γράφει ο Θανάσης Μήνας
«Κάλλιο για γέλια παρά για κλάματα να γράφω, Αφού το γέλιο είναι γνώρισμα τ’ ανθρώπου μόνο» – Φρανσουά Ραμπελαί
Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ είναι ο συλλογικός τίτλος των πέντε κωμικών μυθιστορημάτων του Φρανσουά Ραμπελαί, που εκδόθηκαν μεταξύ 1532 και 1564. Τα μυθιστορήματα παρουσιάζουν τη σατιρική ιστορία του γίγαντα Γαργαντούα, του γιου του Πανταγκρυέλ και διαφόρων συντρόφων τους, των οποίων τα ταξίδια και οι περιπέτειες αποτελούν όχημα για τον χλευασμό της μωρίας και των δεισιδαιμονιών της εποχής (εξάλλου, ένας από τους σπουδαιότερους καρπούς τους καρναβαλικού γέλιου στην παγκόσμια λογοτεχνία ήταν το Μωρίας εγκώμιο του Έρασμου). Τα δύο πρώτα μυθιστορήματα εκδόθηκαν με το αναγραμματισμένο ψευδώνυμο Αλκόφριμπας Νασιέ.
Το πρώτο βιβλίο (γραμμένο δεύτερο) αφηγείται τις περιπέτειες του Γαργαντούα, ενός έξυπνου και ευχάριστου γίγαντα. Το δεύτερο βιβλίο (γραμμένο πρώτο) αφορά τον γιο του, Πανταγκρυέλ, τον πανάξιο γιο του. Το τρίτο βιβλίο αφορά την εύρεση της απάντησης σε ένα αίνιγμα που έθεσε ο φίλος του Πανταγκρυέλ, ο Πανούργος∙ και τα δύο τελευταία βιβλία αφορούν ένα ταξίδι σε όλο τον κόσμο για να βρεθεί ένας χρησμός που θα απαντήσει σε αυτό το ερώτημα.
Στον πρόλογο του πρώτου βιβλίου (Γαργαντούας), ο Ραμπελαί υποδεικνύει την κρυφή σημασία του του έργου του:
«[…] θα βρείτε μια πολύ διαφορετική νοστιμάδα και μια απόκρυφη διδαχή, που θα σας αποκαλύψει μεγάλα μυστικά και μυστήρια φρικτά, σχετικά τόσο με τη θρησκεία μας, όσο και με την πολιτική κατάσταση και την κοινωνική ζωή».
Η πιο συνηθισμένη τεχνική στο βιβλίο είναι να ανάγονται τα πάντα στο σώμα. Το γεγονός ότι οι άνθρωποι έχουν σώματα και ότι αυτά τα σώματα κάνουν αηδία, εμετό, ούρα, σπέρμα, ούρηση, εμετό, αέρια και ρέψιμο είναι πολύ διασκεδαστικό για τον Ραμπελαί. Ακόμα πιο αστείο είναι όταν οι κύριοι χαρακτήρες είναι γίγαντες και οι σωματικές τους λειτουργίες είναι εκθετικά μεγαλύτερες.
Αυτή η ιδιαίτερου τύπου εικονοποιία στον Ραμπελαί και γενικά η υλικό-σωματική του αντίληψη εκφράζει μια διαφορετική κουλτούρα σε σχέση με την επικρατούσα στην αισθητική της εποχής του∙ ο Μιχαήλ Μπαχτίν την ονομάζει «γκροτέσκο ρεαλισμό». Διαθέτει τη δύναμη να απελευθερώνει από τον δογματισμό και τους περιορισμούς.
Στο έργο του Ραμπελαί τονίζεται συνήθως η ιδιαίτερη υπερίσχυση της υλικο-σωματικής αρχής της ζωής: των εικόνων, του ίδου του σωμάτος, του φαγητού, του ποτού, των κοπράνων, της σεξουαλικής ζωής.
Ο Ραμπελαί αναμειγνύει τις σωματικές λειτουργίες με περισσότερο πνευματικά στοιχεία, χρησιμοποιώντας την κλασική, ουμανιστική κατανόηση για να διερευνήσει το ίδιο θέμα. Ο συγγραφέας λατρεύει επίσης τις λίστες. Πολλές από αυτές έχουν τη μορφή υπερβολικά ενθουσιωδών συνωνύμων.
Όπως σημειώνει ο μεγάλος ιστορικός Jules Michelet, «ο Ραμπελαί […] συνέλεξε τη σοφία από το λαϊκό ρεύμα των παλιών τοπικών διαλέκτων, των ρητών, την παροιμιών, των φοιτητικών φαρσών, απ’ το στόμα των απλοϊκών και των τρελών. Και μέσα σ’ αυτές τις τρέλες,, διακρίνονται σε όλο τους το μεγαλείο και η ιδιοφυία του αιώνα και η προφητική του δύναμη. Όπου πάλι δεν βρίσκει, φαντάζεται, υπόσχεται, οδηγεί. Μέσα στο δάσος των ονείρων, κάτω από κάθε φύλλο φαίνονται οι καρποί που θα φέρει το μέλλον»,
Τα δύο πρώτα βιβλία είναι αρκετά παρόμοια. Και τα δύο αφηγούνται την ιστορία της γέννησης και της παιδικής ηλικίας δύο γιγάντων, το πώς πήγαν στο Παρίσι για να μορφωθούν και πώς επέστρεψαν στην πατρίδα του γιας να την υπερασπιστούν από τους εισβολείς. Και στα δύο πνίγουν τους εισβολείς σε κάποιο σημείο.
Ο πρώτος γίγαντας, ο Γαργαντούας, αρχικά δεν εξυπηρετείται επαρκώς από την εκπαίδευσή του. Ξεκινάει με φυσική ιδιοφυΐα, χρησιμοποιώντας πειραματισμούς για να ανακαλύψει τον καλύτερο καθαριστή οπίσθιων (και καταλήγοντας στον χοντροκομμένο λαιμό μιας ζωντανής χήνας), αλλά η διδασκαλία του τον καταστρέφει μέχρι τέλους. Ένας καλός δάσκαλος όμως τον αναλαμβάνει και επιμορφωμένος είναι έτοιμος πια να ανακτήσει τη χώρα του με τη βοήθεια του μοναχού Ιωάννη, ενός μεθυσμένου, βίαιου μοναχού και γυμναστή, θαυμάσιου ιππέα.
Ο Ραμπελαί ξεκινά το κείμενο του Πανταγκρυέλ με έναν πρόλογο του συγγραφέα – μια απολογία για το περιεχόμενό του, δικαιολογώντας το έργο του ως προειδοποίηση σε όποιον ανακαλύπτει ψέματα που λέγονται στις σελίδες του: ας καταδικαστεί στην κόλαση του πυρός. Ο δεύτερος γίγαντας, ο Πανταγκρυέλ, εξυπηρετείται καλύτερα από την εκπαίδευσή του, και γίνεται ένας γνήσιος άνθρωπος της Αναγέννησης. Γνωρίζει τον Πανούργο, έναν χαρακτήρα που έχει πολλούς τρόπους να κερδίσει χρήματα, αλλά ακόμη περισσότερους για να τα χάσει. Ο Πανούργος είναι πολύγλωσσος και αρχικά ζητιανεύει για φαγητό και ποτό, προτού τα αποκτήσει και γίνει μέλος της ομάδας. Υπάρχει ένα υπέροχα αστείο κεφάλαιο όπου ο Πανούργος υποστηρίζει μια θέση με έναν Βρετανό ακαδημαϊκό μόνο με τη μορφή παντομίμας. Το βιβλίο περιγράφει όλες τις παράξενες κινήσεις τους, αλλά δεν έχει σχόλια για το τι πραγματικά συζητείται.
Στο τρίτο βιβλίο η ιστορία παίρνει μια νέα τροπή. Ο Ραμπελαί αυτοαποκαλείται εδώ για πρώτη φορά συγγραφέας, ενώ επίσης περιγράφει τον εαυτό του ως έναν από τους χαρακτήρες. Ο Πανούργος γίνεται πλέον το επίκεντρο της αφήγησης και ο Πανταγκρυέλ περνά κάπως στο παρασκήνιο. Ο Πανούργος θέλει να παντρευτεί, αλλά ανησυχεί ότι μπορεί να τον ξυλοκοπήσει, να τον ληστέψει και να τον απατήσει η γυναίκα του. Η παρέα ρωτάει πολυάριθμους ειδικούς, μάντεις και τσαρλατάνους και ο καθένας δίνει την ίδια απάντηση – ότι όλα όσα φοβάται ο Πανούργος θα γίνουν πραγματικότητα, αλλά είναι πεισματάρης και ρωτάει συνεχώς περισσότερους ανθρώπους. Χρησιμοποιώντας έναν πολύ διαφορετικό τόνο και δομή από τα δύο πρώτα βιβλία, το τρίτο βιβλίο είναι περισσότερο μια φιλοσοφική διαμάχη παρά οτιδήποτε άλλο.
Το τέταρτο και το πέμπτο βιβλίο απεικονίζουν ένα ταξίδι στα μισά του κόσμου για να επισκεφτούν οι σύντροφοι το απόλυτο μαντείο και να του θέσουν το ερώτημα του Πανούργου. Είναι ένα πραγματικό προ-Γκιούλιβερ ταξίδι, με κάθε κόσμο να έχει διαφορετική σατιρική υπόσταση. Υπάρχει η χώρα της Κοιλιάς, ενός «Θεού Εναντίωσης», ένα νησί με πουλιά-κληρικούς, ένα με γατο-δικηγόρους και ένα άλλο με ανθρώπους που λατρεύουν τους Παπικούς Ταύρους σε ακραίο βαθμό. Είναι απολαυστικές οι περιγραφές του Ναού του Μπουκαλιού. Όταν ο Πανούργος λαμβάνει τη σοφία του, απαντά σε όλα με ένα μεγάλο «Ναι». Ναι σε όλα, στις χαρές του γάμου, στις παγίδες, στη ζωή γενικότερα. «Ναι», όμοια με την Μόλλυ Μπλουμ στο φινάλε του Οδυσσέα του Τζέημς Τζόυς, που τόσο επηρεάστηκε από την αθυρόστομη πρόζα του Ραμπελαί.
Αυτό είναι το νόημα όλου του βιβλίου. Αγκαλιάστε τη ζωή. Να είστε μεγάλοι. Να είστε μεγαλόψυχοι, γενναιόδωροι, δοτικοί, περίεργοι. Απολαύστε τη ζωή. Απολαύστε το να ζείτε αυτή τη στιγμή, σε ένα ακατάστατο, πεινασμένο, διψασμένο σώμα. Αγκαλιάστε όλα όσα σας ρίχνει ή σας επιβάλλει η ζωή. Τα μικρά, τα μικροπρεπή, τα σχολαστικά και τα παρωπιδιασμένα είναι το αντίθετο από αυτό.
Υπάρχει μια μακρά παράδοση εξωφρενικής σατιρικής γραφής στη δυτική λογοτεχνία. Στις σελίδες του Τσόσερ, του Θερβάντες, στον Φάλσταφ του Σάιξπηρ, στον Τρίσταμ Σάντι του Λόρενς Στερν ή στον Τζόναθαν Σουίφτ, εντοπίζονται αναλογίες με τα άσεμνα γραπτά του Ραμπελαί. Ο Ουγκώ τον χαρακτήρισε τον μεγαλύτερο ποιητή της «σάρκας» και της «κοιλιάς».
Ο Ραμπελαί πιθανότατα γεννήθηκε το 1483 ή ίσως το 1494-1495 στη Γαλλία. Σπούδασε νομικά και στη συνέχεια σπούδασε κοντά στους Φραγκισκανούς πριν μπλέξει σε μπελάδες για την υπερβολική μελέτη των αρχαίων ελληνικών, συμπεριλαμβανομένης της μετάφρασης τμημάτων του Ηρόδοτου, οπότε έγινε μοναχός (δηλαδή εντάχθηκε στο τάγμα των Βενεδικτίνων). Αργότερα σπούδασε ιατρική (Γαληνό και Ιπποκράτη). Κατά τη διάρκεια της ζωής του, είχε κυρίως φιλελεύθερους προστάτες επηρεασμένους από την Αναγέννηση, οι οποίοι χρηματοδότησαν τις σπουδές, τις μεταφράσεις και τα συγγράμματά του. Διώχθηκε ωστόσο για τα γραπτά του και αναγκάστηκε να καταφεύγει στην παρανομία. Η Σορβόννη καταδίκασε τα έργα του. Το 1564 η Σύνοδος του Τρέντο τοποθέτησε το Γαργαντούας και Πανταγκρυέλ στην κορυφή της λίστας των απαγορευμένων βιβλίων. Στην εποχή της Γαλλικής Επανάστασης, όπως υπογραμμίζει ο Μπαχτίν, ο Ραμπελαί απήλαυνε τεράστιου κύρους μεταξύ των ηγετών της.
Στο μεγάλο σχέδιο, ολόκληρο το κείμενο είναι μια παρωδία του βιβλικού έπους. Σε μικρότερη κλίμακα, όλοι γελούν με την παράσταση γελοιότητας: η Καθολική Εκκλησία, η Βίβλος, η Σορβόννη, οι Παριζιάνοι διανοούμενοι, οι κάτοικοι της υπαίθρου, οι πλούσιοι επιχειρηματίες, οι φτωχοί, οι χοντρές κυρίες και ούτω καθεξής. Όλοι οι άνθρωποι και τα πάντα περιγελώνται σε όλο το κείμενο. Πράγματι, η σάτιρα είναι ένας καθρέφτης για τον αναγνώστη. Με ποιον γελάμε; Με τον εαυτό μας; Με ολόκληρο τον δυτικό πολιτισμό; Με την εξαιρετικά σεβαστή παράδοση του πολιτισμού μας; Με τη διατήρηση της γνώσης του; Θρησκεία; Πολιτική; Όλα χλευάζονται. Με αυτόν τον τρόπο, ο Πανταγκρυέλ, όπως και τα έργα του Αριστοφάνη, δεν είναι καθόλου αθώος ή τουλάχιστον δεν στερείται πολιτικής σημασίας. Ο ίδιος ο Ραμπελαί ανησυχούσε για τις ιδιαίτερες προκαταλήψεις της εποχής του, γι’ αυτό και επέλεξε να κρύψει το όνομά του και τελικά να κρυφτεί και ο ίδιος.
Στην εισαγωγή της μνημειώδους μελέτης του για τον Ραμπελαί, ο Μιχαήλ Μπαχτίν σημειώνει:
«Οι εικόνες του Ραμπελαί χαρακτηρίζονται από μια κάπως ιδιόμορφη, θεμελιώδη και ακατάλυτη “ανεπισημότητα”: κανένας δογματισμός, καμία αυταρχικότητα, καμία μονόπλευρη σοβαρότητα, προς οτιδήποτε προκατασκευασμένο και προσχεδιασμένο στο χώρο της σκέψης και της κοσμοαντίληψης» (Ο Ραμπελαί και ο κόσμος του: Για τη λαϊκή κουλτούρα του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης, μτφρ, Γιώργος Πινακούλας, ΠΕΚ, 2017).
Το Γαργαντούας – Πανταγκρυέλ έχει συχνά χαρακτηριστεί ως ένα «καρναβαλικό κείμενο»: το καρναβάλι είναι μια δύναμη που απελευθερώνει το ανθρώπινο πνεύμα από τον φόβο.
Γράφει ξανά ο Μπαχτίν:
«Όλες αυτές οι τελετουργικο-παραστατικές μορφές, καθώς ήταν οργανωμένες επί της αρχής του γέλιου, διακρίνονταν πολύ έντονα, μπορούμε να πούμε θεμελιωδώς, απ’ τις σοβαρές και επίσημες – εκκλησιαστικές και φεουδαλικές-κρατικές- λατρευτικές μορφές και εθιμοτυπίες. Παρουσίαζαν μια εντελώς διαφορετική, έντονα ανεπίσημη, εξωεκκλησιαστική και εξωκρατική όψη του κόσμου, του ανθρώπου και των ανθρώπινων σχέσεων∙ οικοδομούσαν κατά κάποιο τρόπο, εκτός του επίσημου έναν δεύτερο κόσμο και μια δεύτερη ζωή, όπου μετείχαν λίγο πολύ όλοι οι μεσαιωνικοί άνθρωποι, όπου ζούσαν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα. Αυτό είναι το ιδιαίτερο είδος δικοσμίας, που αν δεν το λάβουμε υπόψη μας, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε σωστά ούτε την πολιτισμική συνείδηση του Μεσαίωνα ούτε της Αναγέννησης. Η αγνόηση ή υποτίμηση του γελώντος λαϊκού Μεσαίωνα παραμορφώνει επίσης την εικόνα όλης της μεταγενέστερης εξέλιξης της ευρωπαϊκής κουλτούρας».
Η «γελαστική αρχή», όπως την ονομάζει ο Μπαχτίν, που οργανώνει τις καρναβαλικές τελετές τις απελευθερώνει από κάθε θρησκευτικό-εκκλησιαστικό δογματισμό, από τον μυστικισμό και την ευλάβεια. Ανήκουν σε μια εντελώς διαφορετική σφαίρα του είναι.
Το εισαγωγικό ποίημα των βιβλίων καταλήγει με το επιφώνημα «ζήτω όλοι οι καλοί Πανταγκρυελιστές» – σαν το κείμενο να σκοπεύει να δημιουργήσει ένα κάποιο είδος cult λατρείας. Ίσως αναγνωρίσουμε μεταγενέστερους «Πανταγκρυελιστές» στις μορφές του Αρτύρ Ρεμπώ και των Ντανταϊστών, των Αδερφών Μαρξ, του Τζακ Κέρουακ και των Μπιτ, του Captain Beefheart και του Tom Waits, των Καταστασιακών, των Provos και των freak της Αντικουλτούρας.
![]()











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)










François Rabelais, Γαργαντούας – Πανταγκρυέλ. Πανταγκρυελίνειον Προγνωσιάριον, μτφρ. Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2024



