του Φίλιππου Φιλίππου
Όταν ήμουν νέος, έμενα σ’ ένα παλιό σπίτι στο Παλαιό Φάληρο, στην περιοχή της Αγίας Βαρβάρας, κοντά στον θερινό κινηματογράφο Άνεσις. Στη γειτονιά υπήρχαν κι άλλα παλιά σπίτια και μονοκατοικίες.
Απέναντι στο δικό μου ήταν το σπίτι μιας αστρολόγου, της κυρίας Ζαχαρούλας, η οποία δεχόταν γυναίκες για να τους πει το μέλλον με βάση το ζώδιό τους. Στη γειτονιά παινευόταν για τις μαντικές της ικανότητές, οι περισσότερες πελάτισσές της κατοικούσαν στην περιοχή, ωστόσο έφταναν εκεί πολλές από όλη την Αττική –κάποιες την αποκαλούσαν μάγισσα. Εγώ δεν την ήξερα καλά, είχαμε μόνο ένα τυπικό καλημέρα, μαζί μου ήταν πολύ φιλική, με χαιρετούσε πάντα χαμογελαστή.
Σ’ ένα από τα σπίτια της πλατείας Φιλικής Εταιρείας έμενε ένας νεαρός που σπούδαζε τοπογράφος μηχανικός. Είχαμε αρκετά χρόνια διαφορά στην ηλικία κι έτσι δεν συνάψαμε σχέση φιλίας μολονότι πηγαίναμε να δούμε τη Δάφνη Παλαιού Φαλήρου να παίζει στο τοπικό γήπεδο ποδοσφαίρου. Τον έλεγαν Μάρκο και όλοι τον φωνάζανε Κρητικό, επειδή ήταν από κάποιο χωριό της Κρήτης.
Με τον Μάρκο συναντιόμαστε στον κινηματογράφο, εκείνος συνόδευε την αδελφή του κι εγώ τη δική μου, ενίοτε βλεπόμαστε στην τοπική εκκλησία ή στην Παναγίτσα και τα καλοκαίρια κολυμπούσαμε στον Φλοίσβο και στον Μπάτη. Άλλες φορές τύχαινε να συναντηθούμε στο καφενείο του Πράππα στην οδό Αχιλλέως.
*
Κάποια στιγμή, λίγα χρόνια αργότερα, όταν ο Μάρκος είχε τελειώσει τις σπουδές του κι εγώ βρισκόμουν ξέμπαρκος, συναντηθήκαμε στου Πράππα. Εκεί με πληροφόρησε πως η Ζαχαρούλα η αστρολόγος, που την αποκαλούσαν μάγισσα, είχε αποκτήσει ένα διώροφο που κτίστηκε στη θέση του παλιού της σπιτιού.
«Τα κονομάει χοντρά χάρη στην αστρολογία», είπε.
Η είδηση με τάραξε. Η μάγισσα, μια γυναίκα χωρίς ιδιαίτερα προσόντα, είχε γίνει πλούσια και διάσημη κι εγώ σκυλοπνιγόμουν στις θάλασσες για έναν καλό μισθό.
«Πάμε να την επισκεφτούμε;» τον ρώτησα.
«Εντάξει. Δεν έχουμε τίποτα χάσουμε».
Έτσι την επισκεφτήκαμε, όχι σαν γείτονες, αλλά σαν πελάτες. Εκείνη μας υποδέχτηκε ευγενικά στο γραφείο της, ένα μικρό διαμέρισμα, δίπλα σ’ εκείνο όπου έμενε. Στο σαλόνι περίμεναν μόνο γυναίκες. Εμείς ήμαστε τα μόνα αρσενικά. Στη αρχή ντραπήκαμε που παρασυρθήκαμε από τις φήμες και πήγαμε στο άντρο της μάγισσας, στη συνέχεια όμως το διασκεδάσαμε –ένα αστείο κάναμε, δεν έτρεχε και τίποτα.
Όταν ήρθε η σειρά μας, η μάγισσα μας προσκάλεσε στο δωμάτιο της αστρολογίας. Πρώτος μπήκα εγώ ως μεγαλύτερος. Εκείνη μ’ έβαλε να καθίσω απέναντί της και με ρώτησε τι θέλω ν’ ακούσω.
«Τι άλλο; Θέλω να μου πεις το μέλλον μου».
Πήρε μολύβι και χαρτί και άρχισε να σημειώνει τα στοιχεία μου με τα οποία θα έκανε τις προγνώσεις. Όπως μου τόνισε, θα έφτιαχνε το προσωπικό μου αστρολογικό πορτρέτο που θα βασιζόταν στη θέση των πλανητών τη στιγμή της γέννησής μου.
Μου παρέδωσε το πορτρέτο, εγώ της έδωσα το ποσόν της αμοιβής που μου ζήτησε και βγήκα από το δωμάτιο. Τότε μπήκε ο Μάρκος. Όταν τελείωσε κι εκείνος, πήγαμε σ’ ένα γειτονικό καφενείο για ν’ ανταλλάξουμε τις εμπειρίες μας κι ενώ πίναμε τον καφέ μας, ο Μάρκος έσκασε στα γέλια.
«Τι έγινε;» τον ρώτησα.
«Μου είπε ότι θα γίνω συγγραφέας. Άκου συγγραφέας! Εγώ τοπογράφος μηχανικός σπούδασα»
«Και γιατί γελάς;»
«Κουραφέξαλα! Στο σχολείο δεν έγραφα καλές εκθέσεις».
«Τι σημασία έχει αυτό;»
«Αν μου έλεγε πως θα γίνω ηθοποιός, θα την πίστευα. Όχι συγγραφέας. Και σένα τι σου είπε;»
Του χαμογέλασα γλυκά:
«Μου είπε ακριβώς τα ίδια, ότι θα γίνω συγγραφέας».
«Είδες; Από πού ως πού από μηχανικός στα καράβια θα γίνεις συγγραφέας;»
Μόλις τελειώσαμε τη συζήτηση, κι αφού γελάσαμε πολύ, με τους αφελείς που έδιναν τα ωραία τους λεφτά στη μάγισσα, βγήκαμε από το καφενείο.
*
Λίγα χρόνια μετά, κι ενώ εγώ συνέχιζα τη ναυτική μου σταδιοδρομία, ο Μάρκος βρήκε δουλειά σε μια τράπεζα. Παρόλο που μέναμε πάντα στην ίδια γειτονιά στο Παλαιό Φάληρο, δεν κάναμε παρέα, αφού ο καθένας είχε τον δικό του κύκλο ανθρώπων.
Ξαφνικά, έναν καυτό μεσημέρι, ήταν Αύγουστος, ξέσπασε στη γειτονιά μια πυρκαγιά που τρομοκράτησε τους κατοίκους, οι οποίοι εγκατέλειψαν τα σπίτια τους και πήγαν να μείνουν σε συγγενικά σπίτια και σε ξενοδοχεία. Εγώ εγκατέλειψα το δικό μου και μαζί άλλους στεκόμουν σε μια γωνιά μακριά από το επίκεντρο της φωτιάς και παρακολουθούσα τους πυροσβέστες με τις μάνικες. Ο Μάρκος δεν ήταν εκεί, δεν είχε σχολάσει από την τράπεζα. Μέχρι να σβήσει η φωτιά, έκανα βόλτες πέρα δώθε περιμένοντας την άδεια, όπως οι άλλοι, να επιστρέψω στο σπίτι μου.
Όταν έφυγαν οι πυροσβέστες, είδα πιο πέρα τη μάγισσα και την κοίταξα με οίκτο. Βιοποριζόταν για να προβλέπει το μέλλον, αλλά δεν είχε καταφέρει να μαντέψει τη φωτιά. Οι άλλοι γείτονες την κοίταζαν με οργή, δυο νιόπαντροι έδειχναν τη διάθεση να τη ξυλοφορτώσουν, ενώ μια γριά της έριχνε κατάρες.
Μας πείραξε όλους που δεν έκανε την παραμικρή πρόβλεψη για το συμβάν.
«Είσαι άχρηστη!» της φώναξε η γριά.
«Ν’ αλλάξεις επάγγελμα!» της πέταξε το ζευγάρι.
Εγώ δεν ήθελα να τη βρίσω, ούτε να την προσβάλλω για τις μαντικές της ικανότητες. Το σπίτι μου δεν είχε πάθει τίποτα, μ’ ενοχλούσε όμως που μου είχε πει πως θα γινόμουν συγγραφέας.
«Αγαπητή κυρία, βλέπω πως κάποιοι εδώ δεν σας συμπαθούν», της είπα.
Όταν οι κάτοικοι επέστρεψαν στα μισοκαμμένα σπίτια τους, η κυρία Ζαχαρούλα άρχισε να τους καταριέται. Μπήκε στο δικό της κι ύστερα από μια ώρα, κατέφτασε ένα μεγάλο φορτηγό, όπου φόρτωσε τα πράγματά της και αναχώρησε προς άγνωστη διεύθυνση.
*
Έχει ο καιρός γυρίσματα. Πριν από μερικά χρόνια, στη διάρκεια της πανδημίας, συνάντησα τον Μάρκο τυχαία έξω από τον κινηματογράφο «Όσκαρ» στην οδό Αχαρνών. Είχα δει την ταινία του Κεν Λοόυτς Δυστυχώς απουσιάζατε και επέστρεφα στο σπίτι μου στα Θυμαράκια. Του είπα πώς μου άρεσε το τελευταίο του βιβλίο και μ’ ευχαρίστησε. Καθώς πήγαινε στο ταμείο να βγάλει εισιτήριο, κανονίσαμε να βρεθούμε σε μια καφετέρια δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου∙ έμενε εκεί κοντά με τη γυναίκα του. Την επομένη πριν από το μεσημέρι πίναμε τον καφέ μας, ενώ μια γάτα τριγύριζε το τραπέζι μας.
«Τελικά, Μάρκο, η μάγισσα έπεσε μέσα στις προβλέψεις της», του είπα με χαμόγελο. «Γίναμε κι οι δύο συγγραφείς».
«Απίστευτο», είπε σε εύθυμο τόνο. «Όταν μου το ξεστόμισε μου ήρθε να τη βρίσω. Άκου, συγγραφέας εγώ ο μηχανικός».
«Ξέρεις τι απέγινε;» τον ρώτησα. «Αν ζει, θα κοντεύει τα εκατό».
«Δυστυχώς, έχει πεθάνει. Κόλλησε κορονοϊό και αναχώρησε για το υπερπέραν. Ζωή σε λόγου μας».
«Αχ, Μάρκο. Τίποτα δεν είμαστε», του είπα με θλίψη.












![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)













