του Μανώλη Γαλιάτσου
«Της φύσης της αρέσει συχνά να επαναλαμβάνεται». Με μια παραπλήσια ιδέα, στο άνοιγμα ακριβώς της ταινίας, η κάμερα διατρέχει κάθετα τους κορμούς των θεόρατων δέντρων, απ’ την κορυφή μέχρι τις υπέργειες ρίζες τους που καλύπτονται απ’ τη σκοτεινή υγρασία των βρύων. Σ’ έναν, κατάλληλης υποδοχής, αποξηραμένο φλοιό στο χώμα κοιμάται, κουλουριασμένη σαν έμβρυο, η νεαρή Άνιες. Είναι η «μάγισσα» Άνιες -κόρη μάγισσας, επίσης- που έχει παραδοθεί, κατά το συνήθειο της, στη μήτρα της Μητέρας φύσης. Όλα συμβαίνουν εκεί, στην καρδιά του πυκνού δάσους. Και τι λιγότερο θα αποδείκνυε, στα μάτια των απλοϊκών χωρικών, τις μαγικές ιδιότητες αυτής της μοναχικής ιερακοτρόφου, από τις πτήσεις του εκπαιδευμένου της αρπακτικού, πάνω απ’ το ξέφωτο των πιο ψηλών κλαδιών, που υποχρεώνουν το βλέμμα να στραφεί υπεράνω, μέχρι να φτάσει ν’ αφουγκραστεί το αθέατο; Για να επαναφέρει, ίσως, με ασφάλεια στην αγκαλιά της γης, μυστικά που κάποτε της ανήκαν και τώρα επιστρέφουν στον τόπο καταγωγής τους με τη μορφή οιωνών επουράνιων. Και πώς θα μπορούσε ο ευφάνταστος δάσκαλος λατινικών, ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ, να παραμείνει ασυγκίνητος από το μυστήριο που περιβάλλει τη νεαρή γυναίκα, καθώς ο ορίζοντας των δικών της μαγικών εκβάλλει σε ορίζοντα κοινό με αυτόν των δικών του λέξεων; Μήπως δεν είναι απαραίτητη η συνεργασία και των δύο δεξιοτήτων –και των δύο μορφών «μαγείας»- για να μπορείς να ελπίζεις ότι θα νικήσεις «τον τρόμο που σαρώνει τη γη»; Αλλ’ ακόμα και ο τρόπος που επιχειρεί να φλερτάρει μαζί της αποδεικνύει ότι η μαγεία διόλου δεν αποτελεί πράγμα ξένο ή ανοίκειο προς αυτόν. Η ζωή μας όμως επαναλαμβάνει, άθελά μας, τις ιστορίες που -από αρκετά νωρίς- έμελλε να μας «πάρουν μαζί τους». Και μοιάζει σωστή η παρατήρηση ότι, εν τέλει, καταλήγουμε πάντα να ζούμε αυτό που απ’ την αρχή μας ονειρευτήκαμε. Ο Σαίξπηρ θα καταφέρει να συγκινήσει – και θα αποσπάσει το τελικό «ναι» της μέλλουσας συζύγου του Αν Χάθαγουεϊ (της Άνιες), εξιστορώντας της τον μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Ο Ορφέας μαγεύει με τη μουσική του όποιον έχει το προνόμιο να γίνει ακροατής της: θηρία, δέντρα, πέτρες, πουλιά· τον Άδη τον ίδιο. Αλλά ο Ορφέας, επίσης, όπως ξέρουμε, χάνει για δεύτερη φορά τη γυναίκα του -στον Κάτω Κόσμο τη δεύτερη φορά- με αποκλειστικά δική του υπαιτιότητα: τη χάνει απ’ την πολλή του αγάπη και την υπερβάλλουσα προστασία και φροντίδα του γι’ αυτήν. Με αυτήν την ιστορία στα αρχικά του εφόδια ξεκινάει ο ποιητής του Στράτφορντ. Και αυτή του η επιλογή, από μόνη της, θα ήταν αρκετή για να γεννηθεί εντός του το αίσθημα του τραγικού· για ν’ αναβιώσει, μετά από τη χειμερία νάρκη ατέρμονων αιώνων, το είδος της τραγωδίας που θα είχε ως αποτέλεσμα το μεσουράνημα του ελισαβετιανού θεάτρου της Αγγλικής Αναγέννησης. Θέατρο λαϊκό στη βάση του, αλλά και με διεισδυτική δύναμη ικανή να διαπερνά την κλίμακα όλων των κοινωνικών τάξεων, όπως ο αρχαίος του πρόγονος, πράγμα που σημαίνει αρκούντως ισχυρό και επιδραστικό μέσα στην αναπάντεχη ανατρεπτικότητά του. Σε αυτήν, επί πλέον, την αναγεννημένη του μορφή, η χριστιανική ηθική θα δοκιμαστεί σκληρά, γεγονός που θα οδηγήσει κάποια στιγμή στην απαγόρευσή του, με απόφαση του αγγλικού κοινοβουλίου. Έτσι, μετά την πάροδο των ογδόντα περίπου συναρπαστικών ετών που του δόθηκε η «χάρη» της ανεμπόδιστης άνθισής του, ο οφθαλμός της εξουσίας, ος τα πανθ’ ορά και επιβλέπει, θα τερματίσει βίαια την αναίσχυντη και «ασύδοτη» δράση του επικίνδυνου φαινομένου.
Στο μυθιστόρημα της Ιρλανδής συγγραφέως Μάγκι Ο’ Φάρελ, η αποσπασματική προσέγγιση της σημαίνουσας (σαιξπηρικής) βιογραφίας (έστω και με τη μετατόπιση του κέντρου βάρους προς την πλευρά της γυναίκας του) αποτελεί –μάλλον- το ειδολογικό και αφηγηματικό αντίβαρο, για τη μετατροπή του συνεχούς του χωροχρόνου σε διερεύνηση φιλοσοφική και ποιητική γύρω από τους μηχανισμούς της ανθρώπινης ψυχής και τη συνακόλουθη λειτουργία της Τέχνης. Για τον επανακαθορισμό των ορισμών, επίσης, που προτάσσει το απρόβλεπτο των περιστάσεων της ζωής. Και η Κλόι Ζάο, σε συνεργασία στο σενάριο με την Ο’ Φάρελ, κάνει μ’ αυτήν την ταινία της (Hamnet, 2025) την απαραίτητη κίνηση η οποία θ’ αποδειχτεί, νομίζω, το βασικό κλειδί για την εξέλιξη της μετέπειτα δημιουργικής πορείας της. Με θεματική στοχευμένη, ικανή για την προσέλκυση του ευρύτερου δυνατού ενδιαφέροντος εκ μέρους του κοινού, τη γραμμική αλλά και σε βάθος αφήγησή της, όπως προοικονομεί το σοφά ισορροπημένο -σε αρμονία σκέψης και αισθήματος- σενάριο, δεν επικεντρώνει τυχαία το ενδιαφέρον των Στίβεν Σπίλμπεργκ και Σαμ Μέντες για την άμεση ανάμειξή τους στην παραγωγή της ταινίας της. Με άλλους όρους: πώς μπορείς να πραγματεύεσαι τα πιο γνωστά –και ανεξάντλητα για όλες τις εποχές- δίπολα: φαντασία-πραγματικότητα, μαγεία-ρεαλισμός, Ζωή-Τέχνη, δημιουργία-απώλεια, και ν’ αποφασίζεις ότι τη μεγαλύτερη σημασία όλων διατηρεί, απ’ αρχής έως τέλους, η πρωτογενής συγκίνηση. Αλλά η Κλόι Ζάο δεν χάνει επίσης την ευκαιρία να εξετάσει, με διεξοδικότητα και οξυδέρκεια, τις –διαχρονικά επανερχόμενες- σχέσεις μεταξύ θεάτρου και κινηματογράφου. Σχέσεις τόσο κοντά – τόσο μακριά. Στις σκηνές, για παράδειγμα, με τον Σαίξπηρ να δίνει την προσωπική του μάχη με το τρομερό κείμενο (του Άμλετ), καθώς οι λέξεις συνωθούνται ακόμη οδυνηρά ανάμεσα στο μυαλό του και το αξεπέραστο βίωμα, μέχρι τις πρόβες και το ανέβασμα της παράστασης, η Κλόι Ζάο θα διαλέξει τον πιο διάσημο μονόλογο του έργου για να διανύσει ιδανικά τη διαδρομή που καταδεικνύει τη σύνδεση -και ταυτόχρονα τις διαχωριστικές γραμμές- ανάμεσα στις δύο ανόμοιες και την ίδια στιγμή όμορες τέχνες. Αλλά και η βασική πρωταγωνίστρια, η Τζέσι Μπάκλεϊ, στον ρόλο της Άνιες, μοιάζει να βρίσκει απ’ τη μεριά της το δικό της κλειδί, ίσως και για όλη τη μελλοντική της ερμηνευτική. Άγρια και τρυφερή, ανένδοτη και συναισθηματική, πρακτική και ταυτόχρονα εξωπραγματική, σφυρηλατημένη και εύθραυστη, ολότελα ανίδεη από θέατρο αλλά και με νόηση ανώτερη σε σημεία, με ευφυΐα φτιαγμένη από καθαρό ένστικτο. Ερμηνεία τόσο εκλεπτυσμένη και έντεχνη ώστε να μοιάζει σχεδόν τυχαία, «ανυποψίαστη». Ή, σαν να πρόκειται για την περίπτωση της φυσιογνωμικής ταύτισης, σε μια σπάνια συνύπαρξη με τη χαρακτηρολογική της έκφραση.
Στη σημαδιακή σκηνή της γέννησης του Άμνετ, κι αν ακόμα δεν επιτρέπεται στην Άνιες, από τους συγγενείς, να βρεθεί πλάι στο ποτάμι, το ποτάμι που υπερχειλίζει θα καταφέρει να την επισκεφτεί μέσα στο σπίτι. Για να συμβεί όμως αυτό, κάτι θα πρέπει να σπάσει στον αδιατάρακτο ειρμό των μαγικών ενοράσεων. Τα σημάδια να μεταθέσουν, απροειδοποίητα, το μυστικό τους νόημα. Αλλ’ αυτό το συναστρικό ανακάτεμα δεν μπορεί ν’ αφήσει ανεπηρέαστη την αλήθεια των προβλέψεων. Κι έτσι η «παραπλανημένη» μαγεία ανταποδίδει τον βιασμό· αναγκάζεται να εξαπατήσει και η ίδια. Καθώς αθετεί τις υποσχέσεις της, η δύναμή της θα εκπέσει σε ανεκπλήρωτη ευχή. Γι’ αυτό και η ετοιμοθάνατη, απ’ τις δυσκολίες της γέννας, μητέρα, ξεγλιστρά απ’ το μοιραίο που -προς στιγμήν- μοιάζει σχεδόν βέβαιο. Την κρίσιμη εκείνη νύχτα το πεπρωμένο θα σταθεί μετέωρο· αναποφάσιστο. Τι κρίμα, όμως. Γιατί ο αδιάφθορος θάνατος πάντα χρεώνει τις «χάρες» που κάνει. Δεν μπορεί να έρχεται και να φεύγει ταπεινωμένος, με άδεια τα χέρια. Και τα θεατρικά παιχνίδια του Άμνετ και της δίδυμης αδελφής του, η ανταλλαγή ταυτοτήτων που συνηθίζουν μεταξύ τους, δεν βοηθούν την κατάσταση. Μοιάζουν με μικρές, καθημερινές δοκιμές εξαπάτησης. Αλλά εις βάρος ποιου; Γιατί δεν μπορείς, τελικά, να ξεγελάσεις για πάνω από μια φορά τον θάνατο. Το πολύ πολύ ν’ αγγίξεις τα όρια της γενναιοδωρίας του, αποσπώντας του τη συναίνεση, στην πρόθεσή του να τιμήσει την ευγενική ανταλλαγή της αδελφικής αυτοθυσίας: ψυχή, έναντι άλλης ψυχής. Κι έτσι ο μικρός Άμνετ θα έχει την ευκαιρία να εκπληρώσει -κατά γράμμα- την υπόσχεση που έδωσε πριν την αναχώρηση του πατέρα του: ν’ αποδείξει τη γενναιότητά του και τη φροντίδα στη μητέρα του και τις αδελφές του κατά το διάστημα της απουσίας του. Την κρίσιμη στιγμή θα παίξει –στην κυριολεξία- την παράσταση της ζωής του. Της ζωής που δεν θα έχει την ευκαιρία να ζήσει πραγματικά. Αλλά μήπως το θέατρο σκιών που στέκεται να παρακολουθήσει για λίγο, με βαριά καρδιά, ο περίσκεπτος Σαίξπηρ -εν μέσω επιδημίας της πανούκλας- δεν αποτελεί την υπενθύμιση ότι το δρεπάνι του Χάρου επιστρέφει πάντα, αργά ή γρήγορα, για να τακτοποιήσει, έστω και πρωθύστερα, τυχόν ανοιχτούς του λογαριασμούς;
«Να ζει κανείς ή να μη ζει; Ιδού η απορία». Όσοι πεθαίνουν, δεν μπορεί… Κάπου θα πρέπει να πηγαίνουν. Κάπου θα έχουν τον δικό τους, αποκλειστικό τόπο. Το θέμα είναι να μπορέσεις να τον ανακαλύψεις. Αυτήν την ανακάλυψη επιχειρεί ο Σαίξπηρ, και το κάνει με τον μόνο τρόπο που γνωρίζει καλά: με τις λέξεις του, ως ποιητής. Όλα ξεκινούν απ’ τη μαγεία· και όλα στο τέλος επιστρέφουν σ’ αυτήν. Ο κόσμος ολάκερος γεννιέται και πεθαίνει κάθε στιγμή μέσα της. Το ψιθυρίζουν τα στοιχειωμένα δέντρα που (υπονοείται ότι) έχει επιλέξει ο ίδιος ο συγγραφέας για το θεατρικό σκηνικό. Κι ας είναι αυτή μια ανάμνηση για τις πρώτες συναντήσεις του ερωτευμένου Ουίλιαμ με την ατίθαση Άνιες (αλλά όχι μόνο, όπως θα δούμε παρακάτω). Κι ας είναι εκείνο το δροσάτο μυστήριο των σκιών, του σπηλαιώδους δέντρου που είχε αντικρίσει -πριν τη γνώση του θανάτου, τότε που ακόμη κι οι σκιές δεν γνώριζαν τίποτα για τ’ όνομά τους- η ανάμνηση (κάθε φορά που περνά τη διαχωριστική γραμμή από τη σκηνή, για να τον καταπιούν τα παρασκήνια) ενός οριστικά χαμένου παράδεισου γι’ αυτόν. Του παράδεισου που αρνείται για τον εαυτό του ο Άμλετ, όπως τον αρνείται κι ο Σαίξπηρ, μετά τον απρόσμενο χαμό του αγαπημένου προσώπου. Επαναλαμβάνει έτσι εκείνη την πρώτη πρώτη περιγραφή που έκανε κάποτε στη γυναίκα του, τότε που της αφηγήθηκε, για να μπορέσει να την κατακτήσει, την ιστορία του Ορφέα. Τελικά δεν γίνεται να μην καταλήξεις να ζήσεις, με τον δικό σου τρόπο, τις ιστορίες που πάντα σε γοήτευαν. «Τα υπόλοιπα είναι σιωπή». Και, για την ταινία της Ζάο, μετά τη σιωπή είναι η στοχαστική, μελωδικά μινιμαλιστική μουσική του Μαξ Ρίχτερ. Και είναι το χαμόγελο της μητέρας που ανθίζει ξανά στα χείλη της, κατά την παρακολούθηση της πρώτης ιστορικά παράστασης στο Λονδίνο (περίπου στα 1602) του Άμλετ. Η αρχική της άρνηση, η αντίδρασή της για την ύβρη της παραβίασης της ιδιώτευσης των νεκρών, παραχωρεί σταδιακά τη θέση της στη συνειδητοποίηση ότι αυτός είναι ο ευκταίος τόπος. Αυτός στον οποίο μπορεί ν’ ανταμώσει και πάλι τον νεκρό της γιο. Να τον δει να στέκεται μπροστά της, με σάρκα και οστά, για να μπορεί να τον θαυμάσει κατά την εκπλήρωση του παιδικού του ονείρου: της επικράτησης στη θεατρική ξιφασκία. Η Κλόι Ζάο συμπυκνώνει –κορυφώνει, θα ‘λεγε κανείς- την ανάπτυξη της προβληματικής της, παράλληλα με τη συγκίνηση, στην τελική, αριστουργηματική σεκάνς της πρώτης επίσκεψης μιας «μάγισσας», όπως η Άνιες, στο τελετουργικό περιβάλλον του θεάτρου. Η συγκλονισμένη Άνιες διαπιστώνει ότι όλα εδώ μπορεί ν’ αποτελούν μιας άλλης μορφής μύηση στο αθέατο, όχι τόσο διαφορετικό από το –πραγματικό εκεί, ζωγραφιστό εδώ- σκηνικό του δάσους. Ότι η θεατρική σκηνή μπορεί να είναι ένα παράθυρο ανοιχτό στο άγνωστο, έτοιμο ν’ αποκαλύψει όσα κρυμμένα κρατά μακριά απ’ τις αισθήσεις μας η φθονερή πραγματικότητα. Γιατί όταν βλέπεις σύσσωμο το θέατρο ν’ ανταλλάσσει συνεπαρμένο χειραψίες με τον ετοιμοθάνατο Άμλετ -και να ξεσπά σε επευφημίες για να τον συνοδεύσει μέχρι την τελική του πτώση- δεν μπορεί, δεν γίνεται όλοι αυτοί να είναι θύματα ξαφνικής μαζικής παράκρουσης· δεν νοείται όλοι να κάνουν –την ίδια στιγμή- το ίδιο λάθος. Συμβαίνει γιατί μπορούν, όπως κι εκείνη, ν’ αναγνωρίσουν την επιστροφή του μονάκριβου απ’ την «ανεξερεύνητη χώρα»: δεν χωράει αμφιβολία επ’ αυτού. Και τώρα όλοι μοιράζονται τον ίδιο πόνο – και την ίδια λύτρωση μαζί της. Η ατομική μαγεία αποκτά –και της αποκαλύπτει, αίφνης- ένα άλλου είδους, συλλογικό πρόσωπο. Σαν να πρόκειται για κάποιο μαγικό που παράγεται στο εσωτερικό της ίδιας της μαγείας. Η Ζάο συλλαμβάνει με απροσποίητο, γνήσιο συναίσθημα τη σημασία της καλλιτεχνικής «ανταλλαγής», το πηγαινέλα σ’ αυτόν τον ενδιάμεσο τόπο, ανάμεσα στο εντός και το εκτός σκηνής. Με τον Σαίξπηρ που ακούει από τα παρασκήνια το κείμενο, για να βυθιστεί συντετριμμένος στην προσωπικά βιωμένη πραγματικότητα. Ή τους δύο συζύγους που αναζητούν επίμονα ο ένας τον άλλον, την απεγνωσμένη ικεσία των βλεμμάτων τους. Αυτός επί σκηνής – εκείνη έξω απ’ αυτήν, γιατί αυτός ο μη-τόπος είναι ίσως ο μόνος τόπος στον οποίο είναι εφικτό να συνευρεθούν, να συνομιλήσουν γι’ αυτό που δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μπορέσει να ειπωθεί. Κι έτσι η Άνιες θα δει να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια της η εξιλέωση του συζύγου και πατέρα. Αυτήν τη φορά ο Σαίξπηρ, στον ρόλο του φαντάσματος, θ’ αλλάξει τη θέση του, θα είναι αυτός που θα μπει στη θέση των νεκρών για να προλάβει τον ύστατο χαιρετισμό με τον μονάκριβο γιο. Και η Άνιες θα ξαναπάρει πίσω τη χαμένη περηφάνια της. Κρατώντας την καρδιά της ανοιχτή, της δίνεται η ευκαιρία της συγχώρεσης που για καιρό αρνιόταν στον υπόλογο άντρα της. Γι’ αυτό και θα της «δοθεί η εύνοια», να δει τον εντεκάχρονο Άμνετ να της χαμογελάει ξανά.
Το θαύμα της Τέχνης επουλώνει το τραύμα της απώλειας. Αλλά τώρα πια το ξέρουμε: «Ό,τι ζει πρέπει και να πεθάνει». Το θέμα είναι να μην καταθέτεις τα όπλα, μέχρι να έρθει η ώρα για κείνον τον ύπνο, τον χωρίς καμιά δυνατότητα επιστροφής. Αλλά εκεί, τουλάχιστον, δεν κινδυνεύεις πια από τ’ αλλοπρόσαλλα βέλη της τύχης. Και οι σκέψεις –για τον Άμλετ, για τον Σαίξπηρ τον ίδιο- της αυτοκτονίας ως λύσης συνιστά πράξη ύψιστης εξέγερσης, ενάντια σε κοσμικές και υπερβατικές δυνάμεις απείρως πιο ισχυρές, που εννοούν να (σου) επιβάλλουν αυταρχικά τη θέλησή τους. Η αυτοκτονία ως πράξη περηφάνιας κι αξιοπρέπειας, που αποκρούει «τα παρακάλια των δειλών» και όσους είναι έτοιμοι να δεχτούν κάθε ταπείνωση προκειμένου να γαντζωθούν -με οποιοδήποτε τίμημα- από τη ζωή. Και αν ο Άμλετ είναι τραγικός ήρωας, είναι γιατί παλεύει με πλήρη επίγνωση ότι στο τέλος πρόκειται να ηττηθεί. Πριν συμβεί όμως αυτό, δεν θα παραμείνει με σταυρωμένα τα χέρια, άπραγος. Δεν θα προσποιηθεί τον «πειθαρχημένο» ή τον όψιμα μετανιωμένο. Έχει το σθένος να συλλογίζεται –προκλητικά, στην καρδιά του πιο σκληρού Προτεσταντικού Χριστιανισμού- γύρω από την αυτοκτονία, όχι ως πράξη παραίτησης αλλά εξέγερσης ενάντια σε κάθε μορφή δυναστευτικής (σχήμα ταυτολογικού πλεονασμού;) εξουσίας, εκκοσμικευμένης ή θεοκρατικής. Και η εξουσία, θα έρθει η ώρα της –κατά το σωτήριον έτος 1642, είκοσι έξι χρόνια μετά τον θάνατο του ποιητή- που θ’ ανταποδώσει το χτύπημα, με τον πλέον συνήθη και γνώριμο τρόπο της. Αυτόν που ξέρει να χειρίζεται καλύτερα απ’ όλους: την απευθείας προσβολή της ανθρώπινης αυτοτέλειας, με τον αυταρχισμό και τη βαναυσότητα της ωμής απαγόρευσης. Μετά όμως την επαναστατημένη εξέγερση; Τι άλλο υπάρχει που απομένει να γίνει; Μετά θα σκεπάσει και πάλι τα πάντα η σιωπή. Ωσότου λιώσουν ολότελα απ’ τον χρόνο και τα έσχατα ίχνη του γήινου πόνου. Ή, ωσότου σβήσουν τα πρόσκαιρα αναμμένα φώτα της παρηγορητικής σκηνής. Μέχρι το τέλος της αιωνιότητας. Το τέλος του κόσμου. Το τέλος της τραγικότητας. Το τέλος του ονείρου της ζωής. Το τέλος -ακόμη- και της σιωπής.












![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)












