του Γιάννη Στρούμπα (*)
Με όχημα το προσωπικό του ημερολόγιο, ο Θανάσης Νιάρχος στον τόμο Επιτέλους μόνος μοιράζεται με τους αναγνώστες του στοχασμούς, εντυπώσεις, βιώματα της ζωής του σχετικά τόσο με το πολύ στενό, οικογενειακό του περιβάλλον όσο και με τον χώρο της εργασίας του, των καλλιτεχνικών του δραστηριοτήτων, των επαφών του με πρόσωπα δημόσια από τους χώρους των τεχνών και της πολιτικής. Οι ημερολογιακές αυτές καταγραφές εκκινούν από τις 3 Μαρτίου 1981 κι απολήγουν στις 18 Σεπτεμβρίου 2018. Στην ουσία, ωστόσο, οι καταγραφές του 1981 συνιστούν απλώς εισαγωγή στον ζωτικό χώρο του Νιάρχου, καθώς περιορίζονται σε μόλις ένα περίπου δεκαήμερο (από τις 3 ως τις 13/3/1981), ενώ βρίσκουν τη συνέχειά τους στις 11/2/1996, με την ενδιάμεση δεκαπενταετία να απουσιάζει. Εξαρχής, συνεπώς, ο Νιάρχος δηλώνει με την επιλογή του ότι δεν ενδιαφέρεται για μία ισόρροπη ανάπτυξη των ενοτήτων του ανά χρονικές περιόδους αλλά για την πρόκριση μόνο των κατά την κρίση του αξιομνημόνευτων περιστατικών ή εσωτερικών διεργασιών. Γι’ αυτό και κάποια έτη αποδίδουν λίγες μόνο σελίδες, ενώ έτη όπως το 1999, το 2014 και το 2017 αναπτύσσουν τα συμβαίνοντα σε ικανή έκταση σελίδων. Παρά τις χρονικές αυτές ανισότητες, στον αναγνώστη το έργο προβάλλεται ενιαίο, επειδή η αφήγηση του Νιάρχου δομεί χαρακτήρες με συγκεκριμένα στοιχεία, οι οποίοι δεν αλλοιώνονται ακόμη κι όταν οι ηλικίες των προσώπων μεταβάλλονται σημαντικά. Έτσι ανακύπτει η αίσθηση της γνωριμίας και της οικειότητας με τους πρωταγωνιστές του ημερολογίου.
Επιπρόσθετος λόγος που ενισχύει την ενότητα των ημερολογιακών καταγραφών είναι η εκ των υστέρων θεώρησή τους από τον Νιάρχο. Ο συγγραφέας «καθαρογράφει» τις σημειώσεις του εντός χρονικών διαστημάτων είτε σύντομων σε σχέση με τον αρχικό τους χρόνο σύνθεσης είτε εκτενών, που απλώνονται σε ολόκληρες δεκαετίες. Για τις σημειώσεις τής 24/5/1999 διευκρινίζει ότι καθαρογράφονται στις 20/8/1999. Στις 19/1/2009 ενσωματώνει την πληροφορία ότι όσα αναφέρει εκεί τα επεξεργάζεται δώδεκα χρόνια αργότερα. Όσα πάλι παραθέτει στις 6/2/2009 αναφορικά με το βαφτιστήρι του, τον Θοδωρή, και την απώλεια της όρασής του από το 2001, καθαρογράφονται, καθ’ ομολογία του Νιάρχου, τον Μάρτιο του 2021, με το εύρος της χρονικής απόστασης να αγγίζει πια τα είκοσι ολόκληρα έτη. Δηλαδή, το «2009» δεν είναι ακριβώς «2009» αλλά μια μείξη που άρχεται από το 2001 και καταλήγει στο 2021, διερχόμενη από το 2009. Κατά συνέπεια, όσα κάθε φορά περιλαμβάνονται υπό τον «τίτλο» συγκεκριμένης ημερομηνίας είναι διηθημένα μέσα από το φίλτρο του χρόνου, της απόστασης, της ύστερης γνώσης, της νηφαλιότητας. Δηλαδή οι κρίσεις δεν εκφέρονται εν θερμώ. Αντιθέτως, έχουν περάσει από την κρησάρα του χρόνου, έχουν κριθεί κι εγκριθεί από τον συγγραφέα, έχουν υποτάξει τον αυθορμητισμό στον λογικό έλεγχο, γεγονός που ισχύει ακόμη και στις περιπτώσεις όπου επιλέγεται να μην απαλειφθούν αυθόρμητα σχόλια, έστω κι αν αναγνωρίζεται εκ των υστέρων ότι μπορεί αυτά να υπήρξαν ατυχή (29/5/1999). Η ίδια εκ των υστέρων επεξεργασία επιτρέπει όχι μόνο τη συγκεφαλαίωση του παρελθόντος αλλά και την προσήμανση του μέλλοντος, όπως συμβαίνει στις 5/11/2014, οπότε και προλέγονται όσα θα ακολουθήσουν έναν μήνα αργότερα: «Σε λιγότερο από έναν μήνα από σήμερα, ή μάλλον ακριβώς σ’ έναν μήνα, ο Κουμανταρέας θα έχει δολοφονηθεί κι ο Γιάννης [σ.σ.: Κοντός] θα έχει μπει στο “Αττικό Νοσοκομείο” για την κήλη – που τελικά θ’ αποδειχτεί ότι δεν είναι κήλη αλλά σύμπλεγμα από άλλες αρρώστιες».
Μια ομάδα καταγραφών που βρίσκει θέση στο ημερολόγιο του Νιάρχου έχει διάσταση καλλιτεχνική. Ο συγγραφέας, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην καλλιτεχνική φύση συγκεκριμένων αναμνήσεων, αλλά τις αναμειγνύει με διαπιστώσεις ψυχογραφικές ή και ηθικού χαρακτήρα. Οι εκδοτικές επισημάνσεις που αφορούν τη διακίνηση της Λέξης συνοδεύονται από τον ενθουσιασμό του Νιάρχου για την απήχηση του περιοδικού στο αναγνωστικό κοινό. Συνακόλουθο, το ψυχολογικής υφής σχόλιο του Νίκου Χουλιαρά πως η επιτυχία του περιοδικού θα προκαλέσει και μίσος για τους διευθυντές του. Όταν εκδηλώνονται στους καλλιτεχνικούς και πνευματικούς κύκλους μικρότητες, ο Νιάρχος, με σεβασμό, προσοχή και προστατευτικότητα, μπορεί να αναλάβει την υπεράσπιση όσων πλήττονται από ανοίκειες επιθέσεις, όπως πράττει με τον Καραντώνη έναντι του Βίττι: «Έξυπνος άνθρωπος ο Βίττι, θα έπρεπε να γνωρίζει πως για να φτάσουμε στα δικά του σπουδαία συμπεράσματα, μας χρειάζονται εργασίες που να τις έχουμε ξεπεράσει, όπως υποτίθεται ότι συμβαίνει με την εργασία του Καραντώνη για τον Ελύτη. Αν βέβαια την έχουμε ξεπεράσει». Για τις υπερβολές, φέρνει στο προσκήνιο, ως αντίβαρό τους, νηφάλιες κι εξισορροπητικές ηθικές στάσεις, όπως συμβαίνει με την τοποθέτηση του Βασίλη Βασιλικού για τον θυμό του Γιώργου Χειμωνά, εξαιτίας της απουσίας των δικών του βιβλίων από τις προθήκες σε συνέδριο στις Βρυξέλλες για τη βελγική και την ελληνική λογοτεχνία: «Χρειάζεται πάντα να προσπαθούμε να αποδραματοποιούμε και όχι να δραματοποιούμε τα πράγματα». Άλλοτε, όμως, τον Νιάρχο τον κυριεύει η απελπισία κι ένα αίσθημα ματαιότητας για τις πνευματικές εργασίες που, στο απώτερο μέλλον, θα μείνουν στα αζήτητα: «Συλλογίζομαι πως κάποια στιγμή ο Σπύρος [σ.σ.: Τσακνιάς], για τα παιδιά των παιδιών του, στην καλύτερη περίπτωση, θα είναι απλά ένας άνθρωπος που έγραφε. Δεν θα ματαιώσουν τις διακοπές τους κάποιο καλοκαίρι για να σκύψουν πάνω στα χαρτιά του παππού τους, πόσο μάλλον άλλοι άνθρωποι, και με πιάνει απελπισία. Τόσος μόχθος, χιλιάδες γραμμένες σελίδες, γιατί;».
Πέρα από τις καταγραφές με διάσταση καλλιτεχνική, από το ημερολόγιο δεν λείπουν τα πολιτικά σχόλια. Με αφορμή την ομιλία του τότε πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη σε ακροατήριο καλλιτεχνών, ο Νιάρχος σχολιάζει πως δεν θεωρεί ενοχλητική τη συνύπαρξη αυτή πολιτικών και καλλιτεχνών, είναι όμως ενοχλητικός ο τρόπος με τον οποίο ο Σημίτης περιφρονεί το παρελθόν, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του ότι «συχνά, μέσα στην ιστορία, το εκθειαζόμενο μέλλον, όταν έγινε παρόν, υπήρξε για τους ανθρώπους ένας σκέτος εφιάλτης». Αλλού ο Νιάρχος διαπιστώνει το παράδοξο να μην ασχολείται πια κανείς κάθε 21η Απριλίου με την επιβολή της χούντας το 1967. Ο συγγραφέας, με τη βαθιά στοχαστική του ματιά, που του επιτρέπει να γνωρίζει το μέλλον προτού καν το βιώσει, αποδεικνύεται προφητικός. Η κριτική που ασκείται σήμερα στο όραμα του Σημίτη, αφότου αυτό έγινε πράξη και, περαιτέρω, πέρασε στο παρελθόν, είναι αυστηρότατη, αφορά κρίσιμες πτυχές που υπονόμευσαν τη χώρα –όπως το «πάρτι» του Χρηματιστηρίου, την κατάρρευση των ασφαλιστικών ταμείων, τους πανάκριβους Ολυμπιακούς Αγώνες, την ουσιαστική ώθηση της χώρας προς τον προθάλαμο των Μνημονίων– κι επιβεβαιώνει τη σύνεση του Νιάρχου να υπολογίζει το ενδεχόμενο του «εφιάλτη». Αλλά το πολιτικό σχόλιο μπορεί να προκύπτει κι έμμεσα. Έτσι, όταν ο Νιάρχος αναφέρεται στο εγκεφαλικό της Λούλας Αναγνωστάκη και στην προσωπική του αγωνία να κινήσει γη και ουρανό προκειμένου να βοηθήσει τη φίλη του συγγραφέα, δεν καταδεικνύει απλώς την τρυφερότητα και την ευαισθησία του απέναντι στο αγαπημένο πρόσωπο, μα και παρουσιάζει εμμέσως ένα σύστημα που λειτουργεί με γνωριμίες, με εξαιρέσεις, με εξυπηρετήσεις, με ανισότητες, ενώ θα όφειλε να παρέχει την ίδια ποιότητα υπηρεσιών σε όλους τους πολίτες ανεξαιρέτως. Οι επιμέρους πολιτικοί σχολιασμοί του Νιάρχου φωτίζουν, εντός της ολότητας της σύνθεσής του, το διευρυμένο πλαίσιο.
Το δόσιμο του Νιάρχου οφείλεται όχι μόνο στο ήθος του αλλά και στον τόπο όπου ζει. Η Ελλάδα και οι άνθρωποί της διαμορφώνουν συνθήκες αλληλεγγύης, με αποτέλεσμα ο συγγραφέας να μην είναι ο μόνος που προσφέρει την αγάπη του αλλά να γίνεται κι ο ίδιος αποδέκτης της αγάπης των άλλων: «Τι ωραίες σχέσεις. Να ξέρεις πως υπάρχει, μέσα στη νύχτα ένας φίλος εστιάτορας όπου μπορείς να περάσεις δυο ώρες τρώγοντας και συζητώντας, και μια γυναίκα, έστω κι αν είναι κουμπάρα σου, που θα βάλει στο πλυντήριό της τις μπλούζες και τα πουλόβερ σου και θα τα αποθηκεύσει μέσα σε σακούλες ως το ερχόμενο φθινόπωρο. Θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο αν ζούσα στην Αμερική ή στην Αγγλία;». Έτσι, οι πινελιές του Νιάρχου αποδίδουν και τοπιογραφίες, εντός των οποίων οι τόποι ορίζουν τους ανθρώπους, ενώ εμπνέουν και λογοτεχνικές τους πραγματεύσεις, όπως συμβαίνει με το ζαχαροπλαστείο «Κρίνος» και την είσοδό του στο μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή Το τρίτο στεφάνι. Αλλά αν η τρυφερότητα του Νιάρχου έχει ποικίλους αποδέκτες, οι κατεξοχήν αποδέκτες της είναι ο Βασίλης κι ο Θοδωρής, τα βαφτιστήρια του. Η θαλπωρή που εκπέμπουν τα παιδιά («Νιονιό [=νονέ], σ’ αγαπώ πολύ, έλα να σε φιλήσω») συνδυάζεται με το χιούμορ που πηγάζει από την υιοθέτηση μεγαλίστικων συμπεριφορών (ο τετράχρονος Θοδωρής κάθεται στο τιμόνι του αυτοκινήτου σαν να οδηγεί και σχολιάζει την οδηγική ανευθυνότητα του αδελφού του, Βασίλη). Μα αν το ενδιαφέρον του Νιάρχου για τα παιδιά εκτείνεται από τα πιο μικρά (διατήρηση των εισιτηρίων του μετρό από την πρώτη του χρήση, ώστε να τα έχει ενθύμιο ο Βασίλης όταν μεγαλώσει) μέχρι τα πιο σπουδαία (ενέργειες για την αντιμετώπιση της αρρώστιας του Θοδωρή αλλά και ψυχολογική υποστήριξη του παιδιού), του επιστρέφεται εντέλει σε ευτυχία, γεγονός που ο Νιάρχος επισημαίνει ρητά: «Θεέ μου, πόση ευτυχία νιώθω κοντά στα παιδιά»· ή «Νιώθω ήρεμος, ακόμη και τα προσωπικότερά μου προβλήματα μοιάζει σαν να μου είναι ξένα. Ίσως να οφείλεται στο πώς αισθάνομαι όταν είμαι μαζί με τα παιδιά». Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, πως ο συγγραφέας αντιπαραβάλλει το κλίμα που δημιουργεί η παιδική αθωότητα με την υποκρισία που εκπέμπει ο κόσμος των ενηλίκων.
Τα ανθρώπινα, γενικότερα, επισύρουν τον στοχαστικό έλεγχο του Νιάρχου. Ο συγγραφέας συχνά αποδομεί, διά του εξορθολογισμού του, στάσεις κι αντιλήψεις, καταδεικνύοντας την ανεδαφική τους αφασία. Το πανηγύρι για την αλλαγή της χιλιετίας είναι παντελώς έωλο: «Ποια αλλαγή, αλήθεια, φαντάζονται οι άνθρωποι ότι μπορεί να υπάρξει επειδή αλλάζει όχι πια ένας χρόνος, αλλά μια χιλιετία;». Ο θρήνος για εγχώριους ή ξένους πολιτειακούς παράγοντες, όπως η πριγκίπισσα Νταϊάνα, στερείται κάθε λογική: «Άνθρωποι παντού στον κόσμο θρηνούν για ένα πρόσωπο με το οποίο δεν θα αποκτούσαν ποτέ την ελαχιστότερη επαφή. Το επαινούν για πράξεις που ανιδιοτελέστατα και σε απείρως μεγαλύτερο βαθμό επιχειρούν καθημερινώς άνθρωποι που ζουν γύρω τους». Παράλληλα, τα ίδια άτομα, παρευρισκόμενα σε κηδείες ανθρώπων με τους οποίους είχαν σχετιστεί, προκρίνουν εγωιστικά την προσωπική τους ανακούφιση: «Για να πω την αλήθεια, φανταζόμουν την ατμόσφαιρα, λόγω του θανάτου του Φρέντυ Γερμανού, πιο βαριά, αλλά δεν είναι. Δεν θέλω ν’ αδικήσω κανέναν, αλλά μοιάζει σαν να λέει ο καθένας μέσα του “εγώ όμως συνεχίζω να ζω”». Η θλίψη των άλλων μοιάζει να μη συγκινεί πραγματικά κανέναν, παρά μόνο ως προς τις πτυχές που θα κινητοποιούσαν κάποιους προσωπικά, ενώ η αδιαφορία τους καλύπτεται από μια προσποιητή συγκίνηση: «Κανείς σχεδόν δεν ρωτάει για τον Χριστόφορο [σ.σ.: Λιοντάκη] όσον αφορά τον θάνατο της αδελφής του, όλοι λένε για την ατυχία του που δεν μπορεί να είναι παρών για να παραλάβει το βραβείο. Ένα “α, τον καημένο!”, αυτό μόνο». Ακόμη και οι φυσικές καταστροφές μοιάζει να μην αφορούν παρά μόνο όσους έχουν πληγεί. Κι έτσι ο Νιάρχος διακρίνει σε όσους συνεχίζουν τα θαλασσινά τους μπάνια, τη στιγμή που ο σεισμός έχει καταπλακώσει και θανατώσει κόσμο, «τον αληθινό μας εαυτό». Και διερωτάται απολύτως εύλογα: «δεν είναι φυσικό, όταν μας βρει κι εμάς η συμφορά, οι άλλοι ν’ αδιαφορούν σαν να μην υπάρχουμε; Μου έρχεται να κλαίω συνέχεια».
Οι τοποθετήσεις του Νιάρχου στους ημερολογιακούς του στοχασμούς περιλαμβάνουν κρίσεις τόσο θετικές όσο και αρνητικές για όσους τον περιβάλλουν. Θετικά αξιολογείται ο Τάκης Ζαχαράτος για την «ολοφάνερη λατρεία» του προς το πρόσωπο που σατιρίζει. Επίσης ο Φώτης Σεργουλόπουλος: «Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι θα συγκινηθώ μ’ έναν ηθοποιό, κυρίως παρουσιαστή στην τηλεόραση, τον Φώτη Σεργουλόπουλο. Ακρίβεια, μέτρο, έξοχος. Αλλά και η παράσταση θαυμάσια». Αλλά και μεταξύ των πτυχιούχων της Σχολής Καζάκου ο Νιάρχος διακρίνει πολλά παιδιά με ταλέντο. Κατά συνέπεια, δεν διστάζει να αναγνωρίσει αξίες, ξεπερνώντας σκοπέλους όπως το νεαρό της ηλικίας ή η ενασχόληση των καλλιτεχνών και με πιο εύπεπτες παραγωγές. Από την άλλη, όταν κρίνει όσα δεν τον πείθουν, είναι ευθύς, χωρίς στρογγυλέματα κι εξωραϊσμούς. Σημειώνει για την παράσταση «Σφαίρες πάνω από το Μπροντγουέι»: «Πολύ κακό για το τίποτε. Ένα σωρό άνθρωποι πάνω στη σκηνή να κάνουν τα πάντα για να μας διασκεδάσουν, κι ωστόσο οι θεατές να πλήττουμε αφόρητα». Η δε κριτική του Νιάρχου δεν στρέφεται, εκ του ασφαλούς, μόνο σε πρόσωπα όχι ιδιαιτέρως αναγνωρίσιμα αλλά αφορά και παράγοντες με ισχύ: «Αν και ο Φυντανίδης μάλλον αποβλέπει να δημιουργήσει σκάνδαλο με αυτά που γράφει στο βιβλίο του, φαντάζομαι ότι η πρόθεσή του θα πέσει στο κενό. Όσα γράφει, ή μάλλον όσα “αποκαλύπτει” και “καταγγέλλει”, θα είχε κάποιο νόημα να τα αποκάλυπτε ή να τα κατήγγελλε την ώρα που συντελούνταν, και, σαν διευθυντής εφημερίδας που ήταν, τα ήξερε πολύ καλά. Τώρα φαίνεται πως η “αποκάλυψη” γίνεται προς ίδιον όφελος, χώρια που οι πάντες ξέρουν πια τα πάντα». Την αυστηρότητα του Νιάρχου, βέβαια, τη δικαιώνει πρωτίστως το γεγονός πως ο συγγραφέας δεν παραλείπει να ασκήσει και αυτοκριτική. Έτσι, αναφορικά με τη διάθεση του Τάκη Κουβουτσάκη να επανακυκλοφορήσει η Λέξη με την εκ μέρους του ανάληψη του εκδοτικού κόστους, ο Νιάρχος παραδέχεται την αδυναμία του να του αρνηθεί ευθέως και ειλικρινώς: «Προεξοφλεί τη δική μου συναίνεση, αλλά γι’ αυτό δεν φταίει ο Κουβουτσάκης, είναι δική μου η ευθύνη. Μη μπορώντας να αρνηθώ την πρότασή του τίμια και ειλικρινά, τον άφησα να πιστεύει ότι προσωπικά θα ήθελα να ξαναεκδοθεί το περιοδικό, μεταθέτοντας τα εμπόδια για την επανέκδοσή του στον Φωστιέρη». Και, ασφαλώς, οι κρίσεις δεν είναι αποκλειστικά θετικές ή αρνητικές, αλλά μπορεί να εντοπίζουν αμφότερες τις θετικές και τις αρνητικές πτυχές στο ίδιο έργο: «[…] παρακολουθούμε την παράσταση Δεκαήμερο του Βοκκάκιου. Τώρα τι είναι του Βοκκάκιου και τι του σκηνοθέτη Νίκου Καραθάνου, είναι ένα άλλο θέμα. Πάντως σπουδαία παράσταση».
Το ημερολόγιο του Νιάρχου, πέρα από τις τοποθετήσεις του επί των δημόσιων ή των ιδιωτικών εκδηλώσεων, συνιστά και μια αυτοπροσωπογραφία του συγγραφέα του. Οι εξομολογήσεις για τις προσωπικές επιλογές ζωής βρίσκουν εδώ τη θέση τους: «Με ξετρελαίνει η ιδέα να περιορίζεται η ζωή μου στο ελάχιστο. Λίγη τροφή, πολύ διάβασμα, γράψιμο, κυρίως να σκέφτομαι, αν ήταν δυνατόν, ακόμη και την ώρα που κοιμάμαι, ν’ αγναντεύω τη θάλασσα. […] Αν αυτό που ζω αυτές τις δυόμισι μέρες μού διαγραφόταν ως προοπτική για όλη μου τη ζωή, θα ήμουν πανευτυχής». Ο δημιουργικός πυρετός καθρεφτίζεται στην παράλληλη ενασχόληση με πλήθος εργασιών, συνθήκη «απολαυστική» για τον Νιάρχο: «Δεν υπάρχει τίποτε πιο απολαυστικό από το να μένω όλη τη μέρα στο σπίτι και να δουλεύω, να πιάνω το ένα ή το άλλο, τίποτε να μην τελειώνω, να μένουν όλα σε κατάσταση εκκρεμότητας, με την προοπτική να ολοκληρωθούν μέσα στον πυρετό της καθημερινής δουλειάς των επόμενων ημερών». Πρόκειται για την απόλαυση που ωθεί τον συγγραφέα να σχολιάζει, καθώς επιστρέφει στο σπίτι του έπειτα από αλλεπάλληλες συναντήσεις εργασίας ή κοινωνικών υποχρεώσεων: «Επιστρέφω σπίτι και δουλεύω ως αργά. Επιτέλους μόνος». Η ανάγκη αυτή της απομάκρυνσης από τον φόρτο των συναναστροφών είναι τόσο έντονη, ώστε να προβάλλεται και στον ίδιο τον τίτλο αυτών των σελίδων ημερολογίου. Από την άλλη όμως, η μοναξιά προκαλεί και υπαρξιακούς προβληματισμούς, που εκφέρονται διά της αμφιταλάντευσης: «Πώς τα κατάφερα έτσι στη ζωή μου; Ωστόσο το αισθάνομαι και ως μια μορφή ελευθερίας αυτό που ζω».
Οι προσωπικοί απολογισμοί του Νιάρχου προσδίδουν στο ημερολόγιό του και μια μυθιστορηματικότητα, η οποία απαντάται επίσης σε αφηγήσεις του για τρίτους. Οι ημερολογιακές καταγραφές που αφορούν τις απώλειες του Μένη Κουμανταρέα και του Γιάννη Κοντού χαρακτηρίζονται από την ένταση της γραφής τους, την απόγνωση του ξαφνικού και βίαιου αποχωρισμού, το τραυματικό κενό που προκαλεί η ανάμνηση των δύο αγαπημένων φίλων. Γράφει ο Νιάρχος για τον Κοντό: «Τώρα σκέφτομαι κάτι που συνέβαινε τα δυο τελευταία χρόνια. Να σου χαρίζει, όποτε σ’ έβλεπε, μια εικονίτσα, έναν ξύλινο σταυρό, μια ατζέντα, μαζί με ένα χαρτάκι που έγραφε “σ’ αγαπώ πολύ”. Λογής μικροπράγματα που σου πιάνουν τον τόπο, που μπερδεύονται μέσα στα χαρτιά κι είναι ένας μπελάς το να μη μπορείς να τα πετάξεις αλλά ούτε και να θέλεις να τα αποχωριστείς, κι όταν πεθαίνει ο άνθρωπος που σου τα έδινε, ψάχνεις απεγνωσμένα να τα βρεις όλα, ακόμη και μια γραμμή του που αυτή έτυχε να την έχεις κρατήσει χωρίς να σου την έχει δώσει ο ίδιος. Και σε πιάνει απόγνωση ενώ έχεις τόσα βιβλία –όλα του τα βιβλία– με αφιερώσεις, γράμματά του, φωτογραφίες σας, τι και τι, πως υπάρχει κάτι ελάχιστο ακόμη, που και να φας τον τόπο δεν πρόκειται να το βρεις, κι ότι αυτό το ελάχιστο θα σε βοηθούσε να καταλάβεις κάτι περισσότερο για το τρομερό που έχει συμβεί». Η αφήγηση, πάλι, για τον άγνωστο άντρα με τη διπλή ζωή, που κάθεται στο διπλανό τραπέζι αναζητώντας ερωτικές περιπτύξεις με άλλους άντρες, παρόλο που είναι οικογενειάρχης, παρουσιάζει τα δεδομένα της ιστορίας δίχως κανένα σχόλιο, σε μια κινηματογραφική σκηνή διαποτισμένη από κλίμα μελαγχολίας, καθώς ο πρωταγωνιστής εκπέμπει τη βαθιά του «έλλειψη» από μια ζωή καταπιεσμένη και σπαταλημένη συνάμα.
Η ικανότητα του Νιάρχου να εισχωρεί στον ψυχισμό των ανθρώπων καθιστά το έργο του μια ημερολογιακή ηθογραφία. Εδώ εντοπίζονται οι ανιδιοτελείς, εδώ και οι ιδιοτελείς. Η Ασπασία Καλλέργη, υπάλληλος στο βιβλιοπωλείο της «Πρωτοπορίας», «σκέφτεται και ανησυχεί ανιδιοτελώς για τα πράγματα της ζωής. Είδος ανθρώπου που γίνεται όλο και πιο σπάνιο». Αντίστροφα, ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Πολυζωγόπουλος, που διακηρύσσει ότι «δεν θα επιτρέψει(!) στους αρχηγούς των κρατών της Ευρώπης να υλοποιήσουν τα άνομα σχέδιά τους», συνιστά προσωποποίηση του θράσους και του πολιτικαντισμού. Κι όταν ο Γιώργος Βελουδής σχολιάζει πως είχε προβλέψει στον πρόλογο βιβλίου του τις μετέπειτα εξελίξεις, ο Νιάρχος σκέφτεται πως «Οι άνθρωποι δεν αλλάζουν με τίποτε. Ο κόσμος θα χάνεται κι ο καθένας θα μιλάει για τον εαυτό του». Από το κριτικό στόχαστρο του συγγραφέα δεν απουσιάζει ούτε ο ελληνικός λαός: «Μεταδίδεται η ποδοσφαιρική συνάντηση της Ελλάδας με την Ακτή του Ελεφαντοστού. Πόσο γελοίος λαός πρέπει να είμαστε για να καμαρώνουμε που νικήσαμε τους ταλαίπωρους της Ακτής του Ελεφαντοστού». Το ήθος του περίγυρου άλλοτε επισύρει την κατακεραύνωση, άλλοτε αντανακλά την απογοήτευση και τη μελαγχολία, άλλοτε εκπέμπει σεβασμό και ανθρωπιά. Γι’ αυτό και ο Νιάρχος, κινούμενος μεταξύ των σχετικών διαθέσεων, όταν αντικρίζει τον Σταμάτη Φασουλή ως «πρόσωπο αποκαλυπτικό, ποιητικό, βαθιά τρυφερό, με απέραντη και ιδιαίτερη λειτουργία μνήμης», σκιαγραφεί ταυτόχρονα εκ νέου την αυτοπροσωπογραφία του, αν και χωρίς να αναφέρεται πια στον εαυτό του.
Η αντιστοιχία διαπιστώσεων του Νιάρχου για τρίτους στον προσωπικό του τρόπο σκέψης και στάσης είναι ενδεικτική του ότι ο συγγραφέας αποτυπώνει εντέλει στο ημερολόγιό του όσα τον κινητοποιούν. Επειδή όμως αυτά αφορούν και πρόσωπα δημόσια από τον χώρο των τεχνών και της πολιτικής, οι ημερολογιακές αυτές καταγραφές αποκτούν και τον χαρακτήρα ντοκουμέντου για μια ολόκληρη εποχή. Έτσι ο Νιάρχος αντικατοπτρίζεται για μία ακόμη φορά στο δικό του σχόλιο για τον Κώστα Μητρόπουλο: «Δεν ξέρω αν όλα αυτά που λέει τα έχει κάποιος καταγράψει, θ’ αποτελούσαν ωστόσο, σε περίπτωση που κάτι τέτοιο γινόταν, ένα καταπληκτικό ντοκουμέντο». Κι αν για τον Μητρόπουλο η καταγραφή σχολιάζεται ως δυνητική, για τον Νιάρχο είναι ήδη πραγματικότητα. Ο τόμος Επιτέλους μόνος προλογίζεται από την κατατοπιστική εισαγωγή του Δημήτρη Αγγελή, όπου με ευστοχία θίγονται τόσο ζητήματα που αφορούν, γενικότερα, το είδος των ημερολογίων και τις αποκαλύψεις ή αποσιωπήσεις των συγγραφέων τους, όσο και πτυχές των συγκεκριμένων εδώ επιλογών του Νιάρχου.
(*) Ο Γιάννης Στρούμπας ειναι ποιητής

![]()























