Αόρατος

0
498

της  Λίλας Κονομάρα.

 

Ποιος είναι πραγματικά ο άνθρωπος απέναντί μας; Το ανακαλύπτουμε άραγε ποτέ ή μένει για πάντα αόρατος; Όσο κοντινός κι αν είναι, όσες εκμυστηρεύσεις και αν μας κάνει, πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι δεν αποκρύπτει κάποιο κομμάτι του εαυτού του ή δεν το παραποιεί; Όταν κάποιος αφηγείται μια αληθινή ιστορία μπορεί να μείνει ουδέτερος, να μην προβάλλει τις δικές του κρίσεις και επιθυμίες; Μήπως απέχει πολύ το τι έγινε από το τι συγκράτησε ή φαντάστηκε ο καθένας; Ή μήπως τα «αόρατα» πράγματα, οι «αόρατες» επιθυμίες και αισθήματα συνιστούν ό,τι πιο πραγματικό για τον καθένα μας; Αυτά είναι κάποια από τα πολύ ενδιαφέροντα ερωτήματα που θέτει ο Paul Auster  στο καινούριο του μυθιστόρημα Aόρατος που φέρνει φυσικά στο νου την νουβέλα του Χέρμπερτ Τζορτζ Γουελς Ο αόρατος άνθρωπος.

Την άνοιξη του 1967, ο νεαρός φοιτητής Άνταμ Γουόκερ γνωρίζει ένα γάλλο, τον Ρούντολφ Μπορν, καθηγητή πανεπιστημίου που συνδέεται ενδεχομένως με τη γαλλική υπηρεσία κατασκοπείας, και τη γοητευτική και εξίσου μυστηριώδη σύντροφό του Μαργκό. Η συνάντηση αυτή θα αλλάξει την πορεία όλης του της ζωής, την οποία αποφασίζει να διηγηθεί λίγο πριν πεθάνει σε κάποιον παλιό φίλο συγγραφέα ονόματι Τζιμ Φρίμαν. Μετά από αρκετές δυσκολίες, καθώς έρχεται αντιμέτωπος με το υλικό του και δεν ξέρει πώς να διαχειριστεί τα προβλήματα που προκύπτουν, και ακολουθώντας τις συμβουλές και παροτρύνσεις του Τζιμ, του στέλνει τα τρία κεφάλαια της ιστορίας η οποία εκτυλίσσεται έως το 2007 στη Νέα Υόρκη και το Παρίσι και χωρίζεται σε τρία μέρη, Άνοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο.

Σε μια περίοδο έντονης αναζήτησης ταυτότητας και υπό την απειλή της στρατολόγησής του στον πόλεμο του Βιετνάμ, ο νεαρός Άνταμ, ως άλλος πρωτόπλαστος διηγείται πώς γνωρίζει τον Μπορν και τη Μαργκό, το αινιγματικό αυτό ζευγάρι που θα τον μυήσει σε δύο κεφαλαιώδη ζητήματα, τον έρωτα και την πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό. Ο Μπορν, μια χαρισματική και συνάμα σκοτεινή φιγούρα, ενσαρκώνει τη διττότητα της ανθρώπινης φύσης προβάλλοντας άλλοτε την άγρια και άλλοτε την εκλεπτυσμένη της πλευρά και θυμίζοντας ειδικά στο τέλος του βιβλίου τον Κουρτς του Κόνραντ στην Καρδιά του Σκότους. Οι ανατροπές που θα ακολουθήσουν θα αναγκάσουν σύντομα τον Άνταμ να πάρει θέση απέναντι στα γεγονότα και θα διαμορφώσουν καθοριστικά τη μετέπειτα ζωή του τόσο σε επαγγελματικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο: τις σχέσεις του με την αδερφή του, την επιθυμία του να αποδοθεί δικαιοσύνη, πράγμα που θα τον φέρει εκ νέου αντιμέτωπο με τον Μπορν στο Παρίσι και θα τον κάνει τελικά να εγκαταλείψει την ποίηση για τη δικηγορία και τη δωρεάν εκπροσώπηση των φτωχών.

Όταν, το 2007, ο Τζιμ παραλαμβάνει τα τρία μέρη του ιδιότυπου αυτού bildungsroman, θα αποφασίσει να συνεχίσει τις έρευνες, να αντιπαραβάλει στοιχεία και να ανακαλύψει τι απέγινε με κάποια από τα πρόσωπα της ιστορίας. Θα συναντηθεί με την αδερφή τού Άνταμ καθώς και με τη Σεσίλ, μια κοπέλα που ο Άνταμ γνώρισε στο Παρίσι και της  οποίας θα χρησιμοποιήσει το ημερολόγιο που αποκαλύπτει την εξέλιξη των γεγονότων σε κάποιο νησί της Καραϊβικής. Τότε λοιπόν θα έρθει αντιμέτωπος με διαφορετικές εκδοχές που θα αρχίσουν να θέτουν πολλά ερωτήματα τόσο ως προς την αξιοπιστία της αφήγησης του Άνταμ όσο και ως προς αυτή καθαυτή την προσωπικότητά του. Η ίδια του η αδερφή, η Γκουίν, υποστηρίζει ότι κάποια πράγματα που αφηγείται δεν συνέβησαν ποτέ. Ο Άνταμ έχει πια πεθάνει και κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τι ακριβώς έγινε. Έτσι όλα τίθενται εν αμφιβόλω, οι βεβαιότητες του αναγνώστη καταρρέουν καθώς τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, τα πρόσωπα του έργου παραμένουν εν μέρει αόρατα και δεν διαχωρίζεται ποτέ η αλήθεια από το ψέμα.

Σ’ ένα δεύτερο επίπεδο, το μυθιστόρημα του Auster μπορεί να διαβαστεί σαν μια αλληγορία της γραφής και του τρόπου που γράφεται ένα μυθιστόρημα. Ο Τζιμ, alter ego του Auster, θέτει πολλά ζητήματα με τα οποία έρχεται αντιμέτωπος ένας συγγραφέας: καταρχήν το αληθινό γεγονός που αποτελεί το έναυσμα για ένα μυθιστόρημα, την αυτοβιογραφική του διάσταση. Ύστερα, την απόσταση που πρέπει να πάρει ο συγγραφέας από το θέμα του για να μπορέσει να το γράψει, πράγμα που εξηγεί και την επιλογή της δευτεροπρόσωπης ή τριτοπρόσωπης αφήγησης. «Έπρεπε να χωρίσω τον εαυτό μου από μένα τον ίδιο, να κάνω πίσω και να δημιουργήσω μια απόσταση μεταξύ του εαυτού μου και του θέματος (το οποίο ήμουν εγώ) για να τελειώσω το βιβλίο», λέει ο Τζιμ στον Άνταμ προσπαθώντας να τον βοηθήσει να συνεχίσει την αφήγησή του που έχει κολλήσει στο δεύτερο μέρος. Η αφήγηση όντως αλλάζει πρόσωπο, στο δεύτερο μέρος γίνεται δευτεροπρόσωπη και στο τρίτο, τριτοπρόσωπη. Ο Τζιμ παραλαμβάνει το τελευταίο αυτό κεφάλαιο υπό μορφήν σύντομων σημειώσεων και αποφασίζει να το επιμεληθεί και να το αναπτύξει, πράγμα που κάνει κάθε συγγραφέας με το εκάστοτε πραγματολογικό υλικό.  Στη συνέχεια, και μετά από προτροπή της αδερφής τού Άνταμ, ο Τζιμ αλλάζει τα ονόματα ανθρώπων και τόπων, «δια την προστασίαν των αθώων» και προσθέτει, δηλαδή επινοεί ό, τι κρίνει αυτός κατάλληλο. Η πραγματικότητα και η μυθοπλασία συμπλέκονται με τρόπο αξεδιάλυτο. Ποιος είναι αυτός ο αόρατος που μιλάει τελικά; Ο άνθρωπος, ο συγγραφέας; Ο Auster θέτει ακόμα και το ζήτημα της «κλοπής» που διαπράττει ένας συγγραφέας οικειοποιούμενος την προσωπική ιστορία ενός άλλου. «Αν αποδώσεις στον Άνταμ τα αποσπάσματα που έγραψε –στον πραγματικό Άνταμ με το ψεύτικο όνομα που θα έχεις επιλέξει εσύ για κείνον–, τότε δεν θα είναι σαν να τον κλέβεις, αλλά αντίθετα θα τον τιμάς» λέει η Γκουίν.

Η συναρπαστική αφήγηση, τα διακειμενικά παιχνίδια, οι ανατροπές, το μυστήριο κάνουν την ανάγνωση του μυθιστορήματος απολαυστική, παρότι ενίοτε παρεισφρέει η αίσθηση ότι κάποια πράγματα όπως η αληθοφάνεια θυσιάστηκαν χάριν της θεωρητικής σύλληψης. Η μετάφραση αποδίδει πιστά ύφος και ρυθμό.

 

aoratos (1)Paul Auster Αόρατος

Μτφρ. Σπύρος Γιανναράς

Εκδ. Μεταίχμιο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here