γράφει ο Θανάσης Αγάθος (*)
Το βιβλίο Η μέρα που μικραίνει, που κυκλοφορεί σε μια καλαίσθητη έκδοση από τις εκδόσεις Ιωλκός, είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή της Κασσάνδρας Φουντουλάκη, μετά τη Μουσική Δωματίου (2016, επίσης από τις εκδόσεις Ιωλκός, η οποία συμπεριλήφθηκε στη βραχεία λίστα για το βραβείο «Γιάννη Βαρβέρη 2017» της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων, που αφορά στο καλύτερο βιβλίο πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή). Ο όρος «ποιητική συλλογή» χρησιμοποιείται μάλλον καταχρηστικά, αφού το κείμενο της Φουντουλάκη έχει συνειδητά μια υβριδική μορφή, αποτελεί ένα παιγνιώδες σχόλιο με τα λογοτεχνικά είδη, καθώς θα μπορούσε να ονομαστεί πεζοτράγουδο, να ενταχθεί στο ενδιάμεσο είδος της ποιητικής πρόζας, με σαφή προτίμηση προς το αποσπασματικό λυρικό πεζό.
Το κείμενο, με τα κενά του, με τις τομές και τις διαλείψεις του, προσδίδει την αίσθηση σημειωματαρίου, ημερολογίου ή ακόμα και κινηματογραφικού σεναρίου με διαδοχικά πλάνα. Ενώ η πύκνωση των εικόνων και η κατακερματισμένη αφήγηση αντλούν από την αισθητική της ποίησης, η ενσωμάτωση λεπτομερών αφηγηματικών στιγμών (όπως περιγραφές σωμάτων, αντικειμένων και μικρών ιστοριών) το μετατοπίζει σε ένα διευρυμένο πεζογραφικό πεδίο. Η αφήγηση λοιπόν ξεδιπλώνεται ως ένα ημερολόγιο με έντονο το στοιχείο της ασυνέχειας, θυμίζοντας κινηματογραφικό φιλμ με σπασμωδικό μοντάζ ή μια σειρά από ανακατεμένα φωτογραφικά στιγμιότυπα. Αυτά τα καρέ του καλοκαιριού είναι εμποτισμένα με έντονα συναισθήματα: υγρασία, θάνατο, ερωτική υποψία, διάψευση και μια υποβόσκουσα, στοιχειωτική απουσία. Ο ρυθμός της γραφής παραλληλίζεται με τη μουσική του Schubert, χαρακτηριζόμενος από επαναληπτικές μελωδικές διακυμάνσεις, απότομες κορυφώσεις και βυθίσεις στη σιωπή, στοιχεία που θυμίζουν μουσική παρτιτούρα με κινήσεις.
Το καλοκαίρι λειτουργεί ως σκηνικό για μια συναισθηματική ιστορία ενηλικίωσης, η οποία, αντί να οδηγήσει σε λύτρωση, κατευθύνεται προς την αποδοχή του εαυτού και προς μια πιο ώριμη αποδοχή της απώλειας. Η καθημερινότητα του ελληνικού καλοκαιριού, με τον σπάνιο συνδυασμό ομορφιάς και κοινοτοπίας που τη διακρίνει, λειτουργεί ως μετωνυμία της εσωτερικής ζωής. Το καλοκαίρι, στην περίπτωση αυτή, δεν λειτουργεί απαραίτητα ως περίοδος ανάπαυλας και χαλάρωσης, αλλά ως μια εξαντλητική φάση υπερ-ευαισθησίας, που, υπό ορισμένες συνθήκες, μπορεί να οδηγήσει στη σωματική και ψυχολογική εξουθένωση, στην απόγνωση και στην παραίτηση. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, κάθε στοιχείο της καλοκαιρινής καθημερινότητας, όσο τετριμμένο και ασήμαντο και αν θεωρείται, από ένα σαπισμένο σύκο και τη μυρωδιά του αντιηλιακού μέχρι τα ξεφουσκωμένα σωσίβια και την απλή αναμονή σε μια στάση, φορτίζεται με ηθικό βάρος και σημασία.
Στενά δεμένη με το καλοκαίρι είναι η παρουσία του υγρού στοιχείου και δη της θάλασσας, που είναι πολύ έντονη. Δεν είναι τυχαίο ότι το κείμενο ανοίγει με τη φράση: «Θάλασσα πριν τη βροχή: ασιδέρωτη υγρή κουβέρτα που έρχεται προς το μέρος σου να σε σκεπάσει», ενώ φράσεις και λέξεις όπως «Η δικαιοσύνη της θάλασσας», «Τα δίχτυα, όμως, δεν ήταν για τα ψάρια», «Ένα χταπόδι που σπαρταράει», «Στραγγαλισμός από πλοκάμια», «Γαλαζοπράσινοι λογισμοί», «Νεκροταφεία με θέα θάλασσα», «Ένας σέρφερ έχασε την ισορροπία του», «Πάω για βουτιά και επιστρέφω», «Κολύμπα μόνος. Γρηγορότερα θα φτάσεις απέναντι», «Ναυάγια που στεριώνουν», «Και έπεσε ανακουφισμένος στην αγκαλιά του Αιγαίου», «Η πιο άσχημη απάτη είναι η τελευταία θάλασσα που βούτηξες», τονίζουν την αμφίθυμη διάσταση του κόσμου της θάλασσας, με υφέρποντα τα στοιχεία του εγκλωβισμού, του κινδύνου, της απειλής, του πνιγμού. Το μοτίβο της θάλασσας επανέρχεται λοιπόν σε διάφορα χωρία, ως δικαιοσύνη, ως προδοσία, ως τάφος, ως ναυάγιο, ως τελευταία πνοή. Μόνο σε ένα σημείο διαφαίνεται η λυτρωτική, καθαρτική δύναμη της επαφής του ανθρώπινου σώματος και του νου με το θαλασσινό νερό: «Κυματώδης η διάθεση ανάλογα με το σφίξιμο της αγκαλιάς./Κολύμπι στα βαθιά/Μέχρι που να μην πατάει ούτε με ευλύγιστη προσπάθεια./Εκεί θα ληφθούν ήσυχα οι πιο κρίσιμες αποφάσεις./Μακροβούτι και ξανά στην επιφάνεια./Μουλιάζει το δέρμα,/ξαναγεννιέται ο νους./Δροσισμένος./Στεγνώνει και πάλι βουτά.»
Η υπαρξιακή αγωνία, η έντονη σωματικότητα, ο ερωτισμός, η οδυνηρή και λυτρωτική μαζί διάσταση της μνήμης, το συναισθηματικό αδιέξοδο συνυπάρχουν με μια διάθεση να θιγούν τα κακώς κείμενα της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας, όπως η εμπορευματοποίηση των νησιών και η ευρύτερη «τουριστικοποίηση» της χώρας, οι απαράδεκτες συνθήκες στα νοσοκομεία και τα μέσα μαζικής μεταφοράς, οι πυρκαγιές, η εργασιακή εκμετάλλευση.
Η αποσπασματικότητα είναι το κυρίαρχο γνώρισμα της γραφής της Φουντουλάκη. Το κείμενο αναπτύσσεται μέσα από θραύσματα, σπαράγματα, υποβάλλοντας την αίσθηση του μεταιχμιακού και του κατακερματισμένου: αιχμηρά στιγμιότυπα, παρατηρήσεις, εξομολογήσεις και καταλόγους, που, θυμίζοντας ντοκιμαντερίστικες καταγραφές, συνθέτουν ένα ψηφιδωτό της κοινωνικής πραγματικότητας. Η αφήγηση προσλαμβάνει τον χαρακτήρα συλλογικής μνήμης. Αυτή η τεχνική δημιουργεί την αίσθηση ότι δεν πρόκειται για την ατομική ιστορία ενός ήρωα ή μιας ηρωίδας, αλλά για τη βιωματική μνήμη μιας ολόκληρης γενιάς, η οποία μάχεται να βρει τη σταθερότητά της, αγωνίζεται να αφήσει το αποτύπωμά της, βρίσκεται σε διαρκή «προσπάθεια να γίνει αντισεισμική».
Η συγγραφική επιλογή της εναλλασσόμενης αφήγησης—μεταξύ πρώτου, δεύτερου και τρίτου προσώπου—οδηγεί σε μια σκόπιμη απώλεια ταυτότητας και έναν περαιτέρω κατακερματισμό. Αυτή η ρευστότητα αντικατοπτρίζεται και στον αναγνώστη, ο οποίος καλείται να αναρωτηθεί: Ποιος είναι ο ομιλητής; Ποιος ανακαλεί τις μνήμες; Σε ποιον ανήκει ο πόνος;
Βασικά χαρακτηριστικά της γλώσσας της Φουντουλάκη είναι τα ασύνδετα σχήματα, οι παρενθέσεις και οι σύντομες, κοφτές φράσεις, που συχνά διαπνέονται από ειρωνεία και αυτοσαρκασμό. Ο τόνος είναι βιωματικός, κουβεντιαστός, με ευδιάκριτα στοιχεία προφορικότητας.
Το κείμενο αφήνει την αίσθηση ενός χαμηλόφωνου λυρικού στοχασμού πάνω στη μνήμη, στην απώλεια, τη φθορά του χρόνου, δοσμένου από την οπτική γωνία μιας νέας ποιήτριας που δεν εξιδανικεύει αλλά και δεν μεμψιμοιρεί, εκπροσώπου μιας ολόκληρης γενιάς που αναζητεί το στίγμα της και παλεύει με τον δικό της τρόπο, ακροβατώντας ανάμεσα στην τρυφερότητα και τη σκληρότητα.
(*) Ο Θανάσης Αγάθος είναι Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Κασσάνδρα Φουντουλάκη, Η μέρα που μικραίνει, εκδόσεις Ιωλκός, Αθήνα 2025, 48 σελ.
![]()












![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)













