Μακάρι να ήσουν εδώ

0
170

της Λίλας Κονομάρα.

 

«Αυτός λοιπόν είχε σκουπίσει τα δάκρυά του, ενώ τα μάτια της Έλλης είχαν μείνει στεγνά. Έπειτα είχε απλωθεί σιωπή ανάμεσά τους μια σιωπή στην οποία το ύφος της Έλλης έμοιαζε να λέει: Μην το κάνεις πιο δύσκολο, Τζακ. Τα νέα είναι άσχημα, αλλά μη δυσκολεύεις κι εσύ περισσότερο τα πράγματα… Ύστερα η Έλλη πήγε να γεμίσει το βραστήρα. Φαίνεται πως κάποιες στιγμές στη ζωή χρειάζεται να γεμίζεις το βραστήρα. Οι βραστήρες γεμίζουν πολλές φορές την ημέρα, χωρίς να το σκέφτεται κανείς. Υπάρχουν, ωστόσο, και κάποιες πολύ συγκεκριμένες στιγμές».

Το γέμισμα του βραστήρα, όπως και άλλες κινήσεις οικείες και καθημερινές ή φράσεις συμβατικές πίσω από τις οποίες κρύβονται όλα  τα σημαντικά κι όμως ανείπωτα που στοιχειώνουν τη ζωή μας είναι που συγκροτούν το σύμπαν των ηρώων του Σουίφτ.

Το τελευταίο του μυθιστόρημα Μακάρι να ήσουν εδώ εκτυλίσσεται στην Αγγλία, τη δεκαετία του ’90. Μετά τον θάνατο των γονιών τους και την καταστροφή που υπέστησαν λόγω της ασθένειας των τρελών αγελάδων και του αφθώδους πυρετού, ο Τζακ και η Έλλη, αποφασίζουν να εγκαταλείψουν την πατρογονική γη και από αγρότες να αλλάξουν πορεία, θέλοντας να αφήσουν πίσω τους όλα όσα τους βαραίνουν. Λίγα χρόνια αργότερα όμως, η αναγγελία του θανάτου του Τομ, του νεότερου αδερφού του Τζακ, θα ξαναφέρει στο προσκήνιο όλη την οικογενειακή ιστορία, αφήνοντας να ξεσπάσει η οδύνη για τις τόσες απώλειες, για όλα τα ζητήματα που δεν λύθηκαν, για όλα όσα δεν έγιναν ή δεν ειπώθηκαν όταν έπρεπε.  «Έτσι κι αρχίσει η τρέλα, δεν έχει τελειωμό, σκέφτεται ο Τζακ. Δεν είχαν πει εκείνοι οι ειδικοί ότι θα πάρει χρόνια μέχρι να φουντώσει στον άνθρωπο; Να λοιπόν τώρα που είχε φουντώσει σ’ αυτόν και στην Έλλη».

Η πλοκή εκτυλίσσεται σε διάστημα τριών ημερών που περιλαμβάνουν το ταξίδι του Τζακ πίσω στον τόπο του για την ταφή του αδερφού του και παράλληλα πλήθος αναδρομές στο παρελθόν της οικογένειας και της σχέσης του με την Έλλη. Διάφοροι προβληματισμοί που διέτρεχαν το προηγούμενο μυθιστόρημά του, Ο Τελευταίος γύρος, το οποίο είχε τιμηθεί με το βραβείo Booker, επανέρχονται και σ’ αυτό. Η ιστορία αυτών των ανθρώπων συνδέεται άρρηκτα με την πορεία της χώρας και της μικρομεσαίας Αγγλικής τάξης τις τελευταίες δεκαετίες. Ο Τομ το σκάει απ’ το κτήμα όπου μετά το θάνατο της μάνας, την ασθένεια των τρελών αγελάδων και τα εκατομμύρια βοοειδή που καίγονται σε τεράστιες πυρές λόγω του αφθώδους πυρετού, δεν υπάρχει πια κανένα μέλλον. Η επιδημία προκαλεί πολλές αυτοκτονίες και ρήξεις στις ανθρώπινες σχέσεις. Ο Τομ αισθάνεται ότι τρελαίνεται από την τόση δυστυχία και ότι είναι έτοιμος να κάνει κακό. Κατατάσσεται στο στρατό για να πεθάνει λίγο αργότερα στο Ιράκ. Οι πόλεμοι στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν καθώς και τα διάφορα τρομοκρατικά χτυπήματα δημιουργούν μια γενικευμένη αίσθηση ανασφάλειας. Οι «σκηνές απόγνωσης πληθαίνουν κι αφήνουν τα σημάδια τους στη χώρα».

Στο διάστημα των τριών αυτών ημερών, καθώς θα διασχίζει τη χώρα, ο Τζακ, ο λιγομίλητος τραχύς και αφελής αυτός αγρότης που δεν είχε ποτέ του αναλύσει τα πράγματα παρά είχε ακολουθήσει τις επιλογές της Έλλης, θα έρθει αντιμέτωπος με όλα όσα είχε απωθήσει μέσα του τόσον καιρό. Ο Σουίφτ χτίζει κάποιες από τις ωραιότερες σκηνές του βιβλίου γύρω από ένα τροχόσπιτο, μια καρό κουβέρτα σκύλου, ένα μετάλλιο, ένα όπλο. Ο Τζακ θα ανακαλέσει στιγμιότυπα απ’ όλη του τη ζωή στη φάρμα. Θα αφήσει να ξεχυθεί όλη η νοσταλγία και η ενοχή του για την εγκατάλειψη της πατρογονικής γης, σύμβολο της οποίας αποτελεί μια αιωνόβια βαλανιδιά που δεσπόζει στο κτήμα. «Η φάρμα ήταν μια χώρα από μόνη της, με τους δικούς της νόμους, αυτάρκης». Οι μνήμες θα αρχίσουν να επανέρχονται με την κυκλικότητα μουσικού θέματος στο οποίο, κάθε τόσο, προστίθεται και ένα καινούριο στοιχείο που αυξάνει την ένταση. Θα ξεπηδήσουν ευτυχισμένες αναμνήσεις από κάποιες διακοπές των παιδικών του χρόνων μαζί με τη μητέρα του, θεματοφύλακα της εστίας αλλά και της οικογενειακής ιστορίας καθώς διηγείται κάθε χρόνο στα παιδιά της την ιστορία δύο προγόνων τους, συμπλέκοντας την αλήθεια με τη μυθοπλασία, το προσωπικό με το συλλογικό. Πρόκειται για δυο αδέλφια, που έφυγαν στον πόλεμο και σκοτώθηκαν. Επειδή ήταν όμοιοι και δεν μπορούσαν να τους ξεχωρίσουν παρασημοφόρησαν στην τύχη τον έναν απ’ τους δυο. «Αν όμως είχαν καταφέρει να γυρίσουν στο σπίτι μετά τον πόλεμο, ο ένας παρασημοφορημένος κι ο άλλος όχι», προσέθετε η μάνα, «θα στέκονταν στην καγκελόπορτα και ο Τζορτζ, ο οποίος είχε το μετάλλιο θα το έβγαζε απ’ την τσέπη του και θα το έσπαζε στα δυο. Μετά θα έλεγε: “Πριν πάμε μέσα Φρεντ, αυτό είναι δικό σου” και θα έδινε στον αδελφό του το μισό μετάλλιο. “Ό, τι είναι δικό μου είναι και δικό σου”, θα ‘λεγε.» Αυτή η ιστορία διαμορφώνει τη σχέση του Τζακ και του Τομ που μοιράζονται τα πάντα χωρίς ίχνος ζήλειας ανάμεσά τους. Αυτό το μετάλλιο, το οποίο ο πατέρας επιδείκνυε πάντα την ημέρα των Πεσόντων μετά την καθιερωμένη τελετή μπροστά στο μνημείο, ο Τζακ θα το κουβαλάει επάνω του ως το τέλος του ταξιδιού του μην ξέροντας τι να το κάνει. Ήταν ο αδελφός του ένας ήρωας;  Ένας επαναστάτης, ένας ονειροπόλος ή ένας δειλός φυγάς; Υπάρχουν σήμερα ήρωες;

Η άρνηση της Έλλης  να τον συνοδεύσει σ’ αυτό το ταξίδι θα κάνει και τους δυο τους να ξανασκεφτούν τη σχέση τους και να δουν γεγονότα και αποφάσεις τους κάτω από άλλο πρίσμα. Με εξαιρετική δεξιοτεχνία, ο Σουιφτ πραγματοποιεί μια κατάδυση στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, διερευνά ανεξακρίβωτους πόθους και κίνητρα, χτίζοντας μοναδικούς χαρακτήρες. Μέσα από την πορεία του άτεκνου αυτού ζευγαριού, αποτυπώνει, την κατάσταση μιας χώρας που νοσεί και δοκιμάζεται σκληρά τις τελευταίες δεκαετίες. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι επιλέγει ως μότο του βιβλίου του τον στίχο του Γουίλιαμ Μπλέικ  «Συμβαίνουν τέτοια πράγματα στην ακτή της Αλβιώνος;». Για το προηγούμενο βιβλίο του, ο Σουίφτ τιμήθηκε με το βραβείο Booker. Το Μακάρι να ήσουν εδώ παίρνει επάξια τη σκυτάλη.

 

makariΓκράχαμ Σουίφτ Μακάρι να ήσουν εδώ

Μτφρ. Θωμάς Σκάσσης

Εκδ. βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here