του Διονύση Μπαλτζή
Η στροφή του Cantaloube [Κανταλούμπ] από τη δημοσιογραφία στη συγγραφή εγγράφεται στην παράδοση του γαλλικού polar. Τα μυθιστορήματά του, ως τώρα, συνιστούν εξαιρετικά μίγματα εγκλήματος, ιστορίας και πολιτικής.
“Εδώ πνίγουμε τους Αλγερινούς”
Το πρώτο του έργο, με τίτλο Requiem pour une République (Gallimard, 2019), που εκδόθηκε στα ελληνικά ως Ρέκβιεμ για μια δημοκρατία (Πόλις, 2021), σε μετάφραση του Δημήτρη Δημακόπουλου, διαδραματίζεται την περίοδο 1959–1961, μια διετία που άφησε βαθύ αποτύπωμα στην ιστορία της σύγχρονης Γαλλίας, λόγω των εξελίξεων γύρω από την αλγερινή ανεξαρτησία.
Η είσοδος στο μυθιστόρημα γίνεται μέσα από τις μηχανορραφίες των ανώτερων κλιμακίων της παρισινής αστυνομίας, σχετικά με τη δολοφονία ενός Αλγερινού δικηγόρου, συμπαθούντος του FLN. Ο Μωρίς Παπόν, τότε αρχηγός της παρισινής αστυνομίας, μαζί με το δεξί του χέρι, τον Ντεογκρασιάς, προσλαμβάνουν έναν ακροδεξιό «συμβολαιογράφο» (δηλαδή: επαγγελματία δολοφόνο) και, παράλληλα, έναν παλιό τους γνώριμο από την εποχή της Κατοχής, τον Σείριο Βολκστρόμ, για να σκοτώσει τον πρώτο.
Όμως η υπόθεση στραβώνει. Ο συμβολαιογράφος σκοτώνει τον δικηγόρο μαζί με την οικογένειά του, και όταν ο Βολκστρόμ φτάνει στο διαμέρισμα, βρίσκει ένα λουτρό αίματος και τον δράστη άφαντο. Η αρχική αντίδραση των υψηλόβαθμων συνωμοτών είναι να μετατρέψουν το αφήγημα από «ληστεία που πήγε στραβά» σε υπόθεση αντεκδίκησης μεταξύ Αλγερινών. Ωστόσο, η σύζυγος του δολοφονημένου δικηγόρου είναι κόρη ενός σημαντικού, αν και ηλικιωμένου, τραπεζίτη με αντιστασιακό παρελθόν. Εκείνος δεν πείθεται από τις διαβεβαιώσεις των αστυνομικών και προσλαμβάνει έναν Κορσικανό, τον Αντουάν Καρεγκά, παλιό του γνώριμο από την Αντίσταση, για να ανακαλύψει τι ακριβώς συνέβη.
Ταυτόχρονα, η παρισινή αστυνομία αναθέτει την εξιχνίαση της υπόθεσης στον νεαρό αστυνομικό Λυκ Μπλανσάρ, τον οποίο όμως καθοδηγεί στενά προς την κατεύθυνση της συγκάλυψης και της επιβεβαίωσης του αφηγήματος που έχουν στήσει ο Παπόν και ο Ντεογκρασιάς.
Κεντρικά σημεία στην αφήγηση είναι η διαδήλωση της 17ης Οκτωβρίου 1961 και η αιματηρή της καταστολή, όπως και η σφαγή της 8ης Φεβρουαρίου 1962 στο σταθμό μετρό Charonne. Τα γεγονότα αυτά έχουν γίνει αντικείμενο λογοτεχνικής επεξεργασίας, αρχικά από τον Didier Daeninckx [Ντιντιέ Ντενένξ] ο οποίος στο μυθιστόρημά του Meurtres pour mémoire (1983) (τίτλος ελληνικής έκδοσης: Έγκλημα και μνήμη, εκδ. Πόλις – 2005, μτφρ. Ρ. Σωμερίτης) αποκαλύπτει κεκαλυμμένα τις δραστηριότητες του αστυνομικού διευθυντή Αντρέ Βεϊγύ (που αποτελεί μια μετωνυμία του Μωρίς Παπόν) τόσο κατά τη διάρκεια του καθεστώτος Βισύ όσο και στα αιματηρά γεγονότα των αρχών της δεκαετίας του 1960.
Ο Παπόν, ως γενικός γραμματέας της νομαρχίας του Μπορντώ (ο Daeninckx τοποθετεί τη δράση του Βεϊγύ στην Τουλούζ) συνέβαλε ενεργά στους διωγμούς των Εβραίων από το καθεστώς του Βισύ. Μετά τον πόλεμο, υπηρέτησε, μεταξύ άλλων, στην Κορσική, στην Αλγερία και στο Μαρόκο, και το 1958 ανέλαβε τη διοίκηση της αστυνομίας του Παρισιού. Ήταν μόλις το 1998 που καταδικάστηκε σε δεκαετή κάθειρξη για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, αφού προηγουμένως είχε διατελέσει βουλευτής και υπουργός.
Αντίστοιχα, με τα γεγονότα αυτά έχει καταπιαστεί ο Maurice Attia στο Alger la Noire (2006) (τίτλος ελληνικής έκδοσης: Μαύρο Αλγέρι, εκδ. Πόλις – 2008, μτφρ. Μαρία Μηλολιδάκη) και ο Gerard Delteil στα Les Années rouge et noir (2014) (τίτλος ελληνικής έκδοσης: Κόκκινα και μαύρα χρόνια, εκδ. Εικοστού Πρώτου – 2022, μτφρ. Γιάννης Καυκιάς).
Ο Cantaloube επιλέγει μια κυκλική αφήγηση τύπου ΑΒΓΑΒΓ, η οποία λειτουργεί αποτελεσματικά προς όφελος της ιστορίας. Οι τρεις πρωταγωνιστές/αφηγητές κυνηγιούνται, συναντιούνται, συγκρούονται και, ενίοτε, συνεργάζονται.
Στην πλοκή εντάσσονται διάφορα ιστορικά παραλειπόμενα, όπως η απόπειρα δολοφονίας του τότε βουλευτή και μετέπειτα προέδρου Φρανσουά Μιτεράν, οι διασυνδέσεις του Αλέν Ντελόν με το οργανωμένο έγκλημα, ή το παρελθόν του Ζαν-Μαρί Λεπέν στο εκδοτικό περιθώριο της ακροδεξιάς και στις ημιπαράνομες οργανώσεις της εποχής.
Ο Λυκ Μπλανσάρ τελικά αποκαλύπτει τις μηχανορραφίες του Παπόν και του Ντεογκρασιάς, αλλά είναι αρκετά έξυπνος ώστε να μη δεχθεί την πρόταση του Παπόν για προαγωγή. Δεν υπήρξε ποτέ φανατικός υπέρμαχος της τάξης και της ασφάλειας. Θα λέγαμε μάλλον πως αντιμετώπιζε τη δουλειά του ως μια γραφειοκρατική διοικητική εργασία. Μετά όμως την αποκάλυψη των δολοφονικών ραδιουργιών που εκπορεύονταν από τις κορυφές του κατασταλτικού μηχανισμού, η περιφρόνηση και η αηδία του για την αστυνομία έφτασαν σε οριακό σημείο.
Πρόκειται για ένα εξαιρετικό δείγμα αστυνομικού polar μυθιστορήματος, με την ιστορία και την πολιτική σε πρώτο πλάνο, και με διάσπαρτα easter eggs που ο υποψιασμένος αναγνώστης θα εκτιμήσει ιδιαίτερα.
Ιδιαίτερα θετική εντύπωση προκαλούν και οι εκτενείς, κατατοπιστικές σημειώσεις του μεταφραστή, γεμάτες ιστορικές πληροφορίες και διακειμενικές αναφορές σε άλλα νουάρ μυθιστορήματα.
#
Το δεύτερο βιβλίο του Cantaloube έχει τίτλο Frakas (Gallimard, 2021) και κυκλοφόρησε στα ελληνικά με τον ευφάνταστο τίτλο Φούγκα για ένα προτεκτοράτο (Πόλις, 2024) σε μετάφραση Δημήτρη Δημακόπουλου. Χρονολογικά εφάπτεται με το Ρέκβιεμ και η ιστορία εξυφαίνεται αρχικά μέσα από την αφήγηση δύο προσώπων: του Λυκ Μπλανσάρ και του Αντουάν Λουκεζί, τους οποίους γνωρίσαμε στο Ρέκβιεμ. Αμφότεροι έχουν αλλάξει ταυτότητα: ο Αντουάν άλλαξε όνομα και ως ένα βαθμό επαγγελματικές δραστηριότητες, ενώ ο Λυκ άλλαξε επάγγελμα: εγκαταλείπει την αστυνομία και γίνεται δημοσιογράφος στο France Observateur (μετέπειτα Nouvel Observateur, σήμερα L’Obs). “Απ’ το κακό στο χειρότερο” λέει ο Βολκστρόμ (σελ. 201).
Ο Λυκ στρέφει το δημοσιογραφικό του ενδιαφέρον στο μεταποικιακό Καμερούν, το οποίο είχε μόλις ανακηρύξει την ανεξαρτησία του (Αύγουστος 1960), τις δραστηριότητες των ένοπλων ανταρτοομάδων και των Γάλλων κλεπτοκρατών / τοποτηρητών. Από την άλλη, ο Αντουάν αναγκάζεται από τα μαφιόζικα αφεντικά του να πάει στο Καμερούν σε αναζήτηση κάποιων κατάστιχων που κρατούσε για λογαριασμό τους. Ο λόγος που φεύγει εσπευσμένα για το Καμερούν, είναι ότι ο Καμερουνέζος συνεργάτης του Αντουάν πηγαίνει στην πατρίδα του για να φροντίσει τον πατέρα του, αλλά και για να κάνει πολιτικό – στρατιωτική δουλειά, και παίρνει εν αγνοία του τα κατάστιχα που ήταν κρυμμένα στη φόδρα μιας παλιάς βαλίτσας.
Στη μέση του βιβλίου, κάνει την εμφάνισή του και ο τρίτος γνώριμος αφηγητής από το Ρέκβιεμ, ο Σείριος Βολκστρόμ, με αλλαγμένο όνομα και αυτός, πλέον συστήνεται ως Πιερ Λεμπριέ. Ο Σείριος έχει ενταχθεί ως έφεδρος στο γαλλικό στρατιωτικό σώμα και ταυτόχρονα λαμβάνει μέρος σε ημιεπίσημες παραστρατιωτικές αποστολές με ειδίκευση στα όπλα και τα εκρηκτικά.
Ο διαχωρισμός ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο μέρος είναι ευδιάκριτος. Στο πρώτο μέρος βρισκόμαστε στη Γαλλία, ενώ στο δεύτερο στο Καμερούν. Παρότι το πρώτο μέρος κυλάει ομαλά, συνδυάζοντας πολιτική ίντριγκα με τις προσωπικές δυσκολίες των πρωταγωνιστών, παρεμβάλλονται ορισμένα περιπετειώδη επεισόδια τύπου Τεν-Τεν (όπως ο ξυλοδαρμός στο γυμναστήριο), τα οποία στο δεύτερο μέρος αναδεικνύονται σε βασικό μοχλό για την εξέλιξη της ιστορίας.
Υπό αυτό το πρίσμα, μπορεί να ειπωθεί, με κάποια αυστηρότητα, ότι ο Cantaloube δεν κατορθώνει να αποσπάσει το βλέμμα του από ένα ενοχικό αποικιοκρατικό πλαίσιο, το οποίο αντιμετωπίζει την Αφρική ως έναν εξωτικό τόπο όπου τυχοδιώκτες και στρατιωτικοί δρουν ως κλεπτοκράτες εις βάρος προνεωτερικών τοπικών πληθυσμών.
“Ο Μπλανσάρ δεν ένιωθε άσχημα επειδή είχε κάνει λάθος. Αισθανόταν κυρίως ντροπή γι’ αυτά τα εγκλήματα που είχαν διαπραχθεί, όχι βέβαια στο όνομά του, αλλά στο όνομα του έθνους του” (σελ. 274)
Η αντίληψη αυτή συμπυκνώνεται πολύ ωραία στη λέξη “Françafrique” που σχηματίστηκε τη δεκαετία του 1950 από τον συνδυασμό των λέξεων France και Afrique, και παραπέμπει ηχητικά στις λέξεις France-à-fric (Γαλλία και χρήμα), και δηλώνει τους παρασκηνιακούς οικονομικούς πολιτικούς και στρατιωτικούς νεοαποικιοκρατικούς μηχανισμούς που εξυπηρετούν γαλλικά συμφέροντα σε πολλά αφρικανικά κράτη που απέκτησαν την ανεξαρτησία τους μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (Φούγκα, σελ. 397)
Σύστοιχες με αυτό είναι και οι μακροσκελείς αφηγήσεις ντόπιων για τις θηριωδίες και τις κακουχίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. Συχνά θυμίζουν ανταποκρίσεις ειδικών απεσταλμένων, όπως ο ίδιος ο Cantaloube εξάλλου υπήρξε. Η υπόρρητη παραδοχή ότι η αυθεντική μεταφορά τέτοιων αφηγήσεων αποτελεί αναγκαία και ικανή συνθήκη για την μετάδοση του μηνύματος μπορεί να είχε κάποια ισχύ τη δεκαετία του ’60 ή του ’70, ωστόσο σήμερα κρίνεται τουλάχιστον συζητήσιμη.
Ένα ακόμη μειονέκτημα της Φούγκας είναι το μικρό χρονικό ανάπτυγμα (τέσσερις μόλις μήνες), σε αντίθεση με τους σχεδόν είκοσι του Ρέκβιεμ.
#
Όπως και το Ρέκβιεμ, η Φούγκα περιέχει διάφορα easter eggs για όσους ενδιαφέρονται για ιστορικές εκδοτικές και διανοητικές λεπτομέρειες. Για παράδειγμα, στο πρώτο μέρος του βιβλίου, εμφανίζεται το κατασχεμένο βιβλιαράκι του Frantz Fanon, Les Damnés de la Terre (Της γης οι κολασμένοι), που εξέδωσε ο François Maspero με πρόλογο του Jean-Paul Sartre, το 1961. Μάλιστα, ο Mitterand εμφανίζεται να το έχει διαβάσει!
Αντίστοιχα, κάπου εμφανίζεται ο André Lévy, o ιδιοκτήτης μιας εταιρείας ξυλείας, της Becob η οποία εξελίχθηκε σε κολοσσό στον τομέα των εισαγωγών ξυλείας από τη δυτική Αφρική. Ο Lévy είχε πολεμήσει στον Ισπανικό Εμφύλιο με την πλευρά των Δημοκρατικών και στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στις στρατιωτικές δυνάμεις της Ελεύθερης Γαλλίας. Επίσης, ήταν ο πατέρας του Bernard-Henri Lévy, του γνωστού BHL, που εμφανίστηκε ως εκπρόσωπος της νέας φιλοσοφίας στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και έκτοτε έχει διαγράψει μια μακρά πορεία στο πλευρό κάθε λογής παλιανθρώπου, υποστηρίζοντας αντιλαϊκές πολιτικές, βομβαρδισμούς αμάχων και γενοκτονίες.
Η Φούγκα κλείνει με την αποκάλυψη της ημι-κρατικής δολοφονίας του Félix Moumié [Φελίξ Μουμιέ], των δραστηριοτήτων των μυστικών υπηρεσιών και της οργάνωσης / βιτρίνας με την ονομασία “Κόκκινο Χέρι”, καθώς και το γεγονός ότι η διαταγή για τη δολοφονία του Moumié προήλθε από την κορυφή του κρατικού μηχανισμού, τον πρωθυπουργό Michel Debré [Μισέλ Ντεμπρέ].
Παρότι οι αποκαλύψεις αυτές δημιουργούν ένα αίσθημα closure, ο Μπλανσάρ αδυνατεί να δημοσιεύσει την έρευνά του στο περιοδικό για λόγους πολιτικών ισορροπιών. Η επίγευση παραμένει λοιπόν αντιφατική, όπως και στο Ρέκβιεμ, όπου η αποκάλυψη των μηχανορραφιών του Παπόν και του Ντεογκρασιάς, καταλήγουν απλώς στην εκπαραθύρωση του δεύτερου, χωρίς καμία απόδοση ουσιαστικής δικαιοσύνης. Πρόκειται για ένα παιχνίδι που ακόμα κι αν κερδίσεις, τελικά θα χάσεις.
#
Αξίζει να σημειωθεί η εξαιρετική δουλειά που έχει κάνει ο μεταφραστής με τις αναλυτικές, κατατοπιστικές και μακροσκελείς σημειώσεις που βρίσκονται στο τέλος του βιβλίου. Εμπλουτίζουν ιδιαίτερα την ανάγνωση με ιστορικά, γεωγραφικά και βιογραφικά στοιχεία, με επεξηγήσεις για σχήματα λόγου, με παραπομπές στο Ρέκβιεμ, ενώ συχνά γίνονται και αναφορές σε άλλα λογοτεχνικά βιβλία ή μελέτες.
To 2023, ο Cantaloube εξέδωσε ακόμα ένα μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον Λυκ Μπλανσάρ. Το βιβλίο έχει τίτλο Mai 67 [Μάης ‘67], και διαδραματίζεται στη Γουαδελούπη, ένα νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής που ανήκει στα DROM (Départements et régions d’outre-mer). Ελπίζουμε και ενταχθεί και αυτό στο εκδοτικό πρόγραμμα των εκδόσεων Πόλις με μετάφραση του Δημήτρη Δημακόπουλου.
Cantaloube Φούγκα για ένα προτεκτοράτο (Πόλις, 2024)
Ρέκβιεμ για μια δημοκρατία (Πόλις, 2021)























