αποκοπής από το σώμα της χώρας: Μετά τη στρατιωτική τους ήττα στο Γράμμο, οι δυνάμεις του ΔΣΕ και τα πολιτικά στελέχη του ΚΚΕ, μαζί με έναν μεγάλο αριθμό αμάχων, είδαν τα σύνορα να κλείνουν ερμητικά πίσω τους. Για όλους αυτούς, στις 29 Αυγούστου 1949 ξεκινούσε μια τριαντάχρονη περιπέτεια πολλαπλών αποκλεισμών…

Αυτήν την πολιτική αλλά κυρίως κοινωνική και προσωπική περιπέτεια αποτυπώνει η ιστορικός Κατερίνα Τσέκου στη μελέτη της Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, 1945-1989, που κυκλοφορεί στη σειρά «Θέματα Ιστορίας» των εκδόσεων Αλεξάνδρεια. Η συγγραφέας επιχειρεί να χαρτογραφήσει, αρχικά, την πορεία αλλά και τις χρονικές φάσεις των μεταναστευτικών ρευμάτων προς τους βόρειους γείτονες, καθώς η αναζήτηση ασφάλειας έξω από το ελληνικό έδαφος ξεκινά ήδη από το 1944, με το πέρασμα σλαβομακεδονικών πληθυσμών προς τη Γιουγκοσλαβία, για να ενταθεί στη συνέχεια μετά τα Δεκεμβριανά και την περίοδο της «λευκής τρομοκρατίας», με την ίδρυση του στρατοπέδου του Μπούλκες στη Βοϊβοντίνα το 1945.

Παράλληλα, εξετάζει την κινητοποίηση του μηχανισμού των Λαϊκών Δημοκρατιών για την υποδοχή, την κατανομή και περίθαλψή τους, αλλά και το δυσεπίλυτο ζήτημα του συνολικού αριθμού των προσφύγων: σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, ανέρχονταν σε 55.881, χωρίς να συνυπολογίζεται ένας μεγάλος αριθμός που αναζήτησε καταφύγιο στη Γιουγκοσλαβία. Άλλοι υπολογισμοί όμως ανεβάζουν τον αριθμό αυτό στις 130.000.

Στη συνέχεια η ιστορικός μελετά τις σχέσεις των προσφύγων με το ΚΚΕ, όπου, πέρα των μηχανισμών ελέγχου/ενσωμάτωσης εξετάζει και τη μοίρα όσων, στις διαδοχικές διασπάσεις του (1956, 1968) βρέθηκαν στη «λάθος πλευρά», με συνέπεια την καταδίωξή τους τόσο από το κόμμα και τον εκάστοτε κρατικό μηχανισμό.

Η ενσωμάτωση στις κοινωνίες των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης αποτελεί μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή της μελέτης, καθώς ένας κατά βάση αγροτικός πληθυσμός μετατράπηκε σταδιακά, στο πλαίσιο περισσότερο εξελιγμένων, βιομηχανικών κοινωνιών, σε ειδικευμένο εργατικό δυναμικό και επωφελήθηκε, όσοι βεβαίως δεν βρέθηκαν κάποια στιγμή στην πλευρά των διαφωνούντων, από το ιδιότυπο κοινωνικό κράτος των ανατολικών χωρών.

Τέλος, η συγγραφέας παρουσιάζει την τύχη συγκεκριμένων κατηγοριών, όπως τα παιδιά, οι Σλαβομακεδόνες και οι αιχμάλωτοι του ΔΣΕ, ενώ η μελέτη ολοκληρώνεται με το ζήτημα του επαναπατρισμού, που οδήγησε τους περισσότερους σε μια νέα, διπλή ξενιτιά, μακριά από τη χώρα που έζησαν αλλά και από την φανταστική εκείνη Ελλάδα που διαμόρφωνε η «πατριωτική αγωγή» που καλλιεργούσε στην εξορία το ΚΚΕ.

Μολονότι για τον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων ορόσημα θεωρούνται ο νόμος για την αναγνώριση της «Εθνικής Αντίστασης» το 1982, στην πραγματικότητα ο μεγάλος όγκος επαναπατρίστηκε στο διάστημα 1975-1981. Συνοπτικά, με βάση στοιχεία του υπουργείου Υγείας-Πρόνοιας, ενώ κατά την περίοδο 1956-1974 είχαν επαναπατριστεί 7.872 πρόσφυγες, σε ατομική βάση, από το 1975 έως και το 1981 εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα 19.611 άτομα, ενώ μέχρι το 1984 ακολούθησαν άλλοι 6.090. Μετά το 1989 και την ψήφιση του νόμου για την άρση των συνεπειών του Εμφυλίου, οι μόνοι που συνέχισαν να τις υφίστανται ήσαν όσοι δήλωσαν εθνικά Μακεδόνες καταφεύγοντας στην τότε Σ.Δ. Μακεδονίας.

Η Κατερίνα Τσέκου, που έχει ήδη ασχοληθεί εξαντλητικά με του πολιτικούς πρόσφυγες στη Βουλγαρία στο έργο της Προσωρινώς διαμένοντες… (Επίκεντρο, 2010), εδώ παρουσιάζει την εξέλιξη και αξιοποιεί τα πορίσματα της σύγχρονης ιστοριογραφίας, προσφέροντας μια ευσύνοπτη και περιεκτική επισκόπηση της εμπειρίας της πολιτικής προσφυγιάς, που απευθύνεται τόσο στους ειδικευμένους μελετητές όσο και στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό.

 

Κατερίνα Τσέκου

Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, 1945-1989

Αλεξάνδρεια 2013

σ. 216

(*)Το βιβλίο της Κατερίνας Τσέκου Έλληνες πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη θα παρουσιαστεί, μαζί με το Εμφύλιος: Πολιτισμικό τραύμα σε επιμέλεια Νίκου Δεμερτζή, Ελένης Πασχαλούδη, Γιώργου Αντωνίου, σε εκδήλωση που θα γίνει την Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013, στις 7.30 το απόγευμα στην αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του Δημαρχείου Θεσσαλονίκης (Β. Γεωργίου 1). Στην εκδήλωση θα μιλήσουν οι: Πολυμέρης Βόγλης, επίκουρος καθηγητής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Νίκος Μαραντζίδης, αναπληρωτής καθηγητής,  Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Νικόλας Σεβαστάκης, καθηγητής, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Νίκος Δεμερτζής, καθηγητής Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Κατερίνα Τσέκου, ιστορικός, με συντονιστή τον Τάκη Φραγκούλη από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Προηγούμενο άρθροΠαιχνίδι στην εκπαίδευση, παιχνίδι στη ζωή.
Επόμενο άρθροΕΚΕΒΙ: Ένα φάντασμα αναζητά τη λύτρωση

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Άλλοι υπολογισμοί όμως ανεβάζουν τον αριθμό αυτό στις 130.000.
    Μολονότι για τον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων ορόσημα θεωρούνται ο νόμος για την αναγνώριση της «Εθνικής Αντίστασης» το 1982, στην πραγματικότητα ο μεγάλος όγκος επαναπατρίστηκε στο διάστημα 1975-1981. Συνοπτικά, με βάση στοιχεία του υπουργείου Υγείας-Πρόνοιας, ενώ κατά την περίοδο 1956-1974 είχαν επαναπατριστεί 7.872 πρόσφυγες, σε ατομική βάση, από το 1975 έως και το 1981 εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα 19.611 άτομα, ενώ μέχρι το 1984 ακολούθησαν άλλοι 6.090. Μετά το 1989 και την ψήφιση του νόμου για την άρση των συνεπειών του Εμφυλίου, οι μόνοι που συνέχισαν να τις υφίστανται ήσαν όσοι δήλωσαν εθνικά Μακεδόνες καταφεύγοντας στην τότε Σ.Δ. Μακεδονίας.

    Ο μεγάλος όγκος των πολιτικών προσφύγων, επαναπατρίστηκε επί Ανδρέα Παπανδρέου, όταν με νόμο έδινε το δικαίωμα, του ελεύθερου επαναπατρισμού, στους πολιτικούς εξόριστους με Ελληνική ιθαγένεια, γιατί άραγε ενοχλεί η αλήθεια;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here