Τζέννυ Έρπενμπεκ: Αναμνήσεις

0
164

 

(Μετάφραση από τα Γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης)

Αποχαιρετισμούς θυμάμαι. Πόσο αδυνατισμένος κι άσπρος φαινόταν ο Ρ. κάτω απ’ τα μαλλιά του, όταν του είπα τα λέμε την τελευταία φορά, κι εκείνος μου έκανε νόημα χωρίς να σηκώσει το κεφάλι του απ’ το μαξιλάρι, κλείνοντας, μόνο, για λίγο τα μάτια· που δεν ξαναπήγα στο κρεβάτι του, αλλά έκλεισα απλώς την πόρτα πίσω μου. Την επόμενη μέρα έμελλε να παραλάβω τα πράγματά του απ’ το νοσοκομείο, μεταξύ άλλων την ξυριστική μηχανή που την προηγούμενη μέρα την είχα φορτίσει για ’κείνον. Η ξυριστική μηχανή ήταν φορτισμένη, αλλά ο Ρ. ήταν νεκρός.

 

Η γιαγιά μου στεκόταν όρθια, όταν έφευγα από ’κείνη, σ’ ένα παράθυρο μέσα σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο και με χαιρετούσε, το περίγραμμά της φωτιζόταν μόνο από το φως που έκαιγε πίσω της στο χωλ, όπου λίγο πριν είχαμε αποχαιρετιστεί. Δυο μέρες μετά έπεσε, κι εγώ την ξαναείδα με το πρόσωπο ανέκφραστο και κλειστά τα μάτια στο νοσοκομείο, όπου ήταν σε κώμα και λίγο καιρό μετά πέθανε.

 

Θυμάμαι πώς μου έκανε νόημα ο Ρ., αφού είχε εξετάσει κάτι, ένα αυτοκίνητο, ένα καινούργιο διαμέρισμα, πώς λαχάνιαζε κι εκείνος όταν παίζανε τσιγγάνικη μουσική σ’ ένα ουγγαρέζικο μαγαζί, θυμάμαι τους σηκωμένους ώμους του όταν γύριζε έναν δίσκο στην κουζίνα. Από τη γιαγιά μου έχω συγκρατήσει μέχρι τώρα πώς έλεγε «όχου, όχου» όταν βιαζότανε και δεν ήξερε τι να πρωτοκάνει, θυμάμαι τα χέρια της με τα στραβά νύχια και το γέλιο της. Απ’ το γέλιο της πάντως δεν έχω συγκρατήσει ακριβώς αν το στόμα της ήταν ανοιχτό ή κλειστό, αλλά έχω συγκρατήσει τουλάχιστον πώς ακουγότανε και πώς έσβηνε σιγά σιγά το γέλιο μέσα στο γέλιο από μόνο του.

 

Λίγα είναι αυτά που μπορώ να πιάσω, να δω και ν’ ακούσω με την ανάμνησή μου. Οι σκέψεις κάποιου που δεν υπάρχει πια μεταφράζονται μες στις δικές μου σκέψεις, και οι πράξεις εκείνου μες στις δικές μου πράξεις, αλλά το χειροπιαστό μέρος των αναμνήσεων αργά ή γρήγορα γίνεται από μόνο του αποσπασματικό, όταν η πραγματικότητα δεν μεγαλώνει πια, γίνεται σκελετός, γίνεται μεμονωμένα κόκκαλα με πολύ χώμα ανάμεσά τους. Τον τελευταίο καιρό κάθομαι συχνά απέναντι από κάποιον, και παρ’ όλ’ αυτά τον κοιτάζω σαν να έχει ήδη εξαφανιστεί. Αρχίζω τότε να ξεδιαλέγω, λίγο ελπίζοντας, λίγο όλο ντροπή, τις σκηνές από την ταινία που δεν έχει τελειώσει ακόμα, λες και θα μπορούσα εκ των προτέρων να μάθω απ’ έξω τις αναμνήσεις μου, για να μπορώ μετέπειτα να τις ανακαλώ με σιγουριά. Και όσον αφορά κι εμένα την ίδια, έχω ήδη σκεφτεί αν θα μείνει στη μνήμη κάποιου το σκούπισμα της μύτης μου, ή ο τρόπος με τον οποίο βλέπω στην τηλεόραση έναν αγώνα πυγμαχίας, ή τα γόνατά μου.

 

 

*******

Το κείμενο «Αναμνήσεις» είναι από το βιβλίο της Jenny Erpenbeck Dinge, die verschwinden [Πράγματα, που εξαφανίζονται] και κυκλοφόρησε το 2009 από τον εκδοτικό οίκο Galiani Berlin. Στα Ελληνικά έχουν εκδοθεί τα βιβλία της: Ιστορία του γερασμένου παιδιού, Σκύβαλα και Παιχνίδι με τις λέξεις, όλα από τις εκδόσεις Ίνδικτος.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here