Ας θυμηθούμε τους Τιποτένιους

0
1315

 

Της Σωτηρίας Καλασαρίδου (*).

 

Εκδόθηκε στη χώρα μας πριν από δώδεκα χρόνια περίπου (2001) από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση Γιώργου Τσακνιά. Ο λόγος περί του μυθιστορήματος του Τζόναθαν Κόου που φέρει τον τίτλο Η λέσχη των τιποτένιων του οποίου σήμερα η ανάγνωση είναι επίκαιρη, καθώς ενσαρκώνει νοήματα που αντανακλούν πολιτικές, ιδεολογίες, και ταυτότητες κοινωνικών ομάδων της Ελλάδας της κρίσης, θέτοντας ταυτόχρονα ένα ερώτημα που μοιάζει να ανακατευθύνεται, επιστρέφοντας στον εαυτό του: η οικονομική κρίση γεννά τον ρατσισμό ή ο ρατσισμός συντηρεί και θρέφει το σώμα της, μεταλλάσσοντάς την σε κοινωνική και πολιτική;

Οι παρέες των Άγγλων εφήβων, των γονιών, και των καθηγητών τους στο μυθιστόρημα του Κόου, πέρα από τους έρωτες, τις χαρές και τις απογοητεύσεις της μαθητικής ή ενήλικης αντίστοιχα ζωής τους, τη μυσταγωγία και την πολιτισμική ευφορία που γεννούν τα νέα μουσικά ρεύματα που ακολουθούν οι εγγλέζικες μπάντες, βιώνουν ένα ιδεολογικο-πολιτικό σκηνικό στο Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας του ’70, το οποίο μοιάζει να έχει αρκετές «εκλεκτικές συγγένειες» με τις ιδεολογικές συνιστώσες του πολιτικού χάρτη της Ελλάδας του 2013, όπως είναι η αμφιθυμία του εκλογικού σώματος, η πολιτική αστάθεια, οι απεργιακές κινητοποιήσεις και κυρίως η ραγδαία άνοδος του ρατσισμού.

Τι είναι αυτό όμως που εντέλει διατρέχει συνεκτικά το μυθιστόρημα του Κόου; Είναι η έννοια του ρατσισμού ή το άρωμα του ρομαντισμού που αναδύει; Ή μήπως ο σκελετός της ιστορίας του και βέβαια το διακύβευμα της αφήγησης έχουν κρυφτεί κάπου αλλού; Ο ρομαντισμός του Κόου μπορεί να χαρακτηριστεί ιδιότυπος, όχι γιατί μας συγκινεί ή αναδεύει απλά μια γλυκιά νοσταλγία για ό,τι παρήλθε ανεπιστρεπτί. Είναι ιδιότυπος, γιατί αναμοχλεύει μέσα μας την αίσθηση του αβέβαιου, του άπιαστου, όπως είναι η θολή ανάμνηση ενός ονείρου, ξυπνώντας τον Δον Κιχώτη που όλοι μας είτε κρύβουμε ενδόμυχα, είτε φανερώνουμε περισσότερο έκδηλα. Από την άλλη πλευρά, σίγουρα ο Κόου δεν παραδίδει μαθήματα, με την έννοια του διδακτισμού, περί ρατσισμού, ούτε και «κλαίει πάνω από το χυμένο γάλα» για τις χαμένες ελπίδες και τα ματαιωμένα εναλλακτικά μονοπάτια της αγγλικής εργατικής τάξης. Δίνει όμως μια ξεκάθαρα τελεσίδικη απάντηση, παίζοντας ταυτόχρονα σε δύο ταμπλό: πρωτίστως της ιδεολογίας και δευτερευόντως της μορφής.

Τα διαφορετικά κειμενικά είδη που παρεισδύουν στο κύριο σώμα της τριτοπρόσωπης κατά κύριο λόγο αφήγησης, καθώς και των διαλόγων των ηρώων, επιστρατεύονται για να υπηρετήσουν αυτόν τον διπολισμό: επιστολές διαμαρτυρίας και άρθρα στο μαθητικό περιοδικό, προκηρύξεις, πύρινοι λόγοι που εκφωνούνται από την εξέδρα, προσωπικές ημερολογιακές σημειώσεις, συνθέτουν ένα αφηγηματικό υβρίδιο που αποκαλύπτει τόσο πού εδράζεται η επικράτεια του ρατσισμού όσο και σε ποιο βαθμό ιδεολογία και μορφή βρίσκονται σε μια σχέση εξαρτημένης ώσμωσης στο έργο τέχνης. Ο Κόου επιστρατεύει την εναλλαγή των κειμενικών ειδών και προβαίνει σε μια ιδεολογική εργαλειοποίηση της μορφής, υποβάλλοντας τον εαυτό του σε μια δοκιμασία συγγραφικού χαμαιλεοντισμού για να μας δείξει πως η επιτυχής επικράτηση του ρατσισμού εδράζεται στη ρητορική του, βρίσκοντας ερείσματα και αρμόζουσες νοητικές υποδοχές στον δημόσιο λόγο, ανεξάρτητα από την ηλικία του κοινού στο οποίο και απευθύνεται, όπως επί παραδείγματι, συμβαίνει με μια φανατισμένη προκήρυξη που στοχεύει στην όξυνση των παθών μεταξύ των εργαζομένων ή έναν αποστηθισμένο λόγο, ο οποίος εκφωνείται ενώπιον μαθητικού κοινού και καταφέρνει να πείσει ως ρατσιστικός, καθώς βρίθει από φυλετικές προκαταλήψεις και εμμονές που αντικατοπτρίζουν φασίζουσες νόρμες και πρακτικές.

Επιλέγει, επομένως, ο Κόου να αναδείξει τον ρατσιστικό λόγο στη ρίζα παραγωγής του, να ξεσκεπάσει τους μηχανισμούς της λειτουργίας του, όταν οι ιδέες σχηματοποιούνται μέσα σε γλωσσικές φόρμες και καλούπια, ξεδιπλώνοντας μια δύναμη που μπορεί να γαλβανίσει τα πλήθη, να διαλύσει φιλίες και έρωτες, να δυναμιτίσει μια ολόκληρη κοινωνία, και εντέλει να κινδυνεύσει να ανακυκλώσει την ίδια την ιστορία. Την ίδια στιγμή όμως, ο Κόου δημιουργεί στον αναγνώστη αμφιβολίες και ερωτηματικά για την ουσία του ρατσιστικού λόγου, αφού καταφέρνει την εν λόγω ουσία να τη θέσει σε καθεστώς αμφισβήτησης, όχι μόνο μέσα από τη χρήση του μανιχαϊστικού ζεύγματος ρατσιστής – μη ρατσιστής, αλλά ενοφθαλμίζοντας τη διάκριση πραγματικό versus φανταστικό στην ειρωνική του διάσταση, όπως μας αποκαλύπτουν για παράδειγμα οι φανταστικές επιστολές – άρθρα ενός εκ των μαθητών που συγγράφουν στο μαθητικό περιοδικό. Ο Κόου εδώ, όπως και σε άλλα σημεία του βιβλίου του, μας χαμογελά πονηρά, καθώς καταφέρνει να διακωμωδήσει και να γελοιοποιήσει τον ρατσιστικό λόγο, συνδέοντάς τον μετωνυμικά με το θέατρο του παραλόγου και μετατρέποντάς τον σε παιχνίδι ενίοτε και σε πάρτι μασκέ.

Η λέσχη των τιποτένιων «κλείνει το μάτι στη ζωή» και απεγκλωβίζει ένα φορτίο ελπίδας, νοηματοδοτώντας μέσα από την ανάγνωση το παρόν των σημερινών αναγνωστών και αποδεικνύοντας ταυτόχρονα εύσχημα πως οι σπασμωδικές έριδες των τάξεων και των φυλών για την επικράτηση της διαχείρισης των μηχανισμών της ιδεολογίας, ίσως τελικά και να δομούνται πάνω σε ένα καλοστημένο ψέμα, να τέμνονται και να συναντιούνται υπό το λιγοστό φως ενός θεάτρου που πρωταγωνιστούν εναλλάξ οι σκιές, οι μαριονέτες και οι σαλτιμπάγκοι.

 

 

 

(*)Η Σωτηρία Καλασαρίδου είναι  Δρ. Διδακτικής της Λογοτεχνίας του Α.Π.Θ.

 

Προηγούμενο άρθροΑτομικότητα, πολιτικοποίηση και κοινωνία του ρίσκου
Επόμενο άρθροΓιατί τα χαλάσαμε

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here