Ζωντανεύοντας τους παιδικούς λογοτεχνικούς ήρωες

0
222

 Του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου.  

Γιατί μας καθηλώνουν τα παιδικά χρόνια; Γιατί δεν μας εγκαταλείπουν ποτέ και δεν μας επιτρέπουν να τα ξεχάσουμε εφ’ όρου ζωής; Επειδή μοιάζουν εγγενώς αθώα, επειδή είναι προικισμένα με μια τρυφερότητα που δεν θα καταφέρουμε σε καμιά περίπτωση να ανακτήσουμε ή επειδή ορίζουν μια προστατευτική περίμετρο που δεν θα εξασφαλίσουμε παρά ελάχιστες φορές στον ενήλικο βίο μας; Τα παιδικά χρόνια μπορεί είναι όλα αυτά, δεν αποκλείεται, όμως, να είναι και κάτι άλλο, πιο θεμελιώδες: η μυστική δύναμη με την οποία καταφέρνει το παιδικό βλέμμα να αποτυπώσει τα πρώτα μας ερεθίσματα. Μια τέτοια δύναμη θα αφυπνίσει ο Βασίλης Αλεξάκης στο καινούργιο του μυθιστόρημα, που αποτελεί μιαν ανάμιξη της σύγχρονης γαλλικής πραγματικότητας με τις λογοτεχνικές μορφές που έθρεψαν προ πολλών ετών την παιδική του φαντασία στην Ελλάδα.  (Βασίλης Αλεξάκης: Ο μικρός Έλληνας. Μυθιστόρημα. Εκδόσεις Εξάντας. Σελ. 309).

Μια εγχείριση στο πόδι, που απομάκρυνε τον συγγραφέα για ένα διάστημα από το διαμέρισμά του, προκειμένου να μείνει σ’ ένα ξενοδοχείο κοντά στον Κήπο του Λουξεμβούργου, θα γίνει η βασιλική οδός για την περιήγηση σε μιαν εποχή κατά την οποία η λογοτεχνία σφράγισε την καρδιά του με τις περιπέτειες των πρωταγωνιστών της, μεταμορφώνοντας την αυλή του πατρικού του στην Καλλιθέα σε τόπο μιας πρωτοφανούς εμπειρίας: της μύησης στην απειρία των κόσμων που προϋποθέτει η τέχνη του μυθιστορήματος.

Ο Αλεξάκης θα συντάξει έναν ατέλειωτο κατάλογο συγγραφέων και μυθιστορηματικών ηρώων: από τον Ντ’ Αρτανιάν του Αλεξάνδρου Δουμά πατρός, τον Γιάννη Αγιάννη ή την Τιτίκα του Ουγκό, τον Ροβινσώνα Κρούσο του Ντεφόε, τον Λυσιέν του Μπαλζάκ, τον Μιχαήλ Στρογκόφ του Ιουλίου Βερν και τον Δον Κιχώτη του Θερβάντες μέχρι τον Γιώργο Θαλάσση και την Κατερίνα ή τον Σπίθα του Στέλιου Ανεμοδουρά. Δεν πρόκειται, φυσικά, για κατάλογο φιλολογικών προτιμήσεων, αλλά για προσκλητήριο λογοτεχνικών προσώπων που θα ξεπηδήσουν από τις αναγνώσεις του παρελθόντος για να λειτουργήσουν ως παρήγορη αντίστιξη σ’ ένα παντελώς απορφανισμένο παρόν. Ο λόγος είναι για το παρόν που εγγράφεται στην ανθρωπογεωγραφία του Κήπου του Λουξεμβούργου, όπου ο Αλεξάκης θα συναντήσει ένα πλήθος από άστεγους, ταπεινούς και παραμερισμένους: τα ρετάλια μιας κρίσης που δεν έχει χτυπήσει μόνο την Ελλάδα και που κάνει τους ανθρώπους να επινοήσουν εκ νέου την ταυτότητά τους, ανακαλύπτοντας ανεύρετες σημασίες σε αφανείς λέξεις και έννοιες, παίρνοντας πανηγυρικά μέρος σε παραστάσεις κουκλοθεάτρου ή κατεβαίνοντας στους υπονόμους μιας μητρόπολης της οποίας η επιφάνεια έχει σαρωθεί από την οικονομική και την ηθική εξαθλίωση.

Κι όλα αυτά χωρίς κανένα συνοφρυωμένο πνεύμα. Ο Αλεξάκης ξέρει πώς να γελάσει διακριτικά με τον εαυτό του και τους άλλους, αλλά και πώς να συνθέσει ένα ριζικά παιγνιώδες μυθιστόρημα, που κινείται μεταξύ αυτοβιογραφίας, κοινωνικής σάτιρας, θεατρικής επιθεώρησης και λογοτεχνικής παρωδίας, μετατρέποντας το υποκείμενο του συγγραφέα σε συστατικό στοιχείο της δράσης: μια δράση που ξεκινάει από την ψευδαίσθηση, την αυταπάτη και τη φαντασίωση για να καταλήξει σ’ έναν ρεαλισμό ο οποίος ανήκει από τη μια μεριά στο μυθιστόρημα δρόμου (με όλο τον ετερόκλητο πληθυσμό του Κήπου του Λουξεμβούργου να βρίσκεται σε πυρετική αναστάτωση) και από την άλλη στο μυθιστόρημα της μαθητείας (με όλα τα βιβλία που μάγεψαν την παιδική ηλικία του Αλεξάκη να ζωντανεύουν εξ υπαρχής). Πόσοι μπορούν να πετύχουν με τόσο κέφι έναν τόσο δύσκολο συνδυασμό;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here