από τον Γιάννη Ν.Μπασκόζο
Ένας νομπελίστας στο Γκάζι. O Λάσλο Κράσναχορκάι έχει ξανάρθει στην Ελλάδα, όχι μόνο για τις ανάγκες προώθησης των προηγούμενων βιβλίων του με τον προηγούμενο εκδότη του (προσφάτως μετακόμισε στις εκδόσεις Gutenberg) αλλά και παλιότερα όταν έζησε για μεγάλο διάστημα στην Κρήτη σε ένα χωριό ολίγων κατοίκων. Εκεί, όπως μας είπε χθες, στη διάρκεια κάποιας γιορτής του Πάσχα αγάπησε την κρητική μουσική και ειδικότερα το λαγούτο, το οποίο αργότερα απόκτησε και έμαθε να παίζει.
Χθες όμως στην Τεχνόπολη ο Λάσλο δεν ήταν ο τουρίστας του μικρού κρητικού χωριού αλλά ο σταρ της λογοτεχνίας που έδωσε μια υπέροχη performance στο πλαίσιο του νεοσύσταστου Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας της Αθήνας. Βγήκε στη σκηνή του κατάμεστου αμφιθεάτρου Μ. Έβερτ μέσα από μια μικρή πόρτα μαζί με τη συνομιλήτριά του, δημοσιογράφο του New Yorker, Μερβ Έμρε για να απαντήσει στις ερωτήσεις της. Ψηλός, φορώντας ένα παλιομοδίτικο μαύρο κοστούμι, τινάζοντας ελαφρά τη μικρή του περιφερειακή χαίτη από άσπρα μαλλιά, έδειχνε πολύ άνετος, ευγενής και κυρίως στοχαστικός χωρίς στόμφο.
Παρουσίασε κατ΄αρχήν την συνθετική και αφηγηματική του μέθοδο. Είπε ότι τα πρώτα του βιβλία δεν τα έκρινε ως πετυχημένα καθώς δεν μπορούσε να ελέγξει την ταχύτητα, μεταφορικά και πραγματικά. Στην ερώτηση ποια είναι γενικότερα τα κριτήρια μια συγγραφικής αποτυχίας είπε ότι τα βιβλία του δεν τα διαβάζει ως αναγνώστης αλλά τα κουβαλάει μέσα του. Όταν λοιπόν συζητούσε με τον φίλο του σκηνοθέτη Μπέλα Ταρ κατάλαβε ότι το λάθος του ήταν ο ρυθμός. Αυτόν προσπάθησε στα επόμενα βιβλία του να καθορίσει.
Μιλώντας γενικότερα για τα λάθη στη δημιουργία σχολίασε ότι δεν υπάρχει καλή τέχνη χωρίς ψεγάδια. Ακόμα και στην ιαπωνική τέχνη της πλήρους συμμετρίας υπάρχουν λάθη. Και όμως, συνέχισε, τα ψεγάδια αυτά είναι πολύτιμα. Κι εγώ προσπαθώ να βελτιώνομαι.
Στη συνέχεια έθιξε το ζήτημα της ομορφιάς. Την προσδιόρισε ως σχέση με αυτό που αλλάζει. Υπάρχουν όρια διευκρίνισε της απόλυτης ομορφιάς, τα οποία όμως δεν μπορούμε να πλησιάσουμε. Και κυρίως δεν ξέρουμε ποια είναι αυτά τα όρια. Έτσι και οι πρωταγωνιστές των βιβλίων μου προσπαθώντας να πλησιάσουν αυτά τα όρια αποτυγχάνουν. Στην ερώτηση πότε η ανθρωπότητα πλησίασε αυτά τα όρια της τέλειας ομορφιάς ανέφερε την αρχαία Ελλάδα ή όταν επικράτησε ο χριστιανισμός , ο οποίος έβαλε στο ίδιο επίπεδο τον άνθρωπο, τη φύση και τον Λόγο. Κατόπιν η Αναγέννηση ήταν η ευκαιρία του ανθρώπου να πλησιάσει την τέλεια ομορφιά χωρίς να έχει ανάγκη το Θείο. Μετά οι άνθρωποι γκρέμισαν τους θεούς.
Μιλώντας για το σήμερα και τον τεχνικό πολιτισμό φάνηκε πολύ απαισιόδοξος. Αναφέρθηκε στην καταναλωτική κουλτούρα φέροντας για παράδειγμα την Ακρόπολη, Αν ρωτήσεις πολλούς ανθρώπους τι γνωρίζουν για την Ακρόπολη, θα πουν «ναι, έχω πάει, είχε ήλιο και δεν είχα τα γυαλιά μου και δεν έβλεπα καλά». Ίσως έχουν κι ένα μαγνητάκι ως ενθύμιο, εννοώντας ότι δεν κατανοούμε πια την κουλτούρα ως νόημα αλλά μόνον ως κατανάλωση. Η απόλαυση παίζει πια τον πρώτο ρόλο. Αναρωτήθηκε αν ζούμε στην εποχή της παρακμής.
Έθιξε το θέμα της σχέσης μας με το παρελθόν, το οποίο σήμερα εκμεταλλεύονται περισσότερο οι εθνικιστές και οι λαϊκιστές για ίδιον όφελος. Γι αυτόν η σημασία του παρελθόντος είναι τεράστια αλλά φθίνει. Υπάρχουν πολλές απόψεις που τονίζουν ότι η πολιτιστική εξέλιξη εκμηδενίστηκε. Η παγκοσμιοποίηση (που είναι κυρίως μια οικονομική έννοια) δεν μπόρεσε να αντικαταστήσει το Θείο ή μια υπερβατική θεότητα/ιδέα/σκέψη.
Βέβαια, κάπως μελαγχολικά, είπε ότι δεν μπορούμε να τα πούμε (ή να πείσουμε) γι αυτά τους νέους. Ίσως αν απελπιστούν κι αυτοί να ζητήσουν κάτι π.χ. στην εθνική ταυτότητα. Εδώ έκανε μια παρέκβαση για να θυμίσει ένα τσιτάτο που του αρέσει: «ο νέος που δεν εξεγείρεται δεν έχει καρδιά, ο γέρος που εξεγείρεται είναι γελοίος».
Χρειάζεται, είπε, να επανακαθορίσουμε τα πράγματα, τι είναι το λευκό, τι είναι ο κύκλος κλπ. Να κάνουμε μια μικρή κίνηση μήπως μπορέσουμε και κινηθούμε πιο γρήγορα από τη γη που γερνάει. Να αλλάξουμε τη σχέση μας με τη φύση, να θυμηθούμε ότι ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης. Αλλιώς αυτοκτονούμε.
Κάπου ενδιάμεσα μίλησε για τη σημασία της μουσικής στη ζωή του. Η τελευταία ερώτηση αναφερόταν στους αόρατους Αγγέλους (αναφορά στον Βιμ Βέντερς) κι αν βλέπει κάποιους σήμερα. Ο σημερινός άνθρωπος, είπε, δεν έχει ανάγκη τους παλιούς αγγέλους, αυτοί εξαφανίστηκαν. Οι σημερινοί άγγελοι είναι σαν κι εμάς. Μπορείς να τους συναντήσεις κάθε στιγμή απέναντι σου, περιμένουν ένα μήνυμα από σένα. Έκλεισε την ομιλία του λέγοντας ότι βαδίζουμε στο σκοτάδι απελπισμένοι και ίσως έρθουν και χειρότερα. Εύχομαι να μην τα ζήσετε.
Ο Λάσλο ήταν μια όαση στις βομβαρδισμένες με αρνητικές ειδήσεις ημέρες μας, η διεξαγωγή του συνεδρίου άψογη και απόλυτα λειτουργική. Συνεχίζεται.












![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)









