Τρίτη, 7 Απριλίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ 2026 Στη νήσο Ελ Ιέρο (διήγημα της Ιωάννας Παπαγιάννη)

Στη νήσο Ελ Ιέρο (διήγημα της Ιωάννας Παπαγιάννη)

0
152
Goya, Rina de gatos

 

Ιωάννα Παπαγιάννη

Λίγο καιρό μετά τον τελευταίο σεισμό του ηφαιστείου Λα Πάλμα, βρέθηκα στη νήσο Ελ Ιέρο, στα ανοιχτά του Μαρόκου. Είχα σκοπό να γνωρίσω τις εκκλησίες της ενδοχώρας και κυρίως την Παναγία της Καντελάρια με το ξακουστό καμπαναριό της. Ξεκίνησα τον περίπατό μου μετά το μεσημέρι, μια Κυριακή του Σεπτεμβρίου. Τα πόδια μου άντεχαν ακόμα στα μαλακά μονοπάτια των Καναρίων νήσων.

Είχα παραιτηθεί απ’ τη δουλειά ένα χρόνο πριν, μετά από ένα διάστημα στο Μοναστέρο ντε σαν Τζερόνιμο της Γρανάδας όπου είχα αναλάβει τη συντήρηση του άγνωστου, μέχρι τότε, σχεδίου για ταπισερί του Γκόγια, «Γάτες που τσακώνονται». Η μακρόστενη αίθουσα εργασίας, γεμάτη πίνακες και προτομές, βρισκόταν τότε στο ημιυπόγειο του κτιρίου που οι Ιερωνυμίτες μοναχοί είχαν χτίσει στην άκρη της πόλης, μετά τον θάνατο της βασίλισσας Ισαβέλλας Α΄ της Καστίλης. Μια μέρα, θυμάμαι, το φως του πρωινού που έμπαινε από τα ψηλά παράθυρα έδινε στα αντικείμενα ένα σπάνιο, ζεστό και υπόλευκο χρώμα. Εγώ όμως ήμουν απελπισμένη. Ο συγκεκριμένος πίνακας του επίσημου «ζωγράφου του βασιλιά» της Ισπανίας Καρόλου Γ’, τόσο  διαφορετικός από όσους δικούς του είχα ήδη μελετήσει στο Κέιμπριτζ, αντιστεκόταν προκλητικά στη συντήρηση, από την πρώτη στιγμή που ο ηγούμενος την είχε αναθέσει σε εμένα. Μήπως γιατί με φόβιζαν; Οι συγκεκριμένες, πάντως, γάτες, απορροφημένες από τον καβγά τους, έμοιαζαν να περιφρονούν κι εμένα και τα πάντα γύρω τους: τα φιαλίδια, τους φακούς, το μικροσκόπιο, τα βουρτσάκια και τα διαλυτικά, αλλά και τα πινέλα και τα χρώματα που ήταν ακουμπισμένα με προσοχή στον πάγκο εργασίας. Κι όσο εγώ συνέχιζα να δουλεύω αδιάλλακτη, τόσο εκείνες (κυρίως η μαύρη), παρέμεναν με την κρούστα των χρωμάτων τους θρυμματισμένη, έτσι ακριβώς όπως τις είχαμε βρει λίγους μήνες πριν, σε ένα υγρό πατάρι μπυραρίας, κοντά στην Πλάθα Νουέβα. Τι κι αν στερέωνα την πάσταˑ την άλλη μέρα ξυπνούσε σε χίλια κομμάτια. Εξομολογήθηκα στον ηγούμενο. Προσευχήθηκα γονυπετής. Εις μάτην. Το μόνο που κατάφερα ήταν να κάψω το αριστερό μου χέρι με τους διαλύτες. Στο τέλος, πριν παραιτηθώ, νοιώθοντας ντροπή που είχα αποτύχει, τους ζήτησα να συγχωρέσουν την ισχυρογνωμοσύνη μου. Δεν εισακούσθηκα. Ήταν αδικία από το Θεό. Αντί να εκτιμήσουν τον κόπο μου, μου άφησαν για πάντα μια ουλή.

Αυτά θυμόμουν περπατώντας, όταν, στην κορφή ενός λόφου, αντίκρυσα χαλάσματα. Μπήκα στο χωριό, ακολούθησα τα στενά δρομάκια κι έφτασα στην πλατεία. Μπροστά μου, ορθωνόταν το θεόρατο, ξύλινο άγαλμα μιας μαύρης γάτας. Καθιστή στα πίσω πόδια, κοίταγε αριστερά της, προς τον ωκεανό. Έμεινα εμβρόντητη. Το μόνο που στεκόταν όρθιο στο χωριό, ήταν αυτή. Πλησίασα. Το ξύλο είχε ξεβάψει σε πολλά σημεία και ο Γαρμπής που εκείνη την ώρα χτυπούσε τις ακτές, σφύριζε μέσα απ’ τις ρωγμές της πλάτης του ζώου. Το θέαμα ήταν θλιβερό. Η γάτα (ήταν τοτέμ; έτσι φαντάστηκα) που θα είχε σίγουρα γιατρέψει τόσους και τόσους κατοίκους του χωριού, κατέρρεε, μόνο του κι αβοήθητο, βορά στις δυνάμεις της φύσης. Δεν ήξεραν αυτοί οι θαλασσινοί πως μια μέρα το ξύλο του θα σκέβρωνε; Πως ήθελε συντήρηση; Δεν σκέφτηκαν πως δίχως πιστούς, μια μέρα θα σωριάζονταν; Άφησα πίσω μου αυτές τις ερωτήσεις και βρήκα ένα άνοιγμα να μπω στο κούφιο σώμα. Ξάφνου, ένοιωσα να με τυλίγει μια θαλπωρή. Σαν  κάποιος να με κρατούσε αγκαλιά. Με το αριστερό μου χέρι άγγιξα ένα κομμάτι σπασμένου ξύλου, στο ύψος της κοιλιάς. Κάτι σαν ρεύμα διαπέρασε το σώμα μου κι άκουσα την καρδιά μου να χτυπά. Ένα αόρατο νήμα συνέδεσε το σώμα μου με το δικό της κι ένοιωσα την μακρινή, κοινή καταγωγή μας. Ήμουν κάποια από τους δικούς της. Και τότε είδα. Αργά-αργά, η σκληρή ουλή μου εξαφανιζόταν μπρος στα έκπληκτα μάτια μου. Το σκληρό μου δέρμα ξαναγινόταν ροζ και μαλακό. Δίχως να το καταλάβω, γονάτισα και έκλαψα. Ήμουν βέβαιη πως βρισκόμουν στο ακόμα ζωντανό ενεργειακό της πεδίο. Το πνεύμα της με δέχτηκε, με συγχώρεσε και με γιάτρεψε. Ένοιωσα την έλξη ενός άλλου κόσμου, μη-πραγματικού αλλά το ίδιο δυνατού με τον δικό μας. Είχα ξαναβρεί την πίστη μου.

Ξαναπήρα το μονοπάτι του προσκυνήματος. Προχωρούσα, ακόμα μαγεμένη. Ο άνεμος λύγιζε τα σπαρτά των λόφων. Κάτω στο λιμάνι, οι ντόπιοι ήλπιζαν πως, εκείνη την νύχτα, ίσως θα κόπαζε. Είχα ήδη απομακρυνθεί αρκετά όταν γύρισα το βλέμμα προς τα πίσω. Μπροστά μου, απλώνονταν οι εύφορες κοιλάδες της Φροντέρα και στο βάθος, τρομακτικός, ο κρατήρας του ηφαιστείου Ελ Γκόλφο. Ένοιωσα δέος. Ο ήλιος πήγαινε να δύσει και οι ακτίνες του έριχναν στους λόφους ένα γκρίζο φως. Ανάμεσα στα ερείπια του χωριού, στεκόταν η γάτα. Έτσι όπως την έβλεπα από μακριά, μέσα μου κάτι σκίρτησε. Το βλέμμα της, επικεντρωμένο σε κάποιο σημείο στον ορίζοντα, αόρατο για εμένα, μαρτυρούσε πως το τεταμένο σώμα της είχε επανεύρει όλη του τη δύναμη. Φαινόταν έτοιμη να χυμήξει. Το μαύρο, στιλπνό της τρίχωμα παλλόταν κι αναριγούσε στην απόγεια αύρα. Ήταν μοιραίο να μείνει για πάντα ζωντανή. Ήταν η γάτα-σύμβολο. Απόλυτος κυρίαρχος του τόπου, ρουφούσε το φως της μέρας που έσβηνε και φύλαγε το χωριό.

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΔεκαέξι υποψήφιες για το Women’s Prize for Fiction 2026 (από την Αλεξάνδρα Χαΐνη)
Επόμενο άρθροΗ έκθεση του Γιώργου Λάνθιμου που δεν στήθηκε ποτέ (της Αλεξάνδρας Αθανασιάδου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ